Ποταμός Πάμισος, 1970
Εκβολές του Παμίσου γύρω στα 1970. Ενα ποτάμι δεμένο με τη ζωή στην περιοχή της Μεσσήνης, αλλά και ολόκληρο το Μεσσηνιακό κάμπο, από τα βάθη της αρχαιότητας. Σημαντικές πληροφορίες για τον τρόπο που διαμορφώθηκε ο Πάμισος δίνει η έρευνα της αμερικάνικης αρχαιολογικής αποστολής του Πανεπιστημίου Μινεσότα στα τέλη της δεκαετίας του 1960, τις οποίες συμπυκνώνει ο Παναγ. Κ. Γεωργούντζος ως εξής: “Από τας εγκύρους επιστημονικάς πληροφορίας δια τας φάσεις της παλαιογεωγραφίας της Μεσσηνίας, η κάτω πεδιάς κατά το έτος 3.000 π. χ. Ότε έχομεν τα δείγματα των πρώτων οικισμών εις τον τόπον παρουσιάζει την ακόλουθον μορφήν.
Η κεντρική πεδιάς του Παμίσου απετέλει ένα τεςράστιον Δέλτα εις μορφλην γλώσσης. Εις τας γωνίας της βάσεων έχομεν δυτικώς μεν την Μπούκα, ανατολικώς δε τα Ακοβίτικα, αμφότεραι τοποθεσίαι παλαιοελλαδικών οικισμών. Το Δέλτα προχωρείς προς βορράν με θαλάσσιον μεν ύδωρ μέχρι της σημερινής πόλεως Μεσσήνη, με μεικτόν δε λιμνοθαλάσσης μέχρι Μικρομάνης. Συνέχεια τη ςλιμνοθαλάσσης προς βορράν απετέλουν ανατολικώς μεν του Ασλάναγα τα έλη Αιθαίας-Ανθείας, υπολείμματα των οποίων ήτο ο παλιότερος Βεϊζαγέικος βάλτος και ακόμη βορειότερων τα έλη των πηγών του ποταμού Αριος εις το Πήδημα που εξετείνοντο μέχρι Αριοχωρίου και Μπισμπάρδι. Εξ άλλολυ το Δέλτα δυτικά του Ασλάναγα επροχώρει προς βορράν ως διάδρομος έλους προς τα χωρία Μπάστα, Γλιάτα και Γκορτζόγλι, των οποίων ο χώρος εχαρακτηρίζετο ως έλος ακόμη και το 1869 εις τους χάρτες της Βενετίας. Περαιτέρω συνέχεια αυτού του έλους απετέλει βορειότερον του Μπάστα η μεγάλη ελώδης λεκάνη των πηγών του Παμίσου εις τον Αγ. Φλώρον μεταξύ των χωρίων Αγ. Φλώρος, Σκάλα, Βαλύρα, Μπάστα, Αρφαρά, Αγ. Φλώρος.
Ενα είδος μαρτυρίας δια την μορφήν αυτήν του τοπίου είναι η παρεχόμενη υπό του Παυσανίου, ότι ο Πάμισος ήτο ο μεγαλύτερος ποταμός της Πελοποννήσου, ότι ήτο πλωτός εις βάθος 2 χιλιομέτρων της τότε θαλάσσιας ακτής και ότι ο ποταμός είχε θαλάσσιους ιχθύς […] Με την εκδοχήν της υπάρξεως των λιμνοθαλασσών λύεται και η αινιγματική φράσις του Στράβωνος ότι οι Φηραί είχον “ύφορμον θερινόν” αφού το ύφορμον είναι μεμαρτυρημένον δια το Νησί από τον Παυσανίαν ότι ο Πάμισος ως πλωτός εις βάθος 2 χιλιομέτρων απετέλει ασφαλή ποτάμιον λιμέναν, ως συμβαίνει σήμερον με τους απειραρίθμους ποτάμιους λιμένας της Ευρώπης και της Αμερικής. Δεν αποκλείτεται όμως να υπήρχε και άλλο στόμιον του Παμίσου πλησιέστερον προ ςτην Καλαμάταν, εντός του Δέλτα με παράκτιον προφύλαγμα, κατάλληλος ως λιμήν θερινός. Η εκδοχή ενός λιμένος εις το Δέλτα του Νέδοντος πρέπει μάλλον να αποκλεισθεί, διότι το Δέλτα ήτο μικρόν και οι όγκοι των χαλίκων και των λίθων που συνεσσωρεύοντο κατ’ έτος θα είχαν καταστήσει αβαθή τα παράκτια ύδατα […] Ολοι οι προϊστορικοί οικισμοί της Μεσσηνίας είνει κτισμένοι εις τα επικλινή των λόφων εις τα χείλη των κάμπων που προήλθον από λίμνας και έλη. Μερικαί από τας τοποθεσίας αυτάς κείνται εις επικαλιρους διαβάσεις και δύο, η Μπούκα και τα Ακοβίτικα, εις το χείλος της θαλάσσης και πλησίον ποτάμιων λιμένων”.
