ΤΑ ΜΠΑΝΙΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΚΑΙ ΤΑ… ΚΕΡΑΣΑΚΙΑ

ΤΑ ΜΠΑΝΙΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΚΑΙ ΤΑ… ΚΕΡΑΣΑΚΙΑ
Μιά φορά κι έναν καιρό, ερχόταν Καλοκαίρι στη Μεσσήνη και τύχαινε να μην έχουμε φτιάξει καλύβα εκείνη τη χρονιά.
‘Ετσι, κάποιες ημέρες που ευκαιρούσε η μαμά, αλλά, οπωσδήποτε τις Κυριακές, μετά τnν εκκλησία, πηγαίναμε στη Μπούκα γιά μπάνιο με το λεωφορείο !!!
Η μαμά είχε ετοιμάσει από το βράδυ τους απίθανους κεφτέδες της, είχε πάρει φέτα, τομάτες, είχε βράσει αβγά από τις κοτούλες μας, είχε κόψει φέτες πολλές από το ζυμωτό ψωμί μας, να μην ξεχάσω και τις σπιτικές ελιές μας και μας περίμενε υπομονετικά να πιούμε το γάλα μας φορώντας το ρομπάκι της γιά τη θάλασσα και το μαγιό της από μέσα φυσικά. Εμείς, αφού μετά μυρίων βασάνων πίναμε κάποιες μεγάλες γουλιές γάλα, αφήναμε αρκετό στο τέλος και τρέχαμε επάνω να ετοιμαστούμε, με τη μαμά να φωνάζει: «Τώρα που θα κατεβείτε θα πιείτε και το υπόλοιπο, δε θα πετάω εγώ τα γάλατα κάθε τόσο, τα μπάνια θέλουν δύναμη !!!! Άντε μην το μετανοιώσω και δε δείτε τη Μπούκα ξανά !!! Ορίστε μας !!!». Φορούσαμε το μαγιό μας, τα ρούχα γιά το μπάνιο, τις σαγιονάρες μας και το καπέλο μας, ο Σταύρος «τζόκεϋ» και εγώ ψάθινο με χρωματιστή κορδελίτσα γύρω γύρω, που σχημάτιζε φιογκάκι στο πλάι και στηριζόταν στο λαιμό με χονδρό λάστιχο. Στο διάστημα αυτό η μαμά έβγαζε τους κεφτέδες και τη φέτα από το ψυγείο του πάγου, και μαζί με όσα δε χρειάζονταν ψυγείο, με τελευταία τα καλοπλυμένα αχλαδάκια (θεριστάπιδα) ή κεράσια, ή καρπούζι και τα τοποθετούσε μέσα στον μπλέ σε σχήμα βαρελιού σάκο με το άσπρο τελείωμα, το περιβόητο και πολυαγαπημένο μας «μπογάτσι», που έκλεινε σουρώνοντας όταν τραβούσες ένα επίσης άσπρο στριφτό μαλακό σχοινί και που η μαμά το μετέφερε περνώντας το σχοινί αυτό στον ώμο της πρός την πλάτη. Εκεί έμπαινε και η πετσέτα του μπάνιου. Η μαμά με μιά ματιά έκανε επιθεώρηση αν ήμασταν εντάξει ντυμένα, έδινε σε εμένα το φουσκωμένο σωσίβιο παραμάσχαλα, έπιανε το μικρό μας αδελφό από το χέρι και ξεκινούσαμε γιά το Κ.Τ.Ε.Λ. περπατώντας δίπλα της, κάνοντας και καμιά «τσιγκολελέτα» από τη χαρά μας.
