Το «πρώτο κουδούνι», 1965
Ηλίας Μπιτσάνης
«Πρώτο κουδούνι» το είπαν κάποια στιγμή και καθιερώθηκε. Βλέπετε η επικοινωνία απαιτεί ατάκες και τελετές. Αγιασμοί, επίσημοι, λογίδρια, ανακοίνωση προγράμματος για την έναρξη λες και τα σχολεία δεν μπορούν να ανοίξουν μόνα τους. Χρειάζονται την επιφοίτηση θεών, αγίων και πολιτικών παραγόντων για να μάθουν τα παιδιά γραφή και ανάγνωση. Και τους γονείς να τα πηγαινοφέρνουν στο σχολειό σε μια κοινωνία τεχνητής ή πραγματικής ανασφάλειας που παντού γύρω βλέπουμε εχθρούς και κινδύνους με τα παιδιά απαίδευτα στην κοινωνική ζούγκλα. Τροποποιημένο φέτος το σκηνικό της πανδημίας, οι αγιασμοί στις τάξεις και με… τη σειρά, είναι και του Σταυρού, οι τελευταίοι θα φύγουν το μεσημεράκι περιμένοντας τον παπά. Οι επίσημοι δεν έχουν ανακοινώσει ακόμη πως θα κάνουν αισθητή την παρουσία τους, αλλά κάτι θα κάνουν και αυτοί για να πάει καλά η χρονιά. Και ας είναι οι μαθητές σερδελληδών στις τάξεις, και ας λείπουν καθαρίστριες, και ας λείπουν μέσα ατομικής προστασίας. Για όλα υπάρχει έτοιμη η δικαιολογία για να σερβιριστεί από τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης που εξακολουθούν να φέρουν την ιδιότητα του “δημοσιογράφου”. Με την ευχή να πάνε όλα καλά ας ξορκίσουμε την απειλή, άπαντες προσέρχονται “μετά φόβου”, οι πρώτες ιώσεις ήδη αρχίζουν να τεστάρουν την ικανότητα διαχείρισης της υγειονομικής κρίσης.
Μεγάλη η εισαγωγή αλλά ήθελα να γράψω για τα δικά μας χρόνια. Κάποτε η έναρξη της σχολικής χρονιάς «μύριζε» φθινοπωρινή χωματίλα, πρωτοβρόχια γαρ και ακόμη και στις πόλεις υπήρχε… χώμα. Μια υπέροχη αίσθηση, την απολαμβάνω και σήμερα στα… ημιορεινά ως μνήμη ζωής στην έναρξη ενός κύκλου, της πραγματικής νέας χρονιάς. Γιατί όλα τώρα αρχίζουν μετά από μια παύση μικρότερη ή μεγαλύτερη ανάλογα με τα επαγγέλματα και τις ενασχολήσεις. Που δεν περιλαμβάνουν εργάτες και αγρότες τους οποίους προστάζει η δουλειά. Κινάγαμε μόνοι μας για το «πρώτο κουδούνι»με το κοντοπαντέλονο και τη σάκα. Από πέτσινες οι έχοντες μέχρι… ταγάρια οι φτωχότεροι. Το κοντοπαντέλονο κράταγε μέχρι και το γυμνάσιο όχι ως… καλοκαιρινή ένδυση αλλά ως οικονομικότερον μετρούμενο με πήχες υφάσματος. Και τα κορίτσια ποδιά, μέχρι… τέλους. Ομοιόμορφον, διαχρονικόν και φθηνόν το ένδυμα. Η ρουτίνα μας άλλαζε, άλλωστε οι περισσότεροι βρισκόμασταν στους δρόμους το καλοκαίρι, που να χαθούμε, φέρναμε βόλτα την πόλη για πλάκα. Με πάθος και χωρίς… φόβο, αδύνατον να χαθείς και χωρίς κινδύνους αρκεί να πρόσεχες τα κάρα (εκ του καρ που δεν πολυκυκλοφορούσε, κάτι σαν αξιοθέατο ήταν το αυτοκίνητο στους δρόμους). Χώναμε τα αναγνωστικά, τις αριθμητικές, τις ιστορίες και τις γεωγραφίες στην τσάντα και παίρναμε οδηγίες για τετράδια και μολύβια, δεν υπήρχε η πολυτέλεια του… πάρε νάχεις.