Ο Γεωργούντζος θεωρεί ότι υπήρχε οικισμός στη Μπούκα, στο χείλος του Παμίσου, με βάση τα ευρήματα των αμερικάνων αρχαιολόγων στο λόφο στην τοποθεσία “Μέξα” και σε απόσταση 400 μέτρων βορειοανατολικά του Τελωνείου. Εκεί σε μεγάλη ακτίνα βρέθηκαν διάσπαρτα θραύσματα αγγείων της πρωτοελλαδικής εποχής (2600-2000 π. χ.).
ΨΑΡΕΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΠΑΥΣΑΝΙΑ
Σύμφωνα με τον Παυσανία “ο Πάμισος ρέει μέσα από καλλιεργούμενη περιοχή. Καθαρός και πλωτός ως δέκα περίπου στάδια από τη θάλασσα ανεβαίνουν τα νερά και ψάρια θαλασσινά, ιδιαίτερα γύρω στην εποχή της άνοιξης”. Αντιδιαστέλλοντας με άλλα ποτάμια που είχαν ψάρια εκείνη την εποχή σημειώνει ότι “τα ψάρια που ανεβαίνουν από τη θάλασσα στο ρεύμα του Παμίσου είναι πολύ διαφορετικά στο είδος τους, γιατί τα νερά του είναι καθαρά και όχι λασπώδη […] οι κέφαλοι όμως επειδή είναι ψάρια που ζουν σε θολά νερά, είναι φίλοι των ποταμών που κατεβάζουν την πιο πολύ θολούρα”.
Πολλούς αιώνες αργότερα, το 1691 ο Ενετός Καταστιχωτής Μικιέλ μας πληροφορεί ότι “ο κάμπος του Νησίου βρέχεται από δύο ποτάμια. Το ένα λέγεται Πήδημα και το άλλο Ρούντα ή Αγιος Φλώρος. Παλιότερα τον έλεγαν Πάμισος και είναι από τα μεγαλύτερα ποτάμια του Μωριά. Στις όχθες του έχει πολύ ψάρεμα και νοικιάζεται εκεί ιχθυοτροφείο. Το ποτάμι αυτό κάνει μεγάλες πλημμύρες τον χειμώνα και φέρνει καταστροφές στην Περιφέρεια”.
Ο Πουκεβίλ που επισκέφθηκε την περιοχή το 1805, γράφει ότι οι ψαράδες άπλωναν τα δίχτυα τους την άνοιξη στις εκβολές για να πιάσουν τα ψάρια που έμπαιναν στο ποτάμι για να αφήσουν τα αυγά τους.
Σύμφωνα με τον Κ. Π. Δάρμο “μετά την απελευθέρωση η ιχθυοτροφία και αλίευση στους Πάμισο και Αρι έμπαινε σε δημοπρασία που γινόταν δημόσια στου Φρούτζαλα (Θουρία). Το 1828 πλειοδότησε ο Ι. Ν. Φλεσσόπουλος, ανηψιός του Παπαφλέσσα και αργότερα ισχυρός πολιτευτής, ο οποίος προκάλεσε τις διαμαρτυρίες των κατοίκων Ασλάναγα και Μπάστα γιατί επεκτάθηκε στα χέλια που ζούσαν στα έλη τους, όπως προκύπτει από έγγραφο της δημογεροντίας επαρχίας Καλαμάτας προς τον Εκτακτο Επίτροπο Κάτω Μεσσηνίας”.
