Ιστορίες του Αβραμιού. Τα κάρα. 1950

Δεν ξέρω αν ερχότανε και ο Φαρμάκης με το κάρο του παλιά στο Αβραμιού, εκεί γύρω στα 1950 αλλά και αργότερα, μέχρι τις αρχές τις δεκαετίας του 1960 . Μάλλον θα ‘ρχότανε και αυτός. Αφού ερχόντουσαν και Νησιώτες με τα κάρα τους στο χωριό ( Αβραμιού) μαζί με τους άλλους καραγωγείς και μετέφεραν ασκιά με μούστο από τους ληνούς του χωριού σε διάφορους προορισμούς.
Ερχότανε τότε και ο Καρμίρης με τα κάρα του στο χωριό . Εμβληματική φυσιογνωμία ο Καρμίρης. Ψηλός ξερακιανός, στο ένα χέρι κράταγε τη βίτσα και με το άλλο έστριβε τις μουστάκες του. Ερχόντουσαν και πολλοί Μανιάτες και φόρτωναν και αυτοί στα κάρα τους ασκιά με μούστο. Είχε πολλές σχέσεις τότε το χωριό με τη Μάνη.
Πολλοί Μανιάτες δούλευαν το καλοκαίρι στα κτήματα. Τον Αύγουστο οι ανάγκες σε εργατικά χέρια ήταν μεγάλες. Δεν έφταναν οι ντόπιοι. Πολλοί Μανιάτες ,άνδρες και γυναίκες ερχόντουσαν για μεροκάματο στο τρύγο και κάποιες γυναίκες Μανιάτισσες μαζεύανε σύκα με το μήνα σε μεγάλους συκoπαραγωγούς. Ακόμη και εκείνα τα πλατύγυρα ψάθινα καπέλα με τις χρωματιστή κορδέλα, οι Μανιάτισσες τα πουλάγανε στο χωριό. Περισσότερα νταραβέρια με τους Μανιάτες, είχε ο Δημητρακόπουλος, ο Γλάρος όπως τον έλεγαν τότε. Ο Μπάρμπα – Γιώργης ο Γλάρος είχε και χασάπικο. Πολλές φορές οι Μανιάτες φέρνανε με τα κάρα τους κατσίκια , καμιά φορά και μοσχάρια και παίρνανε μούστο.
Επαγγελματικά δούλευε το Ληνό του και ο Γέρο-Κόλλιας. Πούλαγε το μούστο αλλά γέμιζε και τα βαρέλια με κρασιά που τα εμπορευότανε. Είχε πολλά αμπέλια τότε το χωριό. Γινόταν όμως και μεγάλη κατανάλωση κρασιού. Σχεδόν όλοι βάζανε ένα βουτσί κρασί στο σπίτι τους. Κάποιους δεν τους έφτανε και αγοράζανε η πέρνανε δανικό για να βγάλουν τη χρονιά, χώρια εκείνο που πίνανε στις ταβέρνες του χωριού. Σε κάποιους άλλους περίσσευε και πουλάγανε. Οι πέντε – έξη ταβερνιάρηδες γεμίζανε τα βαρέλια τους και κάνανε χρυσές δουλειές. Τα σταφύλια τα πατάγανε στους ληνούς. Πάνω από δέκα πέτρινοι ληνοί ήταν μέσα στο χωριό και τρείς- τέσσερεις στα χτήματα. Οι άλλοι βολευόντουσαν με ξύλινους ληνούς που τους μετέφεραν με τα χέρια από σπίτι σε σπίτι, τους έστηναν πάνω στα τρίποδα, πατάγανε τα σταφύλια και ο μούστος έρρεε στα γανωμένα κακάβια και από εκεί έπαιρνε το δρόμο του για τα ξύλινα βαρέλια. Τα περισσότερα αμπέλια ήταν Φιλέρια. Ήταν όμως και κάποιοι μερακλήδες που είχανε Ροδίτες και Σαμιώτικο.
