Αγιος Ιωάννης, ένας αιώνας, τρεις σεισμοί, 1910

Η εκκλησία του Αγ. Ιωάννη στο Νησί στις αρχές του 20ου αιώνα με λήψη από την περιοχή του σιδηροδρομικού σταθμού. Σημείο αναφοράς κατά πάσα πιθανότητα για τον τρίτο οικισμό που καταγράφεται στην απογραφή Γκριμάνι το 1700 ως Parochia del Sachelario, δηλαδή “ενορία του Σακελλάριου”. “Σακελλάριος” ήταν παλαιό εκκλησιαστικό αξίωμα, που παρείχε στον κάτοχό του εποπτικά, ελεγκτικά και δικαστικά καθήκοντα και αρμοδιότητες. Πρόκειται για τη μικρότερη την εποχή εκείνη και κατά πάσα πιθανότητα νεότερο οικισμό της πόλης. Την περιοχή διάσχιζαν δύο μεγάλα ρέματα που κατέληγαν στον “Κομό” σύμφωνα με την περιγραφή του Θεοδ. Τσερπέ, πράγμα που σημαίνει ότι οι οίκηση γινόταν σε χαμηλά υψώματα της περιοχής. Η αναφορά σε “Σακελλάριο” μπορεί να σημαίνει ότι εκεί έμενε ή είχε έδρα ο εκκλησιαστικός παράγοντας που επόπτευε τους άλλους. Και έτσι εξηγεί και το γεγονός ότι ο Αγ. Ιωάννης εμφανίζεται ως η πρώτος μητροπολιτικός ναός. Στις απογραφές της εκκλησιαστικής περιουσίας του 1699 και 1700 αναφέρεται πρώτος στη σειρά: “Εις το χωρίον Νησί είναι ναός του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου”. Στην περιοχή έχουν εντοπισθεί Ενετική παρουσία καθώς στο αρχείο Φερέτου υπάρχει φωτοτυπία… φωτογραφίας νομισμάτων με την σημείωση “Ενετικά νομίσματα ευρεθέντα προ διετίας παρά συμπολίτη μας άγνωστης ποσότητας, όταν έσκαπτεν τα θεμέλια της οικίας του εις την ενορίαν του Αγίου Ιωάννου”. Πρόκειται προφανώς για πληροφορία που έχει δώσει Νησιώτης, εκείνο που γνωρίζουμε είναι ότι σε άλλα σημεία του σχετικού φακέλλου υπάρχουν κείμενα για το Νησί που υπογράφονται από τον Κ. Φωτόπουλο.

ΕΝΘΡΟΝΙΣΗ ΙΩΣΗΦ ΑΝΔΡΟΥΣΗΣ

Ο Αγ. Ιωάννης εμφανίζεται και πάλι το 1802 καθώς σε έγγραφα του Κώδικα της Μονεμβασίας υπάρχει “διαβεβαίωσις του Πανάγου ιερέως και εφημερίου του εν Νησί Καλαμάτας ναού του Αγ. Ιωάννου του Προδρόμου, ότι εστεφάνωσε των 1802 μηνί Σεπτεμβρίω τον Κεφαλληναίον δοτώρον Σπύρον Σολωμόν μετά της κυρίας Παναγιώτας (κόρης Ιωάννου Βρετού), συντέκνου όντως του Γεωργίου Καραμπατά”.
Σύμφωνα με τον Μητροπολίτη Ιεζεκιήλ Βελανιδιώτη στις 19 Μαρτίου 1806 ο Ιωσήφ Ανδρούσης “εγκατέστη μετά πομπής εν Νησίω πρωτευούση Επισκοπής και εν τω ναώ του Αγ. Ιωάννου εξεφώνησε τον ενθρονιστήριον λόγον”.

ΑΝΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΤΟ 1838
Το 1838-39 ο Αγ. Ιωάννης ανοικοδομείται εκ βάρθρων σύμφωνα με σχετική εργασία του Φώτη Παπαχατζή. Οπως σημειώνει στον “Πάμισο”: Από τα υπάρχοντα έγγραφα στον φάκελο για την παροχή της άδειας ανέγερσης, μαθαίνουμε ότι οι διαδικασίες έχουν ξεκινήσει περί τη άνοιξη του 1838 και η δημοτική αρχή Παμίσου προτίθεται να εκποιήσει κάποια κτήματα του ναού του Προδρόμου, ώστε να συμπληρωθεί το απαραίτητο χρηματικό ποσό για την ανέγερση.
Το σχετικό συμφωνητικό κατασκευής υπεγράφη “μεταξύ της εκκλησιαστικής επιτροπής του Τιμίου Προδρόμου και των τριών οικοδόμων από το χωριό Λαγκάδια της Γορτυνίας, που ανέλαβαν το κτίσιμο του ναού”.
Στο συμφωνητικό προβλέπεται ότι η εκκλησία θα είναι “κατά μεν το μάκρος πήχεις τεκτονικάς
τριάκοντα δύο, κατά δε το πλάτος δέκα οκτώ ή και περισσότερον ή και ολιγώτερον όσον η Επιτροπή θελήση” δηλαδή 24 επί 13,5 μέτρα.

ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑΦΗ ΙΩΣΗΦ ΑΝΔΡΟΥΣΗΣ

Στις 13 Μαρτίου του 1844 ο Ιωσήφ Ανδρούσης πέθανε, η σορός του έμεινε στο Νησί “επί τριήμερον, κατήρχοντο δε πολυπληθείς οι κάτοικοι της Μεσσηνίας και Αρκαδίας προς προσκυνησμόν της Σεβάσμιας αυτού δεξιάς, εις τον Ιερόν Ναόν του Προδρόμου […] Ετάφη δε εν τη δεξιά γωνία του Ιερού Βήματος του Ναού του Προδρόμου”.

ΕΝΑΣ ΑΙΩΝΑΣ, ΤΡΕΙΣ ΣΕΙΣΜΟΙ

Ιστορική η εκκλησία του Αγιάννη, είναι από αυτές που έχουν υποστεί τις με-
γαλύτερες καταστροφές από σεισμούς. Από το 1886 μέχρι το 1986 τρεις σεισμοί κατέστρεψαν την εκκλησία που κατασκευαζόταν και πάλι στην ίδια θέση. Ενδεχομένως είχε πληγεί και από το σεισμό του 1846 που προκάλεσε τεράστιες καταστροφές που κατέστρεψε ολόκληρα χωριά
στην περιοχή και πλήγωσε βαριά το Νησί, ενώ άφησε 8 νεκρούς και πολλούς τραυματίες. Σε ρεπορτάζ της εποχής αναφέρονται οι ναοί της πόλης ως “ημικρημνισμένοι” χωρίς άλλες λεπτομέρειες.
Ο ΣΕΙΣΜΟΣ ΤΟΥ 1886
Ακολούθησε όμως ένας ακόμη πιο καταστροφικός σεισμός τον Αύγουστο του 1886 ο οποίος σύμφωνα με τον Α. Γαλανόπουλο κατέστρεψε τρεις πόλεις (Φιλιατρά, Λιγουδίστα, Κορώνη) και κάπου 123 χωριά. Αλλες τρεις (Κυπαρισσία, Γαργαλιάνοι, Μεσσήνη) και σχεδόν 37 χωριά επλήγησαν σοβαρά. Αλλες επτά πόλεις (Πύλος, Μεθώνη, Καλαμάτα, Ανδρίτσαινα, Μεγαλόπολη, Πύργος, Ζάκυνθος) και περίπου 65 χωριά επλήγησαν ελαφρά. Ο αριθμός των νεκρών έφθασε τους 326 και των τραυματιών τους 800.
Οι καταστροφές στη Μεσσήνη περιγράφονται σε τηλεγράφημα του Δημάρχου Δ. Μερλόπουλου και του δημοτικού αστυνόμου Κορκονικήτα, στο οποίο τονίζεται ότι γκρεμίστηκε ο Αγιάννης: “Χθες το μεσονύκτιον σεισμός ισχυρότατος διαρκέσας δύο περίπου λεπτά κατέρριψεν εκ θεμελίων πολλάς οικίας ενταύθα και την Μητρόπολιν Αγιος Ιωάννης, διέρρηξε πάσας σχεδόν τας άλλας οικίας καταστάσας σχεδόν ακατοικήτους. Ζημίαι εισίν ανυπολόγισται. Πάσαι αι οικογένεια κείνται εν υπαίθρω. Αν απάση δε τη επαρχία μέγισται συμφοραί εγένοντο, εισέτι όμως δεν εγνώσθησαν λεπτομέρειαι. Ενταύθα εφονεύθη υπό κατολισθησάσης οικίας εις, επληγώθησαν δε και δύο έτεροι. Ενχωρίω Μαυρομμάτι εφονευθησαν δύο. Αγνωστα τα γενόμενα εν τοις λοιποίς χωρίοις δυστυχήματα. Δημόσια καταστήματα ακατοίκητα. Μεριμνήσατε παρακαλώ περί ταχείας αποστολής σκηνών και λοιπών μέσων προς περίθαλψιν οικογενειών”.
Σε σύντομο χρόνο (και σίγουρα πριν το 1891) όπως φαίνεται κατασκευάστηκε νέα εκκλησία με πρωτοβουλία του Δημάρχου Γεώργιου Καρατζά που ήταν και Αγιαννιώτης καθώς διαβάζουμε σε ταξιδιωτικό οδηγό: “Το Νησί απέκτησε επί δημάρχου Γεωργίου Καρατζά νεόδμητον, μεγαλοπρεπή ναόν βυζαντινού ρυθμού”.
Παρότι δεν γίνεται σαφής αναφορά στον Αγ. Ιωάννη, αυτό προκύπτει εμμέσως καθώς δεν είχε πληγεί άλλη εκκλησία αλλά και το χαρακτηρισμό ως “μεγαλοπρεπούς”. Ο μικρός χρόνος στον οποίο κατασκευάστηκε η εκκλησία προδίδει και μια προχειρότητα η οποία όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, είχε σοβαρές συνέπειες.

