Μέμος Παναγιωτόπουλος, 1950

21-3-2022
Με τις… παγκόσμιες ημέρες δεν τα πάω καλά, κάποια πράγματα πρέπει να “γιορτάζουν” πάντα, πλην όμως καθόσον σήμερα είναι της “ποίησης” και μπήκα στον πειρασμό να αναφερθώ σε ένα σπουδαίο πνευματικό άνθρωπο τον οποίο έχουν ξεχάσει η γενέθλια πόλη και οι άνθρωποι που με πραγματικό ενδιαφέρον ασχολούνται με τα όσα αφορούν στους σπουδαίους δημιουργούς της. Σπουδαία ποιήτρια η Κική Δημουλά με μακρινή καταγωγή από το Νησί, από τους κορυφαίους ποιητές της γενιάς του ο παιδιόθεν φίλος Γιώργος Μαρκόπουλος.
Αλλά υπάρχει και ένας “άγνωστος”: Αναφέρομαι στο Μέμο Παναγιωτόπουλο, έναν άνθρωπο με σημαντική αντιστασιακή δράση στην κατοχή, ποιητή, θεατρικό συγγραφέα και ανθολόγο που έφυγε νωρίς. Οταν ήμουν πιτσιρικάς είχα ακούσει το όνομά του από τον πατέρα μου, καθώς συζητιόταν στις παρέες των αριστερών. Αλλωστε είχε γράψει τον πρόλογο στην ιστορική έκδοση “Στ άρματα, στ άρματα”. Αν δεν με γελάει η μνήμη μου από τις αφηγήσεις των παλαιότερων, το σπίτι όπου έμεναν εκείνα τα χρόνια και συγγενείς του, πρέπει να ήταν στη δυτική πλευρά της Καπετάν Κρόμπα, λίγο νοτιότερα από το παλιό Ταμείο.
Ο Μέμος (από το Αγαμέμνονας) Παναγιωτόπουλος, γεννήθηκε στο Νησί το 1925.
Εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ και αναδείχθηκε σε μέλος του Νομαρχιακού Συμβουλίου της οργάνωσης, στην οποία ορίστηκε ως υπεύθυνος Τύπου. Για την αντιστασιακή του δράση “αμείφθηκε” με εξορία στη Μακρόνησο μέχρι το 1950 και στον Αηστράτη μέχρι το 1956.
Η πρώτη ποιητική συλλογή είναι “Εκεί που καλημέρισα τον ήλιο”.
Ακολουθεί η δεύτερη ποιητική συλλογή το 1959 “Πάρε με μαζί σου Ιβάν”.
Δουλεύει ακατάπαυστα σε περιοδικά και εφημερίδες, κάνει διορθώσεις κειμένων, μεταφράζει, επιμελείται εκδόσεις (όπως η δεκάτομη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια), δημοσιογράφος στην “Αυγή” προσπαθεί σε δύσκολα χρόνια να βιοποριστεί με κάθε τρόπο.
Και εργάζεται για το όνειρο που είχε, την Ποιητική Ανθολογία, που αποτελεί και ένα από τα σημαντικά του έργα.
Το 1974 κυκλοφορούν τα “Μικρά και αγαπημένα”, τα “Πέντε τραγούδια” και το θεατρικό “Συνάντηση στη γέφυρα”.
Πέθανε σε ηλικία μόλος 51 χρονών, στις 27 Απρίλη του 1976.
“Πέφτωντας, πέφτωντας η νύχτα ακούμπησε
και περιμένει κάτι απ’ τον αγέρα και το φως
Είταν ψηλή κι ήταν ορθή, περίμενε… θα περιμένει…
Είταν ωραία για καϋμούς κι’ ήταν μικρή για φόβο..
Κι’ είταν η αιώνια αναμονή νυμφίου μεσ την Ανοιξη
γερού, φωτοπερίχυτο νυμφίου αγριελιάς στεφάνι
του αγωνιστή νυμφίου ακατάχτητη κατάχτηση
του αγωνιστή νυμφίου το ύψος, ο παλμός η μέρα και η νύχτα.
Κι είταν ωραία για καημούς κι είταν μικρή για φόβους”
Από τον “Απρίλη πούρχεται”.
Στη φωτογραφία στο κέντρο ο Μέμος Παναγιωτόπουλος στο “Σύρμα¨ του ΑΕΤΟ στη Μακρόνησο το 1950
τον «συνάντησα» στον Άη Στράτη, το 2018, στο Μουσείο Αντίστασης εις μνήμην. Δεν τον ήξερα, μετά θυμήθηκα ότι αχνά άκουγα το όνομα από δικούς μου και μού το ενίσχυσε ο σχεδόν εννενηντάχρονος θείος μου. Συνέδεσα αμέσως την καταγωγή. τον «συνάντησα» στον Άη Στράτη, το 2018, στο Μουσείο Αντίστασης εις μνήμην. Δεν τον ήξερα, μετά θυμήθηκα ότι αχνά άκουγα το όνομα από δικούς μου και μού το ενίσχυσε ο σχεδόν εννενηντάχρονος θείος μου. Συνέδεσα αμέσως την καταγωγή. Τον Γιωργάκη, όμως, όπως λέω τον Μαρκόπουλο, τον γνώρισα και τον αγαπώ πολύ

Κωνσταντίνος Κωστέας

Αγαπώ πολύ το συγκλονιστικό ποίημα «Ντουφεκίζονται». Γενικώς, ο ποιητής χρήζει μελέτης.

