Επιδημίες στο Νησί, 1930

Τελευταία φωτογραφία με… ιστορία για το 2018 και σε αυτή βλέπουμε μάλλον τη δεκαετία του 1930 μια συστάδα ευκαλύπτων ακριβώς βόρεια πλευρά της πλατείας. Η φύτευση των ευκαλύπτων δεν ήταν τυχαία, χρησιμοποιήθηκαν (όπως και θεωρούνται) ως φυσικά αντικουνουπικά καθώς λόγω των νερών που λίμναζαν στον κάμπο κυρίως οι κάτοικοι υπέφεραν από “ελώδεις πυρετούς”, την ελονοσία που μεταδίδεται με τα κουνούπια. Επιδημίες καταγράφονται στο Νησί εξ αιτίας των νερών που λίμναζαν, ήδη από την περίοδο της δεύτερης Τουρκοκρατίας. Και αποδίδονταν την ορυζοκαλλιέργεια, λόγω του τρόπου με τον οποίο γινόταν.

ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΠΥΡΕΤΩΝ

Στη νεότερη φάση της ορυζοκαλλιέργειας, αρχικά αυτή θεωρήθηκε ως παράγοντας που περιορίζει τους “ελώδεις πυρετούς” καθώς αυτή προϋπέθετε καθαρά νερά και κλίσεις για να κυλούν. Αυτό ισχυριζόταν το 1923 ο Ιωάννης Σιγάλας ο οποίος ήταν ειδικός στην καλλιέργεια και την οργάνωση στο Νησί και τη γύρω περιοχή: “Επειδή δυστυχώς υπάρχει η ιδέα εις πολλούς ότι η ορυζοκαλλιέργεια προκαλεί ελώδεις πυρετούς, θεωρούμεν απαραίτητον καθήκον μας να διαβεβαιώσωμεν ότι είνε εσφαλμένη αυτή η ιδέα, διότι δια του τρόπου με τον οποίον γίνεται σήμερον η ορυζοκαλλιέργεια, όχι μόνον δεν προκαλεί τους ελώδεις πυρετούς αλλά τους εκδιώκει, λόγω της αναγκαστικής καθαρότητας των αρδευτικών και διοχετευτικών αυλάκων οίτινες διαρκώς παρασύρουν υτα ύδατα των ορυζώνων εις τον προς όν όριον της διοχετεύσεως. Ως παράδειγμα φέρομεν το Νησίον Καλαμών του οποίου οι κάτοικοι εμαστίζοντο εκ των ελωδών πυρετών προ πολλών ετών, ενώ σχεδόν εξηλείφθησαν από το έτος της εισαγωγής της ορυζοκαλλιέργειας, τούτο δε μαρτυρούσιν οι ίδιοι οι κάτοικοι ως και οι εκεί διαμένοντες ιατροί και φαρμακοποιοί”

ΕΝΟΧΟΠΟΙΗΣΗ ΓΙΑ ΠΑΝΩΛΗ

Το αξιοπερίεργο της υπόθεσης είναι πως σε αντιδιαστολή με αυτό, η ορυζκολαλλιέργεια ενοχοποιήθηκε το 1920 για τη μετάδοση πανώλης, όταν σημειώθηκε επιδημία στο Νησί που προκάλεσε θανάτους. Και έγραφε ο Νομογεωπόνος Γενναίος Γαρδίκης: “Δεν είχε λήξει εισέτι ο αλωνισμός της ορύζης, οπότε αναφαίνεται δυστυχώς εν Νησίω πανώλης, αποδοθείσα παρά πλείστων κατοίκων εις την εισαγωγήν της ορυζοκαλλιέργειας. Το προσωπικόν του Γραφείου μας ήταν αδύνατον πλέον να πλησιάση εις την περιφέρειαν της Μεσσήνης δια να παρέχη την συνδρομήν τους εις τους καλλιεργητάς ορύζης. Προσβάλλεται επιπροσθέτως η ψυχή του συνεταιρισμού ο Αν. Βακαλόπουλος και αποθνήσκει […] Η υπηρεσία μας ήτο υπόδικος εις τας συνειδήσεις πολλών, δια την εισαγωγήν της ορυζοκαλλιέργειας, ήτις εγέννησε την πανώλην”. Τελικά ο συνεταιρισμός ορυζοκαλλιεργητών δημοσιοποίησε γνωμοδότηση του ειδικού Υγειονομικού Επιθεωρητή Θ. Αγγελόπουλου σύμφωνα με την οποία η πανώλη “μετεδόθη εκ Πειραιώς δια των ειδών του επιστιτισμού και ουδεμίαν σχέσιν έχει με την ορυζοκαλλιέργειαν”

