Πάσχα, 1977

Πάσχα επιστροφής κάναμε κάτι λίγα χρόνια όταν ήμασταν φοιτητές.
Συνήθως ηλιόλουστες μέρες και το Μεγάλο Σάββατο οι περισσότεροι είχαμε γυρίσει στα πάτρια και τριγυρνούσαμε γύρω από την πλατεία.
Δυό βήματα από εκεί μέναμε, στου Νίκου Κουρή, στην αρχή της Σταδίου.
Μενού ημέρας πάντα χταπόδι με κοφτό μακαρονάκι κοκκινιστό καθόσον νηστεία.
Χταπόδι αποξηραμένο, που να βρεθούν φρέσκα και κατεψυγμένα τότε. Τόφερνε ο πατέρας από τους Τσερπαίους (συνήθως ψώνιζε από το μαγαζί που ήταν στη Φεσσά) και το μούλιαζε η μάνα αποβραδίς για να φουσκώσει. Το χταπόδι το καταλάβαινα λόγω νηστείας, γιατί όμως με κοφτό μακαρονάκι δεν κατάλαβε ποτέ και εδώ που τα λέμε, ούτε και ενδιέφερε. Λιχουδιά το χταπόδι, μια-δυό φορές το χρόνο στις νηστείες και με… το αναλογούν μέτρο για τις εποχές. Ισα να πάρει γεύση το ζυμαρικό και να νοστιμίσει. Πάντως εδώ που τα λέμε, αν εξαιρέσεις τα τεμάχια πλοκαμιών, προτιμούσαμε τις φρέσκες Νησιώτικες πατάτες με καμιά ελιά, στη ζούλα κόβαμε και κανένα κομμάτι τυρί για να στανιάρουμε.
Ούτως εχόντων των πραγμάτων, θα ήταν το 1977 αν θυμάμαι καλά, όταν η μάνα προετοίμαζε το χταποδάκι και με έστειλαν να πάρω ψωμί στου Καίσαρη, στο φούρνο απέναντι από το σημερινό. Είχε τελειώσει η πρώτη παρτίδα και μου είπαν πέρνα σε καμιά μισή ώρα. Οπότε την έκανα για πάρκο όπου βρήκα όλη σχεδόν την παλιοπαρέα: Αντωνάκος, Ηλιόπουλος, Κροντήρης, Πλατάρος, ίσως και κάποιοι άλλοι σε ένα τραπέζι και… άντε ούζα όσοι το πήγαιναν. Τι ούζο δηλαδή, νερό με ολίγον οινόπνευμα και… κανονική χρεώση. Από τους ποτοποιούς ζήταγε ο μαγαζάτορας τους… βαθμούς που ήθελε. Γεύση από… γλυκάνισο αλλά για να βαρέσει κεφάλι έπρεπε να πιείς ένα ντενεκέ. Ο μεζές νηστίσιμος και φτωχικός: Ενας-δυό γίγαντες με ξύδι και ολίγη από μαρουλόφυλλο. Κουβέντα την κουβέντα για τα νέα μας, χαβαλές με μπαλαφουμάδες σε καρέκλες με το πλαστικό νήμα έτοιμο να… λιώσει, χαβαλές και στο τέλος μαζεύτηκε ένα τραπεζάκι ποτηράκια, αυτά που λένε “σφηνάκια” τώρα. Ολίγον το οινόπνευμα του ούζου, πολλά τα ποτηράκια, ντίρλα, κάπου 3 ώρες στον κόσμο μας.
Χαιρετηθήκαμε, κόβω αζιμούθιο για το σπίτι, στα 100 μέτρα αλλά στην ευθεία έπρεπε να περάσω από 2-3 ανθισμένες ακακίες και να πηδήσω την περίφραξη καθόσον οι πόρτες ήταν στην απέναντι πλευρά. Οπότε βάρκα γιαλό φθάνω στο σπίτι, ανεβαίνω τη σκάλα… ανθοστόλιστος με τα κίτρινα λουλουδάκια της ακακίας, χτυπάω, ανοίγει ο πατέρας και μου ρίχνει ένα… ξέχεσμα καθόσον με έψαχναν και στο σπίτι περίμενε μαζί τους και η Βούλα ως… μέλλουσα νύφη για το μεσημεριανό φαγητό.
Πήρα τις ευθείες μου άνευ αντιρρήσεως, χτύπησα το χταποδάκι με το κοφτό μακαρονάκι και την έπεσα στο πρώτο κρεββάτι που βρήκα.
Ξύπνησα μετά την Ανάσταση για να απολαύσω τη μαγειρίτσα και να επιστρέψω στην… οριζοντίωση.
“Ηρωικές” εποχές…
[Κάτι φεγγάρια ήμασταν και άνευ μύστακος]
Προβολή Σχολίων