Δεν ξέχασα να γράψω ότι μας πασάλειφε με αντηλιακό ενωρίτερα, γιατί τότε ο ήλιος ήταν φιλικότατος, πολύ καλά ανεκτός και καθόλου τσουχτερός όπως τώρα, εμείς τουλάχιστον δεν ξέραμε αν υπήρχε κάτι τέτοιο τότε, αντίθετα μάλιστα πασαλειβόμασταν με ελαιόλαδο για να μαυρίσουμε, ξαπλώνοντας χωρίς ομπρέλα με ανοιχτά χέρια και πόδια, και γυρίζοντας από όλες τις πλευρές, γιά να ….τηγανιστούμε ομοιόμορφα !!! Χα χα χα χαααα !!!
Μπαίναμε στο λεωφορείο, πιάναμε τα μεγαλύτερα παιδιά θέσεις στα ανοιχτά παράθυρα, σε κάποιες θέσεις που περίσσευαν μαμάδες με μικρά στην αγκαλιά, οι υπόλοιπες μαμάδες και οι άνδρες όρθιοι και όταν γέμιζε το λεωφορείο και ο οδηγός έμπαινε στη θέση του και έκλεινε την πόρτα, αυτό γινόταν πιό βαρύ, όχι από το βάρος των επιβατών, αλλά, απο μιά πολύ μεγάλη χαρά, ανυπολόγιστου βάρους, που πλημμύριζε την ψυχή κάθε παιδιού, γιατί σε λίγο θα βρισκόμασταν στην αγκαλιά της θάλασσας !!!!
Ο εισπράκτορας, κυρ Γιάννη θυμάμαι ότι τον έλεγαν, ο ίδιος πάντα νομίζω στα δρομολόγια της Μπούκας, ένας καλοκάγαθος και πολύ αστείος άνθρωπος, τον συναντούσαμε και στα δρομολόγια από και για την Καλαμάτα, στά άγια να είναι η ψυχούλα του, άρχιζε το δύσκολο έργο του κοψίματος των εισιτηρίων. Και άκουγες να ρωτάει τους μεγάλους: «Πόσα;;;» Οι απαντήσεις ποικίλες : «Δύο, εγώ και το παιδάκι με το μπλε μπλουζάκι εκεί μπροστά» … «Τέσσερα, εγώ, η γυναίκα μου και το αγοράκι με το κοριτσάκι στα πρώτα καθίσματα» και χίλιους δυό ωραίους τέτοιους… συνδυασμούς, που υποχρεωνόταν να ελέγξει ο φουκαράς ο εισπάκτορας, ο οποίος έπρεπε να κάνει …»χούλα-χούπ» γιά να προχωρήσει !!!
Στο δρόμο ανέβαιναν κι άλλοι όπου έκανε στάση, στριμωξίδι φοβερό, πατείς με πατώ σε, ιδιαίτερα τις Κυριακές και να έχεις τον εισπράκτορα να πρέπει να πάει στην είσοδο πάλι και να αρχίσει : «Ποιός δεν έχει εισιτήριο ;; Ποιός ανέβηκε τώρα; «.
Στις γριές και στους γέρους, που ήξερε ότι πήγαιναν γιά να χωθούν στην άμμο, να κάνουν δηλαδή αμμόλουτρα μετά το μπάνιο, κάτι που δε βλέπω πιά, ρώταγε με μοναδικά αστείο τρόπο: » Κι εσύ γιά θάψιμο γιαγιά ;; » «Και ‘γώ παιδάκι μου γιά θάψιμο» έλεγαν αυτοί, που ήξεραν τα αστεία του. «Άντε καλή ψυχή » έλεγε αυτός και βάζαμε τα γέλια όλοι.