Οι προμήθειες σχολικών από το μπάρμπα Βασίλη Χρονόπουλο, ήταν και σχετικά κοντινός συγγενής. Από δίπλα ο Γιώργης ο Χαρλέπας με το στιλβωτήριο και τα λαχεία, μόνιμος πελάτης ο πατέρας μου, υπάλληλος και το πατούμενο έπρεπε να είναι στην τρίχα εκείνη την εποχή. Στα μεγαλύτερα χρόνια έγινα πελάτης του Μοσχοβίτη, ήταν ο μόνος που έφερνε λογοτεχνικά βιβλία, Παπαδιαμάντης, Καρκαβίτσας και πολλοί άλλοι, διάβαζα μανιωδώς διακοπές και καλοκαίρια. Κάποια στιγμή ο πατέρας στην μικρή «άνοιξη» πριν το 1967 πήρε από πλασιέ μια ολόκληρη σειρά με Καζαντζάκη, εκεί ήταν που του… έδινα και καταλάβαινε. Μαζί με την ιστορία της αντίστασης του Παπαστεριόπουλου σε τεύχη, εξαφανίστηκαν για λόγους ασφαλείας μετά το πραξικόπημα. Μεγάλες παρενθέσεις, αναγκαίες για την αποτύπωση του κλίματος μιας ταραγμένης μετεμφυλιακής εποχής.
Στην πρώτη το σχολειό ήταν ακριβώς απέναντι, πήγα στο 4ο Δημοτικό στην κρεμάλα. Στο παλιό σπίτι του γιατρού Μουρίκη που πέθανε στη μεγάλη επιδημία της σπανιόλας γρίπης το 1918 και την άλλη ημέρα η αδερφή του. Το κληροδότησε στον Αγιοδημήτρη, στα χρόνια μου το καλοκαίρι το ισόγειο ήταν αποθήκη συγκέντρωσης σταριού της Ενωσης.
Τις άλλες τάξεις πήγα στο… διακτινισμένο 3ο Δημοτικό. Ενα κεντρικό.. χαράπατο ως βάση (απλωμένο από την Αριστομένους μέχρι την Κορδιγκτώνος) στο οποίο πήγα πέμπτη και έκτη, η αποθήκη της Μιχαλόπλαινας (ένα ωραίο πέτρινο κτήριο στο οποίο κατά πως θρυλείται έμειναν βασιλιάδες) στο ποίο πήγα από τη δευτέρα μέχρι την τετάρτη και κάτι πλήθινα ανάμεσα στα δυό αυτά σημεία στα οποία δεν… ευτύχησα να πάω καμία χρονιά. Κάποια στιγμή αποφάσισαν να μας φτιάξουν νέο σχολείο και μας χάλασαν το γήπεδο που βρισκόταν ακριβώς νότια από το «Τιτάνια». Ανοιξαν θεμέλια, γλινότοπος, ένα χειμώνα κόντεψα να πνιγώ καθώς γλίστρισα και έπεσα στο όρυγμα που έχασκε. Γιατί άλλαξαν τα σχέδια, ξανάγινε γήπεδο χωρίς όμως τις ακακίες (οι ευκάλυπτοι των παλιών φωτογραφιών του μεσοπολέμου είχαν πάει περίπατο πριν από πολλά χρόνια), το σημερινό πάρκινγκ. Την ίδια εποχή μεταφέρθηκε το Γυμνάσιο, μπαίναμε στο παλιό κτήριο ακριβώς ανατολικά του «Τιτάνια» και περιεργαζόμασταν αυτά που είχαν μείνει. Και… χεστήκαμε πάνω μας όταν πέσαμε πάνω στο τεκμήριο της… ανθρωπολογίας, έναν… ανθρώπινο σκελετό, κουτρουβαλήσαμε τις σκάλες.