Ο ΣΕΙΣΜΟΣ ΤΟΥ 1927

Τον Ιούλιο του 1927 σημειώνεται νέος καταστροφικός σεισμός με επίκεντρο το Οίτυλο που προκάλεσε σοβαρές ζημιές στη Μάνη και μετακίνηση πληθυσμών προς την Καλαμάτα. Στο Νησί οι ζημιές δεν ήταν μεγάλες αλλά ρηγματώθηκε ο Αγιάννης: “Αι εν τη γείτονι Μεσσήνη ζημίαι εκ του σεισμού δεν φαίνονται να είναι σοβαραί. Κατά τας πληροφορίας μας ερράγη λίαν σοβαρώς ο τρούλλος του Μητροπολιτικού Ναού του Αγίου Ιωάννου”.
Η ζημιά επιβεβαιώνεται και επισήμως σε τηλεγράφημα της χωροφυλακής: “Εκ Νησίου ελήφθη χθες τηλεγράφημα της υποδιοικήσεως δια του οποίου αγγέλεται ότι εκ του σεισμού κατέρρευσαν 5 οικίαι εν μέρει, εισάριθμοι δε κατέστησαν ετοι-
μόρροποι. Πολλαί δε υπέστησαν ρήγματα, καθώς ως εγράφομεν και ο Ναός του Αγίου Ιωάννου”.
Για την ανακατασκευή της εκκλησίας συγκροτήθηκε από τη Νομαρχία 12μελής επιτροπή αποτελούμενη από τους Π. Κορκονικήτα, Ν. Κόλλια Μιχ. Τσερπέ, Σταύρο Γεωργιάδη, Παν. Αθανασόπουλο, Γεωργ. Τσερπέ, Θεοδ. Σακελλαρόπουλο, Βασ. Σουμάχερ, Πολ. Κρασακόπουλο, Ιωαν. Κωνσταντόπουλο, Παν. Αβαρλή και Θεοδ. Πανόπουλο. Την ίδια περίοδο το εκκλησιαστικό συμβούλιο αποτελούσαν οι Σταύρος Ζαλμάς, Εμμανουήλ Μυτιληναίος, Μιχ. Τσερπές και Μιχ. Σιδερέας. Στις εκκλήσεις για βοήθεια ανταποκρίθηκαν πολλοί ομογενείς από την Αμερική και έχουν ενδεικτικά καταγραφεί ορισμένα ονόματα από το Σικάγο: Αδελφοί Γεωργ. και Δημ. Ν. Καραμπέτσου 20 δολάρια, Φίλιππος Μολοκτής 250 δολάρια, Νίκος Μιχαλόπουλος 50 δολάρια, Αλέξανδρος Παναγιωτόπουλος 50 δολάρια.

ΝΕΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ‘Η ΕΠΙΣΚΕΥΗ;

Το δίλημμα “νέα εκκλησία ή επισκευή” ταλαιπώρησε από την πρώτη στιγμή εκκλησιαστικό συμβούλιο και ερανική επιτροπή και σε ευρεία σύσκεψη στις αρχές του 1929 αποφασίστηκε η κατεδάφιση και κατασκευή νέας εκκλησίας αλλά το ποσό που χρειαζόταν ήταν μεγάλο. Σύμφωνα με την ενημέρωση που γίνεται στους Νησιώτες, ο αρχιμηχανικού κ. Σαδούκας υποστίριζε ότι “ο εν λόγω ναός διατρέχει άμεσον κίνδυνον πτώσεως έστω και μέχρι του μέσου παραμένων νυν λόγω των σαθρών και άνισων του όγκου του ναού θεμελίων και ότι ουδεμίαν υπεύθυνον αναλαμβάνει ευθύνην και γνώμην περί τούτου, αλλά γνωμοδοτεί απεριφράστως ότι ο ναός να κατεδαφιστή και συν το χρόνω να ανοικοδομηθεί τοιούτος νέος επί βάσεων και θεμελίων στερεών και επί βάσει κυρίως σχεδίου. Εις τούτο ως λέγεται συμφωνούν άπαντες σχεδόν οι μηχανικοί κληθέντες προ καιρού δια τον αυτόν σκοπόν. Κατόπιν τούτου απεφασίσθη η κατεδάφισις ολοκλήρου του ναού και η ανέγερσις προσωρινού εκκλησιδίου (παραπήγματος) εν τω μέσω του σημερινού ναού δια την στέγασιν της ενορίας και η συν τω χρόνω ανέγερσις νέου τοιούτου με θεμέλια ισχυρά και εις βάθος και εις πλάτος”.
Παρά την αρχική συμφωνία για κατεδάφιση, η διαμάχη στους κόλπους του εκκλησιαστικού συμβουλίου συνεχίζεται με τον παπά Μιχάλη Κατσουλίδη που είχε τοποθετηθεί το 1928 στην εκκλησία να υπερασπίζεται την άποψη της κατασκευής νέας και άλλα μέλη του εκκλησιαστικού συμβουλίου να υπερασπίζονται την επισκευή παρά τις κατηγορηματικές τοποθετήσεις των μηχανικών του αρμόδιου υπουργείου για την επικινδυνότητα λόγω και της σεισμικότητας της περιοχής.
Πέρασαν χρόνια μέχρι να ληφθεί η τελική απόφαση για κατεδάφιση και κατασκευή νέας εκκλησίας, παρότι η σχετική μελέτη είχε εγκριθεί από το Συμβούλιο Δημοσίων Εργων το 1931. Το γεγονός αυτό αναγγέλει με ανταπόκριση από το Νησί το 1937 ο Πότης Λουκάκος, όταν ήδη είχε ξεκινήσει η κατασκευή. Οπως πληροφορούμαστε στις 13 Δεκεμβρίου του 1936 έγινε έρανος στην πόλη από τον οποίο συγκεντρώθηκε το ποσό των 9.250 δραχμών. Στη σχετική ανακοίνωση των αποτελεσμάτων εμφανίζεται ο κατάλογος των Νησιωτών που προσέφεραν στον έρανο και τα αντίστοιχα ποσά.
Λίγο αργότερα εκδίδονται 2000 “τοκοφόρες ομολογίες” των 100 δραχμών η κάθε μια και το βάρος δίνεται στην Αθήνα όπου υπάρχουν εύποροι Νησιώτες και επιχειρηματίες. Στην πρώτη εξόρμηση συγκροτείται επιτροπή για τη διάθεση των ομολογιών και σε μια ημέρα συγκεντρώνεται το ποσό των 65.500 δραχμών (655 ομολογίες) από πρόσωπα τα οποία γίνονται γνωστά με ανακοίνωση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου.
Ηδη είχε συγκεντρωθεί ένα σημαντικό ποσό που υπολειπόταν κατά πολύ του προϋπολογισμού, αλλά οι εργασίες κατασκευής προχωρούσαν ακολουθώντας τη συλλογή χρημάτων που γινόταν με διάφορα μέσα. Σύμφωνα με μαρτυρίες, όταν έφθασαν οι Γερμανοί η κατασκευή είχε φθάσει στο ύψος των 2 μέτρων περιπου και στον περιβάλλοντα χώρο είχαν συγκεντρωθεί ικανές ποσότητες σιδήρου και οικοδομι κών υλικών. Οι κατακτητές όμως τα κατέσχεσαν και τα χρησιμοποίησαν για τους δικούς τους σκοπούς, με αποτέλεσμα να σταματήσει η κατασκευή της εκκλησίας.

ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ

Το 1946 ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος Δασκαλάκης ξεκίνησε τις ενέργειες για την κατασκευή, άρχισαν σταδιακά οι εργασίες και στις 11 Οκτωβρίου έγινε επισήμως η τελετή έναρξης και με χρονικό ορίζοντα ολοκλήρωσης της κατασκευής 70 ημέρες. Οπως γίνεται αντιληπτό επρόκειτο για μια εκκλησία η οποία κτίστηκε πάνω στην ήδη θεμελιωμένη και κτισμένη μέχρις ενός ύψους, αλλά με τρόπο πρόχειρο και πέρα από τις προβλέψεις της μελέτης: “Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας μετά πολλού ενδιαφέροντος εμερίμνησεν δια την ανέγερσιν του εν Μεσσήνη ιερού Μητροπολιτικού Ναού Άγιος Ιωάννης όστις από εικοσαετίας κετεδαφίσθη λόγω ισχυρού σεισμού. Προς τον σκοπόν τούτον κατήρτισεν πολυμελή επιτροπήν υπό την προεδρείαν του και εις γενομένην ενοριακήν συνέλευσιν ανέπτυξεν ότι επιβάλλεται ως ιερόν καθήκον εις πάντας όπως συνδράμωσιν εις την ανέγερσιν του ιερού Ναού και εζήτησεν την άμεσον ενίσχυσιν δια την έναρξιν των εργασιών”.
Τα εγκαίνια έγιναν στον προγραμματισμένο χρόνο με μεγάλη πομπή από τον Αγιο Αθανάσιο όπου φυλασσόταν η εικόνα του Αγιου Ιωάννη από την εποχή που κατεδαφίστηκε η παλιά εκκλησία, προς την νεόκτιστη: “Τη 22α Δεκεμβρίου μετά πάσης εκκλησιαστικής λαμπρότητος εγένοντο τα εγκαίνια του Ιερου Ναού Αγιος Ιωάννης εν Μεσσήνη. Αφ εσπέρας ο Σεβασμιότατος, ον υπεδέξαντο μετά πρωτοφανούς συγκινήσεως ολόκληρος η πόλις, με τα λάβαρα των Σωματείων, τα Σχολεία, αι αρχαί άπασαι, το πλήθος των Χριστιανών, μετέβη εις τον Ιερόν Ναόν του Αγίου Αθανασίου,
όπου παρέλαβε την εκεί φυλασσομένην, από της κατεδαφίσεως του πρώην Μητρο-
πολιτικού Ναού, Ιεράν Εικόναν του Αγίου Ιωάννου. Η συγκίνησις υπήρξε πρωτοφανής. Ο Σεβασμιώτατος έκαμε δέησιν και ακολούθως, προηγουμένης της Ιεράς Λιτανείας, δια των οδών της πόλεως έφθασεν εις τον νεόδμητον Ιερόν Ναόν ένθα εναπέθεσε την Ιεράν εικόνα και ετέλεσε τον πρώτον εσπερινόν και την κατάθεσιν των Ιερών Λειψάνων. Την επομένην δε ημέρα εγένοντο τα εγκαίνια και ετελέσθη η πρώτη Θεία Λειτουργία εν πρωτοφανή συνελεύση χιλιάδων χριστιανών