Εγώ, όπως και όλα τα τυχερά παιδιά που κάθονταν στα παράθυρα, είχα το κεφάλι μου συνέχεια έξω από το παράθυρο, με εκείνο το δροσεροζεστό αέρα που μύριζε θάλασσα, να μου σπρώχνει το πρόσωπο πρός τα πίσω να μου κλείνει τα μάτια και να προσπαθεί να μου βγάλει το καπέλο, που με το ζόρι κράταγα και με τα δυό μου χέρια !!! Τα τζιτζίκια πάνω στις ελιές και από τις δύο πλευρές του δρόμου ξελαρυγγίζονταν τρυπώντας μας τα αφτιά. Σε κάποιο σημείο όμως της διαδρομής με έπιανε μεγάλος φόβος και τραβιόμουν προς τα πίσω, γιατί φανταζόμουν ένα άλλο λεωφορείο να έρχεται κατά πάνω μας και να τρακάρουμε !!! Είναι το σημείο, που ένα σπίτι είναι χτισμένο σύριζα στο δρόμο σε μιά στροφή και δεν υπάρχει ορατότητα !!! Όσοι ξέρουν τη διαδρομή θα καταλάβουν που είναι. Ντρέπομαι να το πω, αλλά, και τώρα ακόμα εκείνο το σημείο το φοβάμαι !!!
Τέλος πάντων, σε πολύ λίγο γινόταν μιά φοβερή ανακατωσούρα, όλα τα παιδιά προσπαθούσαμε να βγούμε στο διάδρομο, γινόταν ένας μικρός χαμός με τα σωσίβια να χτυπάνε από κεφάλι σε κεφάλι και τα «Ωχ με ξενύχιασες» να δίνουν και να παίρνουν. Τι συνέβαινε ;; Είχαμε φτάσει στη στροφή με το αγροτόσπιτο δεξιά, που υπάρχει ακόμα, και αυτό σήμαινε ευθεία μετά και νάτη η ξεμυαλίστρα η θάλασσα !!!
Το λεωφορείο φρέναρε λίγο μετά του Δουρούμη το σπιτι, που βρίσκόταν δεξιά πριν το τελωνείο, σταμάταγε, άνοιγε μπρος και πίσω πόρτα και άρχιζε να ξερνάει με γοργό ρυθμό πολύχρωμες φιγούρες κάθε ηλικίας και αμφίεσης, φορτωμένες με κάθε λογής αντικείμενα, ψάθες, σωσίβια, βατραχοπέδιλα, καρπούζια, ψώνια γιά τους μετανάστες του καλοκαιρινού ….καταυλισμού, μαγκούρες, ομπρέλες μαύρες, πολύχρωμες τσάντες κ.λ.π.
Οι οικογένειες προσπαθούσαν να …επανενωθούν και συνέχεια άκουγες: «Γιωργάκηηηη από δώ είμαι πίσω σου, πίσω σου βρεεε !!!», ή «Σιγά καλέ τη γιαγιά, μη σπρώχνετε, άντε ρε μάννα πάτα καλά στο σκαλί, έτσι μπράβο!!!».
«Παιδιά κρατηθείτε από το χέρι και κοντά μου και όπως σας είπα . Σήμερα θα πάμε δεξιά, προχθές ήτανε λίγο βαθειά αριστερά». «Οχι ρε μαμά, προχθές εκεί ήταν γεμάτη η άμμος με καβουράκια, θέλουμε να τα ξαναβρούμε !!!! «Αμα σας ξαναφέρω κι εγώ να με φτύσετε» !!! Αξέχαστες στιγμές, αξέχαστη βαβούρα, μέχρι που όλος αυτός ο συρφετός έφτανε κοντά στην ακτή και ο καθένας διάλεγε το σημείο που του άρεσε και ξεφόρτωνε «τα σέα του και τα μέα του».
Από τα μισά της παραλίας είχαμε γδυθεί, βγάζαμε τις σαγιονάρες στο κυμοθάλασσο και μπλούμ μέσα κατευθείαν !!!!
Τι βουτιές, τι πλατσουρίσματα, τι χοροπηδήματα, τι πατητές, τι το ξερό, μέχρι να ξεθεωθούμε. Η μαμά από κοντά, έβγαινε πιό γρήγορα, λέγοντας και σε μας: » Μπρός, έξω τώρα !!!». Πριτς εμείς: «Ακόμα λίγο ρε μαμά !!!!» και μπλούμ βουτιά !!!. Γύριζε σε λίγο κρατώντας ανοιχτή την πετσέτα, σαν ταυρομάχος μπροστά στον ταύρο. «Ελάτε τώρα ντεεεε, εσένα μικρή έχουν μελανιάσει οι χούφτες και τα χείλια σου, τα δάχτυλά σου έχουν φαφατιάσει καλέεε, θα αρρωστήσεις απο τις αμυγδαλές σου και δε θα την ξαναδείς τη θάλασσα πιά. Σταύρο πιάσ’ την και βγείτε έξω τώρα, να στρώσω γιά φαϊ.»
