Σίμος Κωνσταντακόπουλος, ( 1910 – 27 Οκτ.2006 )
25-10-2021
….Α’ φωτογραφία :Ο Νησιώτης, αγρότης, Σίμος Κωνσταντακόπουλος ( 1910 – 27 Οκτ.2006 ) στην ηλικία των 20 σχεδόν χρόνων, το έτος 1930 , όταν εκπλήρωνε ( κληρωτός ) τη στρατιωτική του υποχρέωση στο θωρηκτό » Γ. ΑΒΕΡΩΦ » με καθήκοντα » ναυτομηχανικού «.
….Β’ φωτογραφία : Απεικονίζει τον υπογραμμένο επίλογο τού εκτενούς χειρογράφου του, στο οποίο αποτύπωσε- σε γεροντική ηλικία- τις αναμνήσεις του από τα δραματικά γεγονότα της Εθνικής Περιπέτειας τού 1940, όπως τα βίωσε ο ίδιος στα Σύνορα ως απλός «πεζικάριος» του 9ου Συντάγματος ( Καλαμάτας ).
Ακολουθεί η παράθεση των πρώτων σελίδων του κειμένου, που αναφέρονται σε περιστατικά, που συνέβησαν, λίγο πριν από την «επίσημη» κήρυξη του Πολέμου.
Θα ακολουθήσουν αναρτήσεις -στην ίδια ιστοσελίδα- με αναφορά στη δίνη των μαχών και σε ονόματα, σε πολλούς γνωστά.
«» Τη χρονιά τού 1940 ψιθυριζόταν ότι θα γίνει πόλεμος. Και αυτό δεν άργησε να επιβεβαιωθεί με τον τορπιλισμό τού αντιτορπιλικού
πλοίου » ΕΛΛΗ » στο λιμάνι της Τήνου, όπου αυτό είχε πλεύσει για συμμετοχή στον εορτασμό της Μεγαλόχαρης. Τότε η Κυβέρνηση
άρχισε επιτακτικά να παίρνει τα μέτρα της. Δηλαδή, καλούσε διάφορες «ειδικότητες» και «ηλικίες», δήθεν για εκγύμναση στα νέα όπλα’ αλλά σύντομα τους στρατιώτες τους προωθούσε στα σύνορα.’Ετσι κάλεσε και τη δική μου «ηλικία», της κλάσεως του 1930. Αυτό έγινε στις 5 Οκτωβρίου. Εγώ (κληρωτός) είχα υπηρετήσει στο Πολεμικό Ναυτικό, στο «ΑΒΕΡΩΦ » ως ναυτομηχανικός’ και επειδή είχε περάσει 10ετια, εμένα και μερικούς άλλους μας μετέφεραν ως «εφεδρεία» στο Πεζικό.’Ετσι είχα πάρει χαρτί απ’ τη Στρατολογία ότι ανήκω στο 9ο Σύνταγμα Πεζικού, που εδρεύει και τώρα στην Καλαμάτα.
Παρουσιάστηκα και, αφού τελείωσε η «Κλήτευση»και μας φόρεσαν το » Χακί», ήμασταν στην πλατεία, σε γραμμή, ανά δύο.Οι αξιωματικοί μάς έλεγαν διάφορες πολεμικές θεωρείες, για τις οποίες εγώ δεν είχα ιδέα ! Σε μια στιγμή ακούω έναν αξιωματικό να φωνάζει » Προσοχή! » και να διατάζει όλοι οι ανύπαντροι να βγουν εμπρός ! Βγήκαμε οι ανύπαντροι και ψιθυρίζαμε …πικρογελώντας ότι θα μας πάνε να μας… παντρέψουν!!! Ο σκοπός τους ήταν
προφανής: Ήθελαν να επανδρώσουν τα «Τάγματα Θανάτου» και να μας προωθήσουν κατευθείαν στα Σύνορα. Ένας γραφιάς άρχισε να γράφει τα ονόματα και όσοι γραφτήκαμε την επομένη πρωί -πρωί πήγαμε στον σιδηροδρομικό σταθμό. Μας αμπαρώσανε στα βαγόνια με προορισμό στάθμευσης στην Αθήνα.
( Συνεχίζεται )
O Μπαρπασίμος ηταν ευγενικός και πολύ καλός άνθρωπος ημασταν γείτονες στο κτήμα μας στου Μιμή και μικρός που ημουν μου έκανε εντύπωση η ευγένειά του και μας έλεγε διάφορες ιστορίες. .Ο Θεός του χάρισε μακροζωία και τον έβλεπα μέχρι τα βαθιά του γεράματα…στο ιατρείο της Στέλλας.Αιωνία του η μνήμη.
27-10-2021
Συνεχίζεται -2η ανάρτηση- η παράθεση των αναμνήσεων από τα πολεμικά γεγονότα του 1940, του Σίμου Κωνσταντακόπουλου.
Παρατίθεται και η Α’ φωτογραφία που συνόδευσε την 1η ανάρτηση ως γνώριμος συνδετικός κρίκος των δύο κειμένων.