 Ηλίας Μπιτσάνης

Με την ευκαιρία, το ποίημα στο οποίο αναφέρθηκε σε προηγούμενο σχόλιο ο Κωνσταντίνος
«Ντουφεκίζονται»
Κάποιαν αβγούλα, έτσι
Η καπνεργάτρια η Μαρία
Ντουφεκίστηκε.
Μια ημερομηνία σ’ έναν τοίχο,
Τίποτ’ άλλο.
Μόνο
Στο κατώφλι της αθανασίας
Δε θα ξεχάσει.
Να χαιρετίσει.
Την ίδια μέρα εκτελέστηκε
κι ο τορναδόρος ο Θανάσης.
Δεν ήξερε καθόλου γράμματα.
Χάραξε στον τοίχο
Έναν ήλιο.
Ο Νίκος, ο λιμενεργάτης.
Έγραψε γράμμα
«Μανούλα γεια σου
Τώρα έχεις χιλιάδες παιδιά.»
Ο γιατρός έγραψε στους αρρώστους του
«Για να μην υπάρχει αρρώστια.»
Ο δάσκαλος χαμογέλασε,
Ο ζωγράφος ζωγράφισε το χαμόγελο,
Ο αγρότης άφησε μιαν εφκή
Για τη γη του,
Ο ψαράς
Κούνησε τα χέρια του
Όπως πλέκεται το δίχτυ.
Κάποιαν αβγούλα, έτσι,
Ο ρολογάς σταμάτησε το ρολόι,
Ο ταχυδρόμος σφράγισε την ώρα και το λεφτό,
Ο μεταλλωρύχος
Βρήκε χρυσάφι στα στήθια του,
Ο τσομπάνος
Σφύριξε το τραγούδι του ρυακιού
Κι ένοιωσε ψηλός
Σαν το ψηλότερο έλατο,
Σαν το πιο αψηλότερο πλατάνι.
Όλοι χαμογελούσαν.
Όλοι χαιρέτισαν όρθιοι.
Κάποιαν αβγούλα
Ο σοφός
σημείωσε στη διαθήκη του:
«Γράφουμε
Το πιο μεγάλο
Βιβλίο»
Όλα
στο μαυσωλείο
των τοίχων.
Όλα
Στο κρύσταλλο
των ματιών.
Ντουφεκίζονται. Ντουφεκίζονται. Ντουφεκίζονται.
Σ’ όλη την πατρίδα
Σ’ όλο τον κόσμο
Όλα τα πρωινά.

 Αλέξης Ζορμπάς

Σου θυμίζω Ηλία ότι ο Μέμος ήταν ο συντονιστής στην αντιστασιακή εφημερίδα ΕΑΜΙΚΑ ΝΕΑ που βγάζαμε με μια παμπάλαια γραφομηχανή και έναν ξύλινο πολύγραφο, στο Νησί το 43-44., σε ένα καλυβάκι, κοντά στον Πάμισο.. Ήταν και καθοδηγητής μας στα Αετόπουλα. Με ένα αδύνατο, κοντό, κορμάκι, με μια πολύ ψιλή φωνή και μονίμως δακρυσμένα μάτια. Κι όμως.. Φάνταζε ήρωας. Μεγάλη ψυχή.. Όταν, μετά τη Βάρκιζα, βρεθήκαμε στις φυλακές του Ζέρβα, στην Καλαμάτα, μας έκανε μάθημα για το 1821.. Αυτός μας έμαθε ότι και τον Κολοκοτρώνη οι Έλληνες τον έβαλαν στη φυλακή..

Νίκος Α. Νικολόπουλος

Μπράβο σου, Ηλία για τις συχνές μνήμες που ανασαλεύεις και καταθέτεις για τόπους και ανθρώπους της «Μικρής μας πατρίδας».
Τον Μέμο τον γνώρισα το 1974-’75 (😉 στα γραφεία της εγκυκλοπαίδειας «ΥΔΡΙΑ» (Ακαδημίας & Θεμιστοκλέους), που ετοίμαζε «προς έκδοσιν» ο Σταύρος Ταβουλάρης, απολυμένος δάσκαλος από τη Σαϊδόνα.
Εγώ συνεργαζόμουν στις (κατ’ οίκον) διορθώσεις παιδαγωγικών λημμάτων και ο Μέμος στη γραφή και επιμέλεια των λογοτεχνικών και ιδιαίτερα των ποιητικών κειμένων (με αμοιβή κατά 16σέλιδο).
Συντονιστής μας ήταν ο Περικλής Ροδάκης, παλαίμαχος γραφιάς και μαχητής του έντεχνου λόγου, & τέχνης κι αυτός. .
Το σωματότυπό του Μέμου «αποδίδει» εύστοχα ο Αλέξης Ζορμπάς.
Το μυαλό, η πένα, ο λόγος και η ματιά του όμως ήταν γοητευτικά. . .
Ο τρόπος εργασίας και η διαφορά της ηλικίας μας (΄σωςμας δεν μας έδωσε ευκαιρίες στενότερης επικοινωνίας.
Κέρδος σε μένα όμως, απ’ αυτή τη δημιουργική συνάφεια, έμεινε η κοινή πατρίδα, οι μαρτυρίες τους για την κατοχική και μετα-κατοχική περίοδο, και οι δυο πρώτοι τόμοι της ποιητικής Ανθολογίας του Μέμου, που μαζί μ’ εκείνη τού Μιχάλη Περάνθη, με συντρόφεψαν και με στήριξαν μέχρι σήμερα.
Προβολή Σχολίων