Συνοικισμός στη Μπούκα, 1872

Για κάποιους φίλους ίσως έχει ενδιαφέρον ιστορία της (μη) κατοίκησης στην περιοχή της Μπούκας στο Νησί. Η οποία με το δικό της τρόπο αποδεικνύει ότι ο ανταγωνισμός Καλαμάτας και Νησιού για το λιμάνι είναι ένας ακόμη μύθος. Γιατί παρά τα “κίνητρα” η Μπούκα δεν κατοικήθηκε την ώρα που στην Καλαμάτα ο πληθυσμός της Παραλίας αυξανόταν θεαματικά και προχωρούσαν οι διαδικασίες κατασκευής λιμανιού. Από το 1835 μέχρι το 1882 το κράτος ακολούθησε την πολιτική της ίδρυσης συνοικισμών σε όλη τη χώρα που αποσκοπούσε “στην εγκατάσταση Ελλήνων από περιοχές υπό οθωμανική κυριαρχία ή πληθυσμού που υποχρεώθηκε σε μετακινήσεις στη διάρκεια του πολέμου της Ανεξαρτησίας, στην εγκατάσταση πληθυσμού για την ανάπτυξης οικονομικής δραστηριότητας, σε μετοικήσεις λόγω φυσικών καταστροφών (σεισμών) κλπ.). Η δημιουργία τους προβλεπόταν από ειδικά διατάγματα μέχρι τη θέσπιση το 1866 Νόμου που αφορούσε όλη την επικράτεια. Πρόκειται για το νόμο ΡΜΘ και “οι συνοικισμοί δημιουργήθηκαν σε περιοχές όπου το κράτος κατείχε εθνική γη, με βάση ένα απλό μηχανισμό: το κράτος παραχωρούσε δωρεάν ή πωλούσε οικόπεδα με χαμηλό τίμημα στους μελλοντικούς οικιστές, με την προϋπόθεση ότι εκείνοι θα οικοδομούσαν και θα εγκαθίσταντο σε προσδιορισμένο χρονικό διάστημα” (Δώρα Μονιούδη-Γαβαλά “Πολεοδομία στο ελληνικό κράτος 1833-1890”).
Ο νόμος προέβλεπε ότι επιτρέπεται η σύσταση οικισμού “εις τόπους οι οποίοι ήθελον κριθή κατάλληλοι προς τούτο, μετά προηγούμενην γνωμοδότησιν επιτροπής, συνισταμένης υπό της διοικητικής αρχής, του Οικονομικού Εφόρου, του αρμοδιου μηχανικού, του δημάρχου, του προέδρου του δημοτικού συμβουλίου και ενός ιατρού”.
Προφανώς για λόγους οικονομικής ανάπτυξης κατά πως προβλεπόταν και με τοπική εισήγηση, το 1872 ιδρύθηκε συνοικισμός στη Μπούκα. Πρόκειται για οικισμό στην ανατολική πλευρά του δρόμου, τμήμα του οποίου βρισκόταν στην παλιά κοίτη του Παμίσου. Το ενδιαφέρον όμως ήταν μηδενικό και δέκα χρόνια αργότερα, η επιτροπή που προαναφέρθηκε γνωμοδοτεί “την μετακίνησιν του κέντρου του δια του 4 Οκτωβρίου 1971 Β. Διατάγματος εγκριθέντος συνοικισμού της παραλίας Μεσσήνης (Μπούκας) εις το δυτικόν μέρος της οδού, περί το τελωνειακόν κατάστημα”. Και πάλι όμως το ενδιαφέρον είναι μηδενικό με αποτέλεσμα να μην κατασκευασθεί ούτε αυτός ο συνοικισμός.