Το Σεπτέμβριο στο χωριό υπήρχε γενικός αναβρασμός. Τρύγος, αγωγιάτες ,ληνοί, τσιφυλιές, ,μούστος, κάρα, βαρέλια, πετιμέζι , μουσταλευριά και ένα σωρό άλλες εικόνες συνέθεταν ένα πολύχρωμο και πολύβουο πάζλ. Την εποχή του τρύγου των αμπελιών οι πιτσιρικάδες εκεί τη βγάζανε, γύρω στους ληνούς. Όλα είχαν ενδιαφέρον, αλλά περισσότερο τράβαγε την προσοχή τους , η τσιφυλιά και τα κάρα. Η τσιφυλιά επειδή έμοιαζε σαν προάγγελος της τεχνολογικής εξέλιξης και τα κάρα λόγω του μεγέθους του. Η τεχνολογία και ο μέγεθος πάντα εντυπωσιάζουν τα παιδιά. Τα διπλόκαρρα αυτά πράγματι ήταν μεγάλα ,αλλά μέσα στους στενούς δρόμους του χωριού και στα παιδικά μάτια φαίνονταν τεράστια. Και τα άλογα! Τι άλογα ήταν αυτά! Διπλάσια σε μέγεθος από τα δικά μας! Ο δάσκαλος μας έλεγε ότι ήταν Ουγγαρέζικα. Ο εφιάλτης των αλόγων αλλά και των καραγωγέων ήταν μια τσιμεντένια γυαλιστερή πλάκα στην ανηφόρα στο Πηγαδάκι. Αυτή η ανηφόρα δεν είχε καλντερίμι όπως οι περισσότεροι δρόμοι του χωριού. Είχε όμως ένα τσιμεντένιο αυλάκι για να περνάνε από εκεί τα νερά της βροχής και να πηγαίνουνε στο πηγαδάκι. Το αυλάκι αυτό ήταν σκεπασμένο με μια στενόμακρη γυαλιστερή τσιμεντένια πλάκα, που έπιανε από τη μια άκρη του δρόμου έως την άλλη. Τα σιδερένια πέταλα των αλόγων γλιστράγανε πάνω σ’ αυτή τη πλάκα και την περνάγανε με δυσκολία. Για τα άλογα όμως που τραβάγανε τα φορτωμένα κάρα στην ανηφόρα, τα πράγματα ήταν πολύ πιο σοβαρά. Σκέτο βασανιστήριο. Γλιστράγανε τα άλογα. Βρίζανε, βλαστημάγανε και τα βαράγανε με το καμουτσί οι καροτσέρηδες. Έστρωναν λινάτσες για να μειώσουμε τo γλίστρημα . Σπρώχνανε για να βοηθήσουνε οι περαστικοί. Απολαύαναν το θέαμα και έβαζαν στοιχήματα τα παιδιά που ήταν μαζεμένα από νωρίς για να παρακολουθήσουν αυτόν τον ιδιότυπο αγώνα. Πολλές φορές μάλιστα είχαν σκουπίσει νωρίτερα με επιμέλεια το τσιμέντο, για να γλυστράνε περισσότερο τα πέταλα των αλόγων και να κάνουν τον αγώνα πιο δύσκολο και πιο συναρπαστικό. Τα άλογα μετά από μεγάλο αγώνα τα κατάφερναν τις περισσότερες φορές και πέρναγαν το εμπόδιο. Ήταν όμως και φορές που γονάτιζαν. Μάτωναν τα γόνατα τους και αποκαμωμένα εγκατέλειπαν τη προσπάθεια. Τώρα άρχιζε άλλος αγώνας. Κατεβάζανε τα ασκιά από τα κάρα στο δρόμο, πέρναγε από τη πλάκα το άλογο με το κάρο αδειανό και μετά το ξαναφορτώνανε και συνέχιζαν το δρόμο τους.
Έτσι ήταν εκείνες οι εποχές. Με πρωτόγονα μέσα και μεγάλο αγώνα.
Προβολή Σχολίων