ΟΤΑΝ ΞΕΣΗΚΩΘΗΚΑΝ ΟΙ ΝΗΣΙΩΤΕΣ

Στο πέρασμα του χρόνου το πρόβλημα της ελονοσίας εντάθηκε και σύμφωνα με δημοσιεύματα είχε προσβληθεί το 90% των κατοίκων το φθινόπωρο του 1932: “Οι κάτοικοι της γείτονος Μεσσήνης από πολλού ευρίσκονται εν βρασμώ αφού εξ αφορμής της ελονοσίας η οποία κατά τας επιστημονικάς βεβαιώσεις προέρχεται εκ της πυκνής ορυζοκαλλιεργείας, ήτις δημιουργεί ελονοσογόνους εστίας. Συνεπεία τούτου κατά τον τελευταίον καιρόν το 90% των Νησιωτών δεκατίζονται εξ ελονοσίας. Κατόπιν τούτου ο πρόεδρος της Κοινότητος εζήτησεν τηλεγραφικώς την επέμβασιν του υπουργείου Υγιεινής”
Το Δεκέμβριο του ιδίου χρόνου ξεκίνησε μια κινητοποίηση των κατοίκων και των επαγγελματιών με αίτημα μεταξύ των άλλων τη χορήγηση κινίνης σε εκείνους που εργάζονταν στους ορυζώνεδς: “Ενώπιον του κ. Νομάρχη παρουσιάσθησαν αλληλοδιαδόχως πολλοί κάτοικοι της γείτονος Μεσσήνης και επεκαλέσθησαν την προσωπικήν επέμβασίν του δια την υπόθεσιν των ορυζοκαλλιεργειών αι οποίαι αποτελούν ελονοσογόνον αιτίαν μαστίζουσαν τους κατοίκους της γείτονος. Πολλοί εκ των παρουσιασθέντων ενώπιον του κ. Νομάρχου, επειδή η ελονοσία εξακολουθεί εις την Μεσσήνην και μέχρι τελικής διευθετήσεως του σοβαρού τούτου ζητήματος το οποίον απαιτεί την επέμβασιν των εν τω Κέντρω αρχών, αρμοδόιων, εζήτησαν προς το παρόν όπως υποχρεωθούν οι ορυζοκαλλιεργηταί και χορηγούν κινίνην εις τους εργάτας των, εις τρόπον ώστε να προλαμβάνεται το κακόν η καταστέλλεται, ίνα ούτω εκλείψει το μελαγχολικόν φαινόμενον, να βλέπη δηλαδή κανείς πτωχούς ανθρώπους μεταβαίνοντας εις τας εργασίας των, δια να προσπορισθούν τα ανθρωπίνως απαραίτητα, με κίνδυνος αυτής τους της υγείας, δεδομένου ότι η ελονοσία δεν έχει αφήσει ούτε ένα κάτοικον απρόσβλητον”.

ΔΙΑΜΑΧΗ ΓΙΑ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΤΟΥ ΛΙΜΕΝΙΚΟΥ

Στις αρχές του 1933 ξέσπασε διαμάχη στο Νησί σχετικά με την τύχη των χρημάτων του Λιμενικού Ταμείου (που είχε την ευθύνη και για τα υδραυλικά έργα). Αλλοι ζητούσαν να κατασκευαστεί λιμανάκι στη Μπούκα και άλλοι να γίνουν έργα αποστράγγισης των ελών για να αντιμετωπιστεί η ελονοσία: “Τας διαφόρους κοινωνικάς ομάδας της γείτονος απασχολεί τας ημέρας αυτάς εν σοβαρώτατον ζήτημα αι επί του οποίου γνώμαι έχουν διχασθή και προκαλούν την επέμβασιν των ιθυνόντων οι οποίοι ούτω ευρίσκονται εις δίλλημα προκειμένου να αποφασίσουν τελικώς.
Πρόκειται ακριβώς περί το εξής: Το ταμείον των λιμενικών έργων διαθέτει σήμερον 2 1/2 εκατομμύρια δραχμών τα οποία πολλοί θέλουν να χρησιμοποιηθούν δια την κατασκευήν λιμενίσκου εις την Μπούκα όπου ακινδύνως τα διάφορα πλοιάρια θα ελλιμενίζονται. Υπάρχει όωμς και ετέρα παράταξις η οποία έχει την γνώμην ότι τα χρήματα ταύτα πρέπει να διατεθούν δια την αντιμετώπισιν της ελονοσίας η οποία έχει, ως γνωστόν, την κυριωτέραν αφορμήν της εις τας υπάρχπουσας πέριξ και εντός της γείτονος ορυζοφυτείας δια την αποψίλωσον των οποίων τόσος θόρυβος εγένετο εσχάτως.
Φρονούν δηλαδή οι τελευταίοι ούτωο, ότι θα ήτο λυσιτελέστερον τα ως άνω χρήματα να διατεθούν προς τον σκοπό τούτον, δεδομένου ότι δεν υπάρχει πολυτιμώτερον πράγμα από την υγείαν των εκεί πληθυσμών οι οποίοι μαστίζονται υπό της ελονοσίας η οποία καταντά εν πολλοίς θανατηφόρος”.

ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑΣ

Τα πράγματα αγριεύουν και οι κάτοικοι ζητούν απαγόρευση της ορυζοκαλλιέργειας τον Απρίλιο του 1933: “Οι κάτοικοι της Μεσσήνης δια τηλεγραφήματος προς το υπουργείον Υγιεινής ζητούν την απαγόρευσιν της ορυζοκαλλιέργειας εις την από τας όχθας του Παμίσου μέχρι της περιοχής της γείτονος, διότι το 90% των κατοίκων προσεβλήθη από ελονοσίαν. Οι αναφερόμενοι απειλούν ότι ςεις περίπτωσιν καθ’ ήν το υπουργείον της Γεωργίας δεν δεχθή να εφαρμόση την γνωμάτευσιν των υγεινολόγων θα αναγκασθούν να εμποδίσουν οι ίδιοι δια της βίας την σποράν ορύζης”.
Σε διαβήματα προχωρούν και οι επαγγελματίες: “Τον επαγγελματικόν κόσμον της γείτονος Μεσσήνης απασχολεί ζωηρώς τον τελευταίον καιρόν το ζήτημα των ορυζοφυτειών το οποίον παρ΄όλας τας παραστάσεις και διαβήματά των δεν φαίνεται να προχωρούν προς την οδόν της διευθετήσεώς του το αρμόδιον υπουργείον, προς το οποίον προσέφυγον οι επαγγελματίες της Μεσσήνης και σχεδόν σύμπασα η κωμόπολις, δι΄εγγράφου του εγνώρισεν ότι το ζήτημα τούτο χρήζει ευρυτέρας μελέτης, καθόν, εν περιπτώσει λήψεως διαταγής, η οποία να απαγορεύη την ορυζοκαλλιέργειαν εις τόσων μέτρων ακτίνα από τη ςκωμοπόλεως θα έβλαπτε τα συμφέροντα των καλλιεργητών ορύζης οι οποίοι εν τοιαύτη περιπτώσει θα εζήτουν αποζημίωσιν από το δημόσιον […] Η ελονοσία κατά το παρελθόν έτος έκαμε θραύσιν, την εποχή αυτή αρχίζει να εξαπλούται εις ευρείαν κλίμακαν εις τρόπον ώστε να απειλείται αυτή αύτη η ζωή των κατοίκων. Επικειμένου του θέρους, ο εκ της ελονοσίας κίνδυνος καθίσταται επί μάλλον και μάλλον τρομακτικώτερος. Εντεύθεν δε η κορύφωσις της αγανακτήσεως των κατοίκων της γείτονος”.
Μετά από αυτά συγκαλείται σύσκεψη στη Μεσσήνη και αποφασίζεται ο περιορισμός της ορυζοκαλλιέργειας: “Προχθές 2αν Μαΐου, συνήλθον εις την γείτονα Μεσσήνης οι αποτελούντες την συσταθείσαν υπό της Νομαρχίας Επιτροπήν προς καθορισμόν της εκτάσεως προς ορυζοκαλλιέργειαν κ. κ. Χ. Αδαμόπουλος Νομίατρος, Β. Πουλόπουλος αναπληρωτής Επιθεωρητής του υπουργείου Γεωργίας και Γεν. Γαρδίκης προϊστάμενος Γεωργικής Υπηρεσίας Μεσσηνίας οίτινες κατόπιν επιτοπίου εξετάσεως των υδραυλικών, εδαφολογικών και υγιεινών συνθηκών των περιφερειών Μεσσήνης, Μαυροματίου, Μικρομάνης, απεφάνθηκαν ότι κατά την τρέχουσαν γεωργικήν περίοδον θα επιτραπεί η καλλιέργεια της ορύζης εις εν μόνον τμήμα ευρισκόμενον μεταξύ ανατολικής όχθης του ποταμού Παμίσου, σιδηροδρομικής γραμμής Μεσσήνης-Καλαμών, παραποτάμου Λυγδού και θαλασσίας ακτής. Ο εκ των μελών της ως άνω