Είναι προφανές ότι η έλλειψη ενδιαφέροντος είχε να κάνει και με τις συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή, αλλά κυρίως στην απουσία οικονομικής δραστηριότητας και προοπτικής. Οπως επίσης και στη μεγάλη σχετικά απόσταση από την πόλη και τη δυσκολία μετακίνησης μέσα από το υποτυπώδες οδικό δίκτυο. Οι τοπικοί παράγοντες έτρεφαν προσδοκίες πέρα από την πορεία των πραγμάτων και το ενδιαφέρον των πολιτών.
Σε όλη αυτή την ιστορία υπάρχει ένας άλλος μύθος, το… ενδιαφέρον του Κουμουνδούρου. Είναι αλήθεια ότι αυτός υπογράφει το Διάταγμα του 1972, όμως ο Τρικούπης υπογράφει το Διάταγμα του 1882. Και στις δύο περιπτώσεις την υπόθεση είχαν “σπρώξει” οι τοπικοί παράγοντες αξιοποιώντας το γεγονός ότι η περιοχή στην οποία οριοθετήθηκαν οι δύο συνοικισμοί ήταν εθνική γη και μπορούσε να παραχωρηθεί.
Δηλαδή όλη η παραλιακή περιοχή ήταν δημόσια γη και το τεράστιο πολιτικό και νομικό ερωτηματικό είναι πως αυτή έγινε… ιδιωτική.
Για να μην υπάρχουν αμφιβολίες τα διατάγματα (με βάση τις διατάξεις του νόμου ΡΜΘ’) προβλέπουν σε διάφορα σημεία:
“Εάν επί των παραχωρηθέντων οικοπέδων δεν ανεγερθώσιν οικοδομαί συμφώνως με τα καθορισθέντα και δεν αποπερατωθώσιν εντός ρητής προθεσμίας, τα παραχωρηθέντα οικόπεδα επανέρχονται αυτοδικαίως εις την κυριότητα του δημοσίου άνευ τινός αποζημιώσεως, δι υπάρχοντα επ αυτών ημιτελή κτήρια. Τα οικόπεδα ταυτα ή εκποιούναι επί δημοπρασίας ή παραχωρούνται εις άλλους συνοικιστάς, οφείλοντας να καταθέσωσι την αξίαν των ημιτελών κτηρίων, οριζομένων επί εκτιμήσει. Το τίμημα των οικοπέδων και των κτηρίων διατίθεται υπέρ του συνοικισμού.
Ο ήμισυς αριθμός των οικοπέδων της κεντρικής πλατείας και της παραλίας γραμμής δεν θέλουσι παραχωρηθή, το τίμημα αυτών εκποιουμένων διατεθή εις κατασκευήν δημοφελών έργων.
Εξαιρούνται της παραχωρήσεως τα εν τω διαγράμματι δια μελανών γραμμών σημειούμενα, άτινα προσδιορίζονται δια δημόσια και δημοτικά καταστήματα.
Εάν εντός του διαγραφομένου σχεδίου συνοικισμού τινός ευρεθώσι ιδιόκτητα κτήματα, λαμβάνονται υπό του δημοσίου και διατίθενται υπέρ του συνοικισμού, αφιεμένων εις έκαστον ιδιοκτήτην δύο οικοπέδων. Δια το υπόλοιπο της εκτάσεως αποζημιούνται οι ιδιοκτήται εις χρήματα. Λαμβανομένης υπ όψιν της αξίας ην είχον τα κτήματα αυτών, προ της συστάσεως του συνοικισμού”.
Εννοείται πως υπάρχουν και τα διαγράμματα των οικισμών στο αρμόδιο υπουργείο. Μάλιστα υπήρχε προσφυγή (νεότερου) ιδιοκτήτη στην περιοχή του σχεδίου που προσέφυγε στη δικαιοσύνη ζητώντας να εφαρμοστεί το σχέδιο του… 1882, αλλά απορρίφθηκε από το Συμβούλιο Επικρατείας (για τους ενδιαφερόμενους η απόφαση βρίσκεται εδώ http://nomosphysis.org.gr/11893/nomologia-2009iv/).
Προβολή Σχολίων