Σε συμβολαιογραφικ΄πο έγγραφο του 1835 αναφέρεται ότι “ο Παναγιώτης Παναγιωτόπουλος, έμπορος, κάτοικος Καλαμών, παρακατέθεσε στα αρχεία του Συμβολαιογραφείου Διαμαρτλυρηση (14-8-1835) εναντίον του Ευγένιου Καλαμαριώτη, επειδή ο τελευταίος “ενοικιαστής ων και πληρωτής επί της μετενοικιάσεως της άγρας των κατά του Παμίσου ποταμού υδάτων” αρνείται να του πληρώσει το ποσόν των 350 δραχμών, όπως όφειλε να πληρώνει κάθε πρώτη Αυγούστου σύμφωνα με το ενοικιαστικό έγγραφο”.
Το ψάρεμα στον Πάμισο συνεχίστηκε μέχρι τα νεότερα χρόνια όταν ακόμη τα νερά ήταν σχετικά καθαρά. Μενίδες και χαμοσούρτες, χέλια αλλά και μεγαλύτερα ψάρια όπως οι Ιταλοί αποτελούσαν αντικείμενο αλίευσης με διάφορους τρόπους. Οι Ιταλοί σύμφωνα με το σχετικό κατάλογο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Αλιείας ήταν είδος κυπρίνου (cyprinus carpio) και το όνομα υποδηλώνει προέλευση αγνώστου αιτιολογίας. Δεν είναι γνωστό δηλαδή αν λέγεται έτσι επειδή είναι πολύ γνωστό είδος στην Ιταλία (σε ποτάμια και λίμνες), επειδή το έφεραν Ιταλοί ή επειδή το έφεραν παλαιότερα Ενετοί.
ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΨΑΡΑΔΩΝ;
Από το 1560 μέχρι το 1725 σε όλους τους χάρτες εμφανίζεται ένας οικισμός ανάμεσα στην ακτή και το “Καλονήσι” με το όνομα “Siembica” (σε διάφορες παραλλαγές). Η πόλη Siambico συναντάται και σε βιβλίο του 1588, στο οποίο αναφέρεται ότι “η πόλη της Μεσσήνης στην Πελοπόννησο είναι ίσως το Siambico” σε μια προσπάθεια ταύτισης παλιών και νέων τόπων.
Αναζητώντας την ερμηνεία τη ςλέξης εντοπίστηκε η ιταλική λέξη “sciabika” που σημαίνει το ψάρεμα με τα δίχτυα από την ακτή. Η ίδια λέξη (ψάρεμα) συναντιέται σε παλαιά λεξικά και με τον τύπο “siabica”. Με δεδομένα αυτά τα στοιχεία μπορούμε να υποθέσουμε ότι πιο κοντά στην ακτή υπήρχε ένας οικισμός στον οποίο ναυτικοί και χαρτογράφοι έδωσαν το όνομα ενδεχομένως λόγω της φυσιολογικής ενασχόλησης των κατοίκων με το ψάρεμα από την ακτή.