επιτροπής κ. Β. Πουλόπουλος επρότεινε όπως επιπλέον επιτραπεί η καλλιέργεια της ορύζης και εις την συνορευομένην με την ανωτέρω έκτασιν προς βορρά (περιφέρεια Μικρομάνης). Πλην όμως αύτη δεν εγένετο δεκτή από τους κ. κ. Αδαμόποιυλον κακι Γαρδίκην. Εεπιδή το τοιούτον θα εξήγειρε τους κατοίκους της Μικρομάνης οίτονες εδήλωσαν ρητώς ότι επ’ ουδενί λόγω θα επιτρέψουν την καλλιέργειαν ορύζης εις την περιφέρειάν των”.
Οι αποφάσεις προκαλούν αντιδράσεις και οι κάτοικοι προσφεύγουν σε ιατρικές γνωματεύσεις μεταξύ των οποίων και αυτής του Νησιώτη σπουδαίου φυματιολόγου Οικονομόπουλου: “Οι εδώ κάτοικοι πληροφορηθέντες τας αποφάσεις της συσταθείσης επιτροπής δια την εξέτασιν του ζητήματος της ορυζοκαλλιέργειας επιτροπής, διατελούν εις ζωηράν αγανάκτησιν καθόσπον φρονούν ότι δια των μέτρων τα οποία αύτη υποδεικνύει δεν πρόκειται να αποφευχθεί ο κίνδυνος της ομαδικής ελονοσίας από την οποίαν πάσχει ο πληθυσμός μας. Και τούτο διότι υπάρχουν επιστή,ονες και ειδικοί ελονοσολόγοι, και ο διαπρεπής συμπατριώτης φυματιολόγος κ. Οικονομόπουλος υποστηρίζοντες ότι η ελαιοκαλλιέργεια ή θα πρέπει να εκλείψει εντελώς από την Μεσσήνην ή να επιτραπεί εις μεγάλην ακτίναν, τουλάχιστον 2 χιλιομέτρων εκείθεν της κωμοπόλεως, καθόσον εν εναντία περιπτώσει ο κίνδυνος της ελονοσίας θα εξακολουθή να υφίσταται”
Τον Ιούνιο γίνεται νέα σύσκεψη στην οποία παίρνουν μέρος και κάτοικοι και καλλιεργητές που όπως είναι φυσικό αντιδικούν: “Ολίγον προς της μεσημβρίας έλαβε χώραν μακρά σύσκεψις εις το Νομαρχιακόν κατάστημα υπό την προεδρίαν του Νομάρχου Μεσσηνίας κ. Σπηλιωτοπούλου σχετικώς με το ζήτημα της ορυζοκαλλιέργειας Μεσσήνης και Πιπερίτσης. Η σύσκεψις διήρκεσεν μέχρι της 1.30’ μ. μ. μετέσχον δε αυτής ο Διευθυντής της Νομαρχίας κ. Διδάχος, ο Νομίατρος κ. Αδαμόπουλος, ο Διοικητής Χωροφυλακής κ. Παπαευσταθίου, ο Νομογεωπόνος κ. Γαρδίκης, ο Νομομηχανικός κ. Ζίζηκας, ο μηχανικός κ. Κωνσταντίνου, ο Γερουσιαστής Μεσσήνης κ. Εμμ. Φεσσάς, ο Πρόεδρος της Κονότητος Μεσσήνης κ. Ποτηρόπουλος, αντιπρόσωπος της Κοινότητος Πιπερίτσης και οι ενδιαφερόμενοι ορυζοκαλλιεργηταί.
Κατά την ανωτέρω σύσκεψιν εξητάσθη το όλον ζήτημα της ορυζοκαλλιέργειας εξετέθησαν δε αι απόψεις τόσον των κατοίκων των ελονοσούντων περιφερειών εκ της ορυζοκαλλιεργείας, όσον και των λοιπών ενδιαφερομένων. Το ζήτημα εξητάσθη κυρίως από της πλευράς της υγείας των κατοίκων Μεσσήνης και Πιπερίτσης οι οποίοι σήμερον μαστίζονται κυριολεκτικώς υπό της ελονοσίας. Η πλειονότητς των συσκεφθέντων ετάχθη υπέρ της απαγορεύσεως της ορυζοκαλλιεργείας εις τας πέριξ της Μεσσήνης και Πιπερίτσης εκτάσεις.