Είχαμε αποκάμει από το πολύ μπάνιο, τα έντερα γουργούριζαν, αναγκαζόμασταν να βγούμε. Η μαμά μας τύλιγε στην πετσέτα, μας στέγωνε καλά, φοράγαμε τα καπέλα μας και το ρίχναμε στο φαΪ. Τίποτα δεν είναι τόσο νόστιμο πιά από εκείνους τους κεφτέδες, τις ντομάτες, το ψωμί, τη φέτα, τις ελιές, τα φρούτα……..Αφού τρώγαμε και το φρούτο μας κάναμε ηλιοθεραπεία. Ξαπλώναμε μπρούμυτα, ανάσκελα, πλαγίως, και το μελτεμάκι μας έκανε ένα υπέροχο ζεστό μασαζάκι, τόσο ευχάριστο, που μας έπαιρνε ο ύπνος !!!! Η ώρα κατρακύλαγε πέρα από τη 1:00 και η μαμά έδινε διαταγή γιά αναχώρηση. Δυό πτώματα εμείς χωρίς πολλές δυνάμεις, ακολουθούσαμε τη μαμά σέρνοντας τα πόδια στην άμμο. Το σωσίβιο μου φαινόταν τόσο βαρύ !!!! ‘Οπου βλέπαμε μαύρη ομπρέλα και ένα λοφάκι από κάτω, ξέραμε ότι ήταν γέρος ή γριά χωμένος και κάναμε… παράκαμψη. Κάποια φορά όμως συνάντησε ο αδελφός μου ο Σταύρος ένα μικρό υψωματάκι, αλλά, χωρίς ομπρέλα, και σκόνταψε πάνω σε ένα χωμένο γέρο. Αγρίεψε ο γέρος, φώναζε ότι δεν είναι παιχνίδια αυτά, του εξήγησε η μαμά ότι το παιδί δεν έπαιζε, αλλά δεν τον αντιλήφθηκε και έληξε η παρεξήγηση.
Φθάναμε στο σημείο από όπου μας έπαιρνε το λεωφορείο και ένα χωριό ολόκληρο περίμενε εκεί. Κουτσομπολιό, λογομαχίες γιά την κλεμμένη σειρά, κούραση μέχρι πτώσεως, ίδρωμα, οι μεγάλες κυρίες ξέθαβαν τις βεντάλιες και άμα καθόσουν δίπλα δροσιζόσουν κι εσύ !!!! Επιτέλους ξεμύτιζε από το βάθος το πολυπόθητο λεωφορείο, σαν οπτασία μέσα στο λιοπύρι, αλαλάζαμε τα παιδιά σαν κανίβαλοι, αυτό έφθανε κοντά στον κόσμο, οι πρώτοι πιάνονταν από τα χερούλια των πορτών και αντί να σταματήσει ο οδηγός έκανε αναστροφή και πάρκαρε αρκετά μακριά με τη φάτσα προς τη Μεσσήνη, με όλο αυτό το χρωματιστό μπουλούκι να τρέχει κολλημένο στις πόρτες του, κάνοντας έναν αστείο ελιγμό σαν ουρά φιδιού, πνιγμένο στη σκόνη του βαριού οχήματος. Κάποιοι έπεφταν, κάποιοι έψαχναν τα παιδιά τους, βγαίνανε σανδάλια και σαγιονάρες, άλλοι τα έβαζαν με τον οδηγό και γινόταν το σώσε !!! Ο οδηγός φώναζε:» Μην μπαίνετε όλοιοιοι, έρχεται και άλλο λεωφορείο σε λίγο !!!» Σιγά μην περιμέναμε εμείς το επόμενο !!!! Στοιβαζόμασταν πάλι σα σαρδέλες , κατεβαίναμε στο Κ.Τ.Ε.Λ. και από κει φτάναμε στο σπίτι ψόφια και πέφταμε ξερά γιά ύπνο ως το βράδυ σχεδόν !!!