Την σκέψη για την ύπαρξη ενός τέτοιου οικισμού ενισχύει ο Θεόδωρος Τσερπές που αναφέρει ότι “ίχνη οικισμού παληά, κοντά στη Μεσσήνη βρέθηκαν προς το σημερινό δρόμο της Μπούκας, στο λοφίσκο που είναι απέναντι από το περιβόλι του Χίνου, στην αγροτική θέση “Λινοί του Δεσπότη”. Η μαρτυρία αυτή αποτελεί την άκρη του νήματος για να ξετυλιχτεί μια άγνωστη πτυχή της τοπικής ιστορίας. Κατ’ αρχήν έχουμε ίχνη οικισμού κοντά στην παραλία που επιβεβαιώνουν κατά έναν τρόπο την αναφορά στους χάρτες. Το τοπωνυμικό δεν είναι καθόλου τυχαίο γιατί υπήρξε δεσπότης με μεγάλη περιουσία και μάλιστα πριν τα τέλη του 17ου αιώνα. Πρόκειτια για τον Επίσκοπο Σοφρώνιο Νταριότη (Δαρειώτη), ο οποίος κατά την απογραφή της εκκλησιαστικής περιουσίας το 1699 φέρεται ότι “επροσήλοσε αμπέλι αξινάριον 7 στη Μονή Βουλκάνου. Η λέξη “λινός” έχει ταυτιστεί με το πάτημα των σταφυλιών αλλά με βάση διάφορες έρευνες το όνομα αυτό έφεραν μονώροφα ή διώροφα κτίσματα τα οποία φυλάσσονταν τα προϊόντα της εποχής. Η χρήση του πληθυντικού σημαίνει ότι στην ιδιοκτησία του Επισκόπου Σωφρονίου ήταν περισσότερο από ένας ληνοί, γεγονός που υποδηλώνει και τη μεγάλη περιουσία.
ΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΒΔΕΛΛΩΝ
Μπορεί οι βδέλλες να ήταν το βάσανο των εργατών στην ορυζοκαλλιέργεια, κάποτε όμως ήταν εμπορεύσιμο είδος. Ορισμένες χαρακτηριστικές αναφορές υπάρχουν σε συμβολαιογραφικά έγγραφα του 1835:
– Ο Γεώργιος Κατσαρός και Μπενιζέλος Παπαγιαννόπουλος έμποροι, αμφότεροι κάτοικοι Καλαμών, συμφωνούν να αγοράσουν από τους Αναστάσιο Τσίτσα, σανδαλοποιό, Γεώργιο Φίλιππα, μάγειρο και Νικόλαο Κορδονούρη, κηπουρό κατοίκους Νησίου, ποσότητα 150.000 βδελλών μέχρι την 1η Δεκεμβρίου (σ. σ. Το συμφωνητικό είχε υπογραφεί στις 26 Σεπτεμβρίου) του τρέχοντος έτους, με την προϋπόθεση ότι τα ύδατα εξακολουθούν να είναι “βοηθητικά δι ατην τοιαύτην άγραν. Η πληρωμή επτά δραχμές οι χίλιες βδέλλες, να γίνεται ταυτόχρονα με την παράδοση, κάθε δύο ημέρες στην Καλαμάτα, μέχρις ότου συμπληρωθεί όλη η ποσότητα.
– Ο Μπενιζέλος Παπαγιαννόπουλος, κάτοικος Καλαμών, Λορέντσος Καρίνος από Πιεμόντε, έμποροι, και οι Ιάκωβος Πεύκος, Τομάζος Μπουέρος από Γένοβα, έμποροι , επειδή έχουν ανάγκη να προμηθευτούν βδέλλες για εμπορική χρήση και ήδη επιφόρτισαν διαφόρους γιαυτή την αγορά προς επτά δραχμές τη χιλιάδα, συμφωνούν όση ποσότητα “έκαστον των δύο μερών” αγοράζει, να τη διαμοιράζουν εξ ημισείας και να πληρώνει το ένα προς το άλλο Μέρος την τιμή της ημίσειας αυτής ποσότητας.
– Ο Δημήτριος Αντωνόπουλος, κτηματίας και ενοικιαστής του Παμίσου ποταμού και των λιμναζόντων υδάτων όλων των επαρχιών Μεσσήνης και Καλαμών, κάτοικος Νησίου, και οι Μπενιζέλος Παπαγιαννόπουλος, Πανάγος Κατσαρός, αμφότεροι έμποροι και κάτοικοι Καλαμών και ο Ιάκωβος Πεύκος, έμπορος από Γένοβα, συμφωνούν να πληρώνουν στο Δημήτριο Αντωνόπουλο ως δικαίωμα του ενοικίου του επί των υδάτων για άγρα βδελλών στα ενοικιασμένα ύδατα των δύο επαρχιών, μισή δραχμή για κάθε χιλιάδα.