Και μετά πήγαμε στο νέο Γυμνάσιο που είχε τελειώσει, ένα τεράστιο κτήριο για τα δεδομένα της εποχής με ανάλογο προαύλιο που χρησιμοποιήθηκε ακόμη και για γήπεδο στο τοπικό πρωτάθλημα ένα φεγγάρι. Εκεί.. μάκρυνε το παντελόνι, βάρυναν οι τσάντες και φορτώθηκαν οι πλάτες. Ισως στα σημερινά παιδιά (αλλά και πολλούς από τους γονείς τους) θα φανεί παράξενο αλλά στο δημοτικό είχαμε σχολείο πρωί – απόγευμα. Ξημέρωμα πηγαίναμε, βασίλεμα γυρίζαμε πολλές ημέρες το χρόνο.
Και το Σάββατο για να μην ξεχνιόμαστε, το εξαήμερο κράτησε μέχρι τέλους γυμνασίου (και σημερινού λυκείου). Το απόγευμα γεωγραφία και χειροτεχνία. Για πολλά χρόνια δασκάλα η κυρά Αγγέλω, απίστευτη ιστορία, καμία σχέση με τους βλοσυρούς δασκάλους και και τις ραβδοφέρουσες δασκάλες της εποχής (η Τσόπελα σε πρώτη – δευτέρα και ο Ξανθέας σε πέμπτη – έκτη ήταν οι εξαιρέσεις στο κλίμα της εποχής). Με τα καλαμπούρια της, κομψοντυμένη με το καπελίνο της, οι ώρες της χαράς. Στη γεωγραφία… το είχα από το… «Ρολ» (ή κάποιο απορρυπαντικό τέλος πάντων). Μαζί με κάθε κουτί υπήρχε και ένα πλαστικό ανάγλυφο για ηπείρους και χώρες, ολόκληρη συλλογή υπήρχε στο σπίτι. Στο 3ο Δημοτικό μου είχε κάνει τεράστια εντύπωση ένα μεγάλο «τραπέζι» στο οποίο υπήρχε μια διαμόρφωση του ανάγλυφου που έδειχνε βουνά, πεδιάδες, ποτάμια, ρέματα, δρόμους, πόλεις κλπ. Και από χειροτεχνία ειδικά τετράδια που «πλέκαμε» χαρτάκια πολύχρωμα κάνοντας σχέδια. Και μια σέγα, πριονάκια, κόντρα πλακέ και δώστου να γίνουμε καλλιτέχνες ξυλουργοί. Οσον αφορά τις παιδαγωγικές μεθόδους, κατακέφαλα, σκαμπίλια και η λούρα. Στην τρίτη (ίσως και τετάρτη) πρέπει να ήταν όταν ένα κτήνος δάσκαλος μας βρήκε στο δρόμο όταν το απόγευμα χτύπησε το κουδούνι από το διάλειμμα γιατί κάτι πολύ μεγαλύτεροι είχαν κόψει τσικουνίδες και μας βάραγαν στα γυμνά πόδια ένεκα το κοντοπαντέλονο. Από 40 λουριές σε κάθε χέρι, ήρθαν και πρήστηκαν, ο πατέρας μου κόντεψε να τον λαιμώσει την άλλη μέρα.
Σκόρπιες μνήμες, την εποχή που το φθινόπωρο μύριζε φύση. Και το σχολείο με τους καταναγκασμούς του ήταν τόπος συνάντησης και αλληλεγγύης στα δύσκολα χωρίς ανταγωνισμούς, χωρίς τους γονείς «μάνατζερ» των παιδιών και με πολλούς ανεκτικούς ακόμη και στο ξυλοκόπημα ως μέθοδο φρονηματισμού.
Καλή σχολική χρονιά, υγεία πάνω απ’ όλα, ας πάρουν όλοι τα μέτρα τους και ας απαιτήσουν τα αναγκαία για να “κυλήσει” η δύσκολη περίοδος χωρίς σοβαρά προβλήματα και κλεισίματα σχολείων…
[Μπόμπιρες στη δευτέρα δημοτικού με την δασκάλα , στο “παράρτημα” του 3ου Δημοτικού Μεσσήνη που λειτουργούσε στο ισόγειο – αποθήκη του ιστορικού κτηρίου της Μιχαλόπλαινας και το οποίο κατεδαφίστηκε]
