Καλοκαίρια στο Νησί

Καλοκαίρια στο Νησί; Ξενομερίτες στο γενέθλιο τόπο, συνήθως τριγυρνούσαμε στα πάτρια των γονιών. Αλλά δεν… εκπατριζόμαστε από το άνοιγμα μέχρι το κλείσιμο των σχολείων. Το πρόγραμμα είχε… Μπούκα. Στα παιδικά μας χρόνια φιλοξενούμενοι σε καλύβες γειτόνων και φίλων. Πρωινό ξύπνημα με το φλοίσβο του κύματος και τα καρπούζια να κολυμπάνε πριν από μας για να παγώσουν, αλάλιασμα στον ήλιο ολημερίς με κολύμπι και παιχνίδι, φαγητό μαγερεμένο υπαιθρίως, καμιά γκαζόζα στα μπιτσόμπαρα, οι γιαγιάδες κουλουπωμένες με άμμο για τα αθριτικά, νυχτερινές ιστορίες-παραμύθια και πάλι από την αρχή. Στα εφηβικά με το λεωφορείο και τα σχετικά σκιρτήματα στην… πρόσκληση της φύσης, αργότερα ξυλορακέτες και κανά ούζο με (μια) γόπα.
Τα βράδια είχε αυτοσχέδιο καραγκιόζη στη γειτονιά, ένα σεντόνι από το σπίτι, μια λάμπα από πίσω, φιγούρες και εισιτήριο από τα στελέχη που πετούσαν οι εισπράκτορες των λεωφορείων. Αλλοτε μια πεντάρα, άλλοτε μια δεκάρα, όλο και κάτι έβγαινε για τους καραγκιοζοπαίχτες. Και όταν μεγαλώσαμε “δράμα και κωμωδία” αλλά και γουέστερν, Τσίτσιο και Φράνκο και πάει λέγοντας στο “Σινέ Παρκ”, την “Τιτάνια”, το “Σινέ Μεσσήνη”. Με τη γνώριμη πρόσκληση “στραγάλια, φυστίκια, πασατέμπος, ταμ ταμ” και λεμονάδες και πορτοκαλάδες και γκαζόζες και μπυράλ. Στα σοβαρά μας θέατρο οικογενειακώς, είχα χ@στ@ απάνω μου που λένε με τους “10 μικρούς νέγρους” στο “Τιτάνια” από σπουδαίο περιοδεύοντα θίασο και κάποιες άλλες παραστάσεις που δεν βοηθάει η μνήμη. Στα “ανήσυχα” πάνω στην ταράτσα μικρού κτηρίου του ΟΤΕ, καθόσον Ζέτα Αποστόλου, Γκιζέλα Ντάλι και… πόθοι στους βάλτους δεν επέτρεπε η ηλικία τη θέαση. Περιοριζόμασταν στο… λίαν προσεχώς με τα αστεράκια στα επίμαχα σημεία που ήταν κατάλληλα για να… εξάπτουν τη φαντασία και να οδηγούν στην “παράνομη θέαση” και τις βουτιές στο κενό όταν εμφανιζόταν η αστυνομία.
Μπελάς μέγας τα μεσημέρια η αστυνομία, ο “ακατονόμαστος” (για ευνόητους λόγους παραλείπεται το όνομα) γυρνούσε όλο το μεσημέρι στη γειτονιά μας και αλλοίμονο σε όποιον τον τσίμπαγε εκτός οικίας και με τόπι. Πήγαινε η σφαλιάρα σύννεφο και το τράβηγμα στο αυτί μέχρι… ξεκωλώματος.
Στο ενδιάμεσο η υδροφόρα. Και εμείς πιτσιρικάδες να τρέχουμε από πίσω ξυπόλητοι στις λάσπες που άφηναν οι χωματόδρομοι της Καπετάν Κρόμπα και της Μητροπολίτου Χρυσοστόμου. Και πιο πίσω τα σκυλιά… ενθουσιασμένα να ακολουθούν σπέρνοντας ενίοτε και τον πανικό από την… πολλή χαρά τους.
Και άμα το έφερναν φτούριο τα οικονομικά, σουβλάκι και ντοματοσαλάτα στου Πατσαβούρα και του Τράγου. Αργότερα πήγαμε και στην άλλην πάντα της πόλης, στου Τσάκωνα με τα… ιστορικά αμελέτητα και το τζουκ μποξ.
“Σουλάτσο” στην πλατεία, “νυφοπάζαρο” κατά την κοινή εκδοχή, χάζεμα στα μικρότερα, ψιλοεπίδειξη στην εφηβία. Οικογενειακά ή κατά μόνας στα ζαχαροπλαστεία Αδαμόπουλου (προσωπικοί φίλοι του πατέρα και γείτονες), Βαλσαμάκη-Λαδά, Δελήγιωργα στις μέρες μου, με το κωκ… βασιλιά στα μικρά μας και μετά οι πάστες, οι σοκολατίνες και αργότερα το προφιτερόλ και το μιλφέιγ, νηστήσιμοι αργολάβοι.
Σκόρπιες εικόνες μιας άλλης εποχής που έχουν την αξία τους ως μνήμη, που αξίζει να χτιστεί ως συλλογική εκείνων των χρόνων. Με την παράθεση βιωμάτων και εικόνων.
Προβολή Σχολίων