Οπως φαίνεται, οι συγκεκριμένοι έμποροι υποχρεώθηκαν να πληρώσουν τον ενοικιαστή του Παμίσου και του βάλτου, προκειμένου να μπορούν να μαζεύουν βδέλλες αυτοί που είχαν αναλάβει να τους προμηθεύουν.
Η ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗ
Τα έργα διευθέτηςσης του Παμίσου είχαν αρχίσει από την εποχή της πρώτης Τουρκοκρατίας όταν κατασκευάστηκαν δύο φράγματα ενώ ο Πετρίδης (1866) αναφέρει ότι κατά την παράδοση “οι Τούρκοι του Νησίου ίνα προφυλάξωσι την πόλιν από τας συνήθεις πλημμύρας του ποταμού, και ίνα ποτίζηται ευκολώτερον το πέραν αυτού πεδίον της Μακαρίας λεγομένης, συνήγαγον τους πέριξ χωρικούς βία και ώρυξαν τάφρον από του χωρίου Πιπερίτσα μέχρι της παραλίας του Μεσσηνιακού Κόλπου, και έρριψαν κατά την κοινήν φράσιν, τον Πάμισον μέσα εις αυτήν, και ούτως εσχηματίσθη η σημερινή κοίτη του ποταμού τούτου”. Εγγειοβελτιωτικά έργα έκαναν και οι Ενετοί όπως προκύπτει από σχετικές αναφορές της εποχής, καθώς άρχισαν να οργανώνουν την καλλιέργεια σε “επιχειρηματική” βάση προσδοκώντας κέρδος από το εμπόριο των προϊόντων και τη φορολογία.
Ο Πάμισος ενωνόταν με τον Αρι στη θέση Διπόταμο και ήδη από το 1888 με νόμο αποφασίστηκε η εκτέλεση των έργων: “Προσχώσεως και διευθετήσεως του Παμίσου από των εις Αγιον Φλώρον πηγών μέχρι των εκβολών αυτού εις την θάλασσαν. Προσχώσεως και διευθετήσεως του εις Πάμισον συμβάλλοντος ποταμού Αριος. Κανονισμού του χειμάρρου Θουρίας Ξηρίλα, αρχομένου του κανονισμού από της επ’ αυτού γέφυρας Θουρίας. Κανονισμού πάντων των ρυάκων των εμπιπτόντων εις την κοιλάδα του Παμίσου από των σημείων εις α ούτοι διασταυρούσι το από Ασπροχώματος εις Αγιον Φλώρον τμήμα της εθνικής οδού της αγούσης από Καλαμών εις Τρίπολιν. Κανονισμού του χειμάρου Λιγίδι από της ομωνύμου γέφυρας μέχρι Παμίσου. Διευθετήσεως του ποταμού Πύρνακος εις θέσιν Διπόταμον. Αποξηράνσεως των ελών Αγίου Φλώρου, Ασλάναγα, Μακαρίας και Ασπροχώματος. Κατασκευή φραγμάτων επί του ποταμού Παμίσου προς άρδευσιν γαιών και λήψιν ύδατος εις γέφυραν Παμίσου, εις Πόρον, Πλιάσα, Μπαρμπακούτη και Λίβα και οιανδήποτε άλλην θέσιν ήθελε κριθή χρήσιμον. Κατασκευής φράγματος και λήψεως ύδατος επί του ποταμού Αριος εις θέσιν Ξεγλίστραν. Παντός άλλου σχετικού προς τα ανωτέρω έργου, ορισθησόμενον για Βασιλικού Διατάγματος”.
Τα έργα έγιναν σταδιακά, μετά από πολλές κινητοποιήσεις Νησιωτών, μέσα από δυσκολίες και προβλήματα πολύ αργότερα και ορισμένα… ποτέ.
[Η φωτογραφία από το λεύκωμα των ΓΑΚ Μεσσηνίας για το Νησί]