ΟΙ ΣΕΙΣΜΟΙ ΤΟΥ 1986

Οι καταστρεπτικοί σεισμοί του 1986 πλήγωσαν και πάλι τον Αγιάννη καθώς έγιναν ρηγματώσεις σε πολλά σημεία και σε επικίνδυνο βαθμό στους τοίχους πάνω από τις δοκούς στις οποίες στηριζόταν η κεραμοσκεπής οροφή. Χρειάστηκαν 6 χρόνια και αλλεπάλληλες διαβουλεύσεις έτσι ώστε να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα από τους σεισμούς. Σύμφωνα με την τεχνική έκθεση των μηχανικών Παν. Τσούση και Γιάννη Δουλάμη, η μελέτη του 1931 είχε υλοποιηθεί μέχρι του ύψους 1,70 μ. στα περιμετρικά στοιχεία και μέχρι του ύψους 0,40 μ. στα φέροντα στοιχεία εσωτερικά. Η ποιότητα και ποσότητα του σιδηρού οπλισμού και του σκυροδέματος και η επιβεβαίωση της μελέτης μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή με τα όσα ισχύουν από τους νέους κανονισμούς, κρίθηκε ότι υπάρχει στατική επάρκεια των φερόντων στοιχείων και ακριβής υλοποίηση της μελέτης επί εδάφους μέχρι του ύψους που προαναφέρθηκε. Ενώ υπήρχε πλήρης ταύτιση του οπλισμού που ήταν αναγκαίος με τα νέα αντισεισμικά δεδομένα και αυτού που είχε ήδη τοποθετηθεί. Τη στατική μελέτη έκανε ο πολιτικός μηχανικός Παναγιώτης Τσούσης και την αρχιτεκτονική ο Γιάννης Πανταζόπουλος. Η νέα εκκλησία κατασκευάστηκε με τη μορφή που είχε η προηγούμενη και με ορισμένες αλλαγές όπως ο τρούλος, το δεύτερο καμπαναριό και η κατάργηση του πρόναου. Η άδεια εκδόθηκε στις 5 Ιουνίου 1992 και τα θυρανοίξια έγιναν από τον Μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσόστομο Θέμελη στις 17 Οκτωβρίου 1993. Στο διάστημα αυτό εικόνες είχαν μεταφερθεί στο εκκλησάκι της Αγίας Αικατερίνης όπου γίνονταν οι Λειτουργίες.

Η ΠΡΟΤΟΜΗ ΤΟΥ ΙΩΣΗΦ

Εμβληματικό πρόσωπο για το Νησί ο Ιωσήφ Ανδρούσης και με πρωτοβουλία του τότε Μητροπολίτη Μεσσηνίας Μελέτιου, ξεκίνησε έρανος για την κατασκευή προτομής του. Οπως πληροφορούμαστε τον Οκτώβριο του 1912 η θέση στην οποία επρόκειτο να τοποθετηθεί αποτέλεσε αντικείμενο διαμάχης: “Από δύο περίπου ετών, τη πρωτοβουλία του Σου Επισκόπου Μεσσηνίας, διενεργείτο έρανος προς ανέγερσιν ανδριάντος του Ιωσήφ του γεννηθέντος εν έτει 1770 και διατελέσαντος Επισκόπου Επισκοπικής έδρας Ανδρούσης και ήδη Νησίου […] Μετά μακράς έριδας και διχονοίας περί την τοποθεσίαν ήτις έπρεπ ενα προτιμηθή, όπως επ’ αυτής στηθή η προτομή αύτη, εγένετο τέλος η εκλογή αυτής και ήδη η πλατεία Αλωνίων κοσμείται δι΄’ ενός αριστουργήματος αληθώς της μαρμαρογλυπτικής τέχνης […] Εντός του ερχομένου μηνός Νοεμβρίου θέλει γείνει πανηγυρικώς και εν πάση τη δυνατή μεγαλοπρεπεία η τελετή των αποκαλυπτηρίων”. Σύμφωνα με το Θεοδ. Τσερπέ η προτομή τοποθετήθηκε δίπλα στην εξέδρα της Φιλαρμονικής, αλλά αργότερα μεταφέρθηκε στον αύλειο χώρο του Αγ. Ιωάννη όπου βρίσκεται και σήμερα.

Προβολή Σχολίων