Οι παρευρεθέντες κατά την σύσκεψιν ορυζοκαλλιεργηταί υπέβαλλον εις την επιτροπήν αίτησιν δια της οποίας ζητούν όπως εξαιρετικώς δι’ εφέτος τους επιτραπή η καλλιέργεια ορύζης εις ωρισμένας εκτάσεις δεδομένου ότι δεν έλαβον εγκαίρως γνώσιν της απαγορεύσεως και υπεβλήθησαν εις πολλάς δαπάνας. Οι συσκεφθέντες επεφυλάχθηαν να λάβουν οριστικώς αποφάσεις αφού προηγουμένως βεβαιωθούν ότι υπό των ορυζοκαλλιεργητών θα τηρηθούν οι σχετικοί όροι υγιεινής και θα ληφθοπύν προληπτικά μέτρα προς περιστολήν της ελονοσίας”.
Ποι απαγορεύσεις που έχουν τεθεί παραβιάζονται και οι καλλιεργητές οδηγούνται στο αυτόφωρο: “Είναι γνωστόν ότι δια την ορυζοκαλλιέργειαν διετυπώθησαν και εκ μέρους των ορυζοκαλλιεργητών και εκ μέρους των κατοίκων των ενδιαφερομένων κοινοτήτων απόψεις εντελώς αντίθετοι, διότι οι μεν φρονούν ότι η ορυζοκαλλιέργεια υποβοηθεί την ανάπτυξιν των ελωδών πυρετών, οι δε ισχυρίζονται ότι οι πυρετοί οφείλονται εις τα γειτνιάζοντα έλη και όχις εις τους ορυζώνας, οίτινες προϋποθέτουν ρέοντα ύδατα. Αι αρμόδιαι αρχαί ως ωρισμένας εδαφικάς εκτάσεις γειτνιαζούσας προς Μεσσήνην απηγόρευσαν πάσαν καλλιέργειαν. Παρά την απαγορευτικήν ταύτην διαταγήν αι εδαφικαί εκείναι εκτάσεις εσπάρησαν και εξακολουθούν σπειρόμεναι. Ολι παραβάται εισάγονται εις το αυτόφωρον και τιμωρούνται. Και τώρα γεννάται το ζήτημα: Τι θα γείνει; Θα εξακολουθήσει η διάστασις αύτη των γνωμών;”
Τον Αύγουστο του 1934 ψηφίζεται νόμος που προβλέπει βαριές ποινές σε όσους καλλιεργούν ρύζι χωρίς άδεια ειδικά στις περιοχές που πλήττονται από ελονοσία: “Ο καλλιεργών παρά την απαγόρευσιν και τας υποδείξεις της Γεωργικής Υπηρεσίας ωα και εκείνος δια λογαριασμόν του οποίου γίνεται η καλλιέργεια ή ο παραλείπων να υποβάλη την δήλωσιν τιμωρείται κατ’ έγκλησον του αρμοδίου Προϊσταμένου Γεωργίας υπό του κατά Νόμον αρμοδίου Δικαστηρίου δια προστίμου πέντε χιλιάδων μέχρι δέκα πέντε χιλιάδων δραχμών, εν υποτροπή δε μέχρι του διπλασίου της χρηματικής ταύτης ποινής […] Δι ατας ωα άνω παραβάσεις δύναται να διαταχθή και η καταστροφή εν μέρει ή εν όλω της φυτείας ορύζης εφ’ όσον επιτροπή αποτελούμενη εξ ενός γεωπόνου, ενός ιατρού ελονοσολόγου ή ενός μηχανικού μετ’ επιτόπιον έρευναν αποφανθή ότι η διατήρησις της φυτείας μετά τας ως άνω παραβάσεις υπάρχει κίνδυνος εντάσεως ή επεκτάσεως της ελονοσίας εις την περί και την καλλιεργουμένην δι’ ορύζης έκτασιν περιοχήν. Η περί καταστροφής της φυτείας απόφασις εκτελείται υπό της οικείας αστυνομικής αρχής”.

ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΣΥΝΕΧΕΣ

Παρ’ όλα αυτά το πρόβλημα δεν λύνεται και η αθηναϊκή εφημερίδα “Πατρίς” πληροφορούσε τον Ιούλιο του 1936: “Οι κάτοικοι προσβάλλονται κάθε χρόνο 100% από την ελονοσία. Εις την Μεσσήνην δεν υπάρχει κάτοικος που να μην προσεβλήθη από ελονοσία. Το σοβαρόν τούτο ζήτημα υπήρξεν αφορμή κατά το παρελθόν, να κινητοποιηθούν αι υγειονομικαί αρχαί και να γίνουν αλλεπάλληλοι συσκέψεις των “αρμοδίων” προς θεραπείαν του κακού και την απαλλαγήν των Μεσσηνίων από της μάστογος της ελονοσίας που έκαμεν αληθή θραύσιν εις την ύπαιθρον. Διεπιστώθη τότε όλτι η ελονοσία ωφείλετο εις την ύπαρξιν αφ΄ενός διαφόρων ελών και εις την ορυζοκαλλιέργειαν αφ΄ετέρου η ποία εγένετο εις ευρείαν κλίμακαν και εις εκτάσεις βαλτώδεις πλησίον των πόλεων και των χωρίων ευρισκομένας. Δια να καταπολεμηθή η νόσος αποτελεσματικά εκρίθη ότι έπρεπε να περιορισθή εις το ελάχιστον δυνατόν όριον η καλλιέργεια της ορύζης και να εκτελεσθούν τα ταχύτερον τα αποξηραντικά έργα δια να εξαλειφθοπύν τα έλη και να εκκαθαρισθή η “κοιλάς του θανάτου” όπως πολύ χαρακτηριστικά λέγεται η κοιλάς του Παμίσου”.
Την άνοιξη του 1937 ο υπουργός Γεωργίας της κυβέρνησης Μεταξά Γ. Κυριακός διαβεβαιώνει ότι δεν φταίει η ορυζοκαλλιέργεια για την ελονοσία: “Ουδέν τούτου ανακριβέστερον. Οταν πρότινος χρόνου εγεννήθη το ζήτημα τούτο εις την Ακαδημίαν, εγένετο τη εισηγήση μου παραδεκτλον, ότι η ορυζοικαλλιέργεια δεν αυξάνει την ελονοσίαν, αρκεί μόνον να υπάρχη συνεχής ροή υδάτων επί των καλλιεργουμένων εκτάσεων […] Η ελονοσία προκαλείται από τα λιμνάζοντα ύδατα εις τα πρόθυρα της πόλης, από το μη άνοιγμα των χανδάκων και από την παντελή έλλειψιν αστυνομίας υδάτων”.
Ανάλογες διαβεβαιώσεις επαναλάμβάνονται το 1938 αλλά η ελονοσία… δεν υποχωρεί.

ΜΕ ΝΤΙ ΝΤΙ ΤΙ

Παρά τα εγγειοβελτιωτικά που έγιναν, η κατάσταση δεν άλλαξε και η ελονοσία “θέριζε” την περιοχή. Αλλά η καλλιέργεια επεκτεινόταν διαρκώς καθώς αποτελούσε πλέον πηγή ζωής για την πόλη. Και τον Απρίλιο του 1946 ξεκίνησαν από την “Ούνρα” οι αεροψεκασμοί με ντι ντι τι που συνεχίστηκαν για χρόνια και περιόρισαν τους πληθυσμούς των κουνουπιών και την ελονοσία, σε συνδυασμό με την χρησιμοποίηση και νέων ανθελονοσιακών φαρμάκων…

Την πρωίαν της Κυριακής έγιναν εν πάσει επισημότητι εις το αεροδρόμιον Ναζηρίου, τα εγκαίνια της εργασίας δια τον αεροπορικόν ραντισμόν των ελωδών περιοχών της Νοτίου Πελοποννήσου με ντι-ντι το οποίον καταστρέφει τας ελονοσογόνους εστίας […] Μετά την τέλεσιν του αγιασμού εγένετο επίδειξις υπό του πιλότου του αεροπλάνου της “Ούνρα” της όλης λειτουργίας του μηχανήματος ραντισμού. Από χθες το αεροπλάνον ήρχισε κανονικώς τας πτήσεις του δια τον ψεκασμόν με ντι-ντι των ελών της Μεσσηνίας”.

Προβολή Σχολίων