Τώρα που κολλάνε τα κερασάκια του τίτλου θα ρωτήσετε.
Σε μιά τέτοια διαδρομή φίλοι μου είχα δει ένα κοριτσάκι με καπελάκι ψάθινο, ίδιο με το δικό μου, αλλά, στο τελείωμα της κορδέλλας του υπήρχαν δύο κατακόκκινα πλαστικά κερασάκια !!! Πόσο πιό όμορφο ήταν αυτό το καπελάκι από το δικό μου !!!! Το κοριτσάκι ίσως είχε έρθει από την Αθήνα, όπου κυκλοφορούσαν φαίνεται πιό… εξελιγμένα καπελάκια γιά κορίτσια και δεν το ξαναείδα.
Η μαμά μου το είδε πρώτη το καπελάκι και μου το έδειξε κι εμένα και μου είπε, πως άμα βρίσκαμε ένα τέτοιο θα μου το έπαιρνε. Της άρεσαν πάντα όπως και σε εμένα τα πρωτότυπα πράγματα, που είχαν κάτι το διαφορετικό, το χαριτωμένο.
Από εκείνη την ημέρα παρατηρούσα τα ψάθινα καπελάκια των κοριτσιών. Τίποτα !!! Κοίταζα σε όλες τις βιτρίνες Καλαμάτας και Μεσσήνης μήπως και βρω ένα τέτοιο, τίποτα !!! Μου είχε γίνει έμμονη ιδέα . Δε βρήκα προς μεγάλη μου απογοήτευση ποτέ, πουθενά, ένα ψάθινο καπελάκι με κερασάκια …
Τώρα, όταν τρώω κεράσια, ο νους μου τρέχει σε εκείνο το καπελάκι και στο κοριτσάκι, που το θεωρούσα τότε τυχερό και εμένα άτυχο. Αλλά, τρώω τα κεράσια και μου περνάει ο καημός !!! Χα χα χααα !!!
Στις φωτό φοράω εκείνο το ψάθινο καπελάκι, το ….χωρίς κεράσια !!!!
1η φωτό σε βαρκάδα: Καλογεροπούλου Βασ., Λιάππα Κούλα-Poulos, Καλογεροπούλου Δημ,. Κοντούλη Στέλλα, Ρωμανού Χρυσοθ.
2η φωτό: Καλογεροπούλου Βασ., Τσίρος Εμμ., Τσίρου Δημ., (τα παιδιά των δασκάλων Τσίρου Παναγιώτη και Τσίρου Βούλας).
Αυτά φίλοι μου από τα μπάνια στη Μπούκα μας «τω καιρώ εκείνω», οι συμπατριώτες θα τα έχετε ζήσει όλα αυτά πάνω-κάτω κάπως έτσι, αλλά πρόσφατα μου είπε συμμαθήτριά μου ότι δεν την ξέρει τη Μπούκα καθόλου, δεν είχε πάει ποτέ γιά μπάνιο και μου ήρθε….. ταμπλάς που λένε !!!! Άρα ήμουν τυχερό παιδί που πήγαινα γιά μπάνιο, έστω και χωρίς κερασάκια στο καπελάκι !!!!
Καλή σας υπόλοιπη Κυριακή και καλές υπόλοιπες διακοπές, όπου και να βρίσκεστε η θα βρεθείτε φίλοι μου, ωστόσο εύχομαι να έχετε καταφέρει να έρθετε στη Μπούκα !!!!
Προβολή Σχολίων