Ξεκίνησε το τρένο από Καλαμάτα για Αθήνα. Όπου στάθμευε, ο κόσμος που ήταν εκεί μας χαιρετούσε κουνώντας χέρια και καπέλα, χτυπώντας παλαμάκια και φωνάζοντας: «Στο καλό, παιδιά, και με τη ΝΙΚΗ! Στο καλό, στο καλό…» και μεις ανταποδίδαμε τους χαιρετισμούς με πρόσωπο γελαστό…
Στα βαγόνια κάθε τόσο γράφαμε διάφορα συνθήματα ενθαρρυντικά. Κι εγώ, σαν νέος που ήμουν, από ενθουσιασμό έγραψα με κιμωλία «Τάν ή τάς»! Μετά από λίγο έρχονται και κάθονται δίπλα μου δυο συνάδελφοι κι ακούω τον έναν να λέει: «Μα τελείως αγράμματοι είναι αυτοί που τα γράφουν;». Όταν άκουσα αυτά, έβαλα κάτω το κεφάλι και πέρασα πίσω-πίσω στο άλλο βαγόνι και μετά στο παραδίπλα μη με πάρουν χαμπάρι και γελάνε εις βάρος μου.
Στην Αθήνα φθάσαμε το βράδυ. Διανυκτερεύσαμε στο στρατόπεδο στη συνοικία Ρουφ και το πρωί πήγαμε στον σταθμό Λαρίσης με προορισμό τη Βέροια. Φθάσαμε το βράδυ και πήραμε την ανηφόρα με τα πόδια μέχρι την πλατεία της πόλης. Εκεί ήταν κάτι πανύψηλα δέντρα που δεν διακρινόταν το είδος τους μες στο σκοτάδι. Κάθονταν σ΄αυτά μερικά μπουλούκια πουλιά, που λόγω της οχλοβοής από την άφιξή μας εκεί –κάναν πολύ κρότο και τα άρβυλά μας- τρόμαξαν κι άρχισαν να κράζουν δυνατά και να πετούν ασταμάτητα ανάμεσα στα κλαδιά. Το πρωί διαπίστωσα ότι τα δέντρα ήταν πλατάνια και λεύκες και τα πουλιά κάργιες.
Από τη Βέροια πήραμε πάλι το τρένο για τη Φλώρινα. Μας ακολούθησαν κι άλλοι στρατιώτες και πολλοί αξιωματικοί. Φθάσαμε εκεί κοντά στο μεσημέρι. Πήραμε την ανηφόρα ποδαρόδρομο και κατά διαστήματα καθόμασταν καταγής για ξεκούραση. Σε μια τέτοια στάση ακούμε έναν συνάδελφο να φωνάζει: «Λοχαγέ θα κάνουμε προσκλητήριο;» «και θέλει ερώτημα;» του λέει ο λοχαγός. Ο στρατιώτης και ο λοχαγός, που είχαν ακολουθήσει από τη Βέροια ήταν γνώριμοι και ο λοχαγός ήξερε το καλαμπούρι που θα γινόταν. Έτσι, άρχισε ο φαντάρος να φωνάζει διάφορα σατιρικά και σατυρικά ονόματα –καμιά εικοσαριά, από μνήμης- και οι στρατιώτες άρχισαν να φωνάζουν «παρών» και άλλοι να χτυπούν γελώντας παλαμάκια. Με την οχλαγωγία δεν μπόρεσα να συγκρατήσω κανένα από τα ονόματα.
Η πορεία συνεχίζεται καφθάνουμε στο Πισοδέρι, που ήταν περιόχή κατάφυτη από κέδρους. Αυτά τα δέντρα τα εμπορεύονταν οι υλοτόμοι του χωριού. Υπήρχε εκεί και ένα περίπτερο που εξυπηρετούσε στις δουλειές τους. Οι αξιωματικοί μάς ανακοίνωσαν ότι θα διανυκτερεύαμε εκεί και θα χρειαζόταν να στήσουμε τα αντίσκηνα. Εγώ βρέθηκα σε δύσκολη θέση γιατί είχα υπηρετήσει στο Ναυτικό και δεν ήξερα πώς στήνεται ένα αντίσκηνο και όντας επιφυλακτικός, δεν είχα ανοίξει γνωριμία με κανένα συνάδελφο για να ζητήσω βοήθεια. Έτσι πήγα στο κατάλυμα των υλοτόμων και διανυκτέρευσα σ’ αυτό. Το πρωί, καθώς κοιτούσα τη γύρω περιοχή, σε κοντική αόσταση είδα ένα σπίτι παλιό και εγκαταλειμμένο. Δεν είχε σκεπή, πόρτες, παράθυρα και οι γωνίες του ήταν ξεφτισμένες. Στο σπίτι αυτό έμαθα αργότερα ότι σκοτώθηκε ο Παύλος Μελάς στις 13 Οκτ. του 1904, στον αγώνα για την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Δόθηκε το σύνθημα για αναχώρηση και τότε ακούω έναν αξιωματικό να λέει: «Παιδιά, όποιου τα κότσια βαστάνε ας με ακολουθήσει, για να πάμε πιο γρήγορα στον προορισμό μας.» Έτρεξαν πολλοί και μαζί τους κι εγώ. Σε μια στιγμή κοιτάζοντάς με με δισπιστία ο ανθυπολοχαγός, επειδή ήμουν μικροκαμωμένος, μου λέει «Ε, εσύ πού πας;» «Γιατί δεν είμαι στρατιώτης κι εγώ;» του απαντώ. Αυτός μαζεύτηκε και συμπλήρωσε «αν τα κότσια σου βαστάνε, έλα! Σε ρωτάω μη ξεμείνεις στο δρόμο και σε φαν’ οι λύκοι.» «Βαστάνε, μην ανησυχείς του απάντησα» Σε λίγο ξεκινήσαμε. Και για να του αποδείξω την αντοχή μου, προχωρούσα με τους πρωτοπόρους. Φθάσαμε κάποτε κοντά στη λίμνη Πρέσπα. Εκεί ήταν πολύ στρατός και η περιοχή ήταν γεμάτη αντίσκηνα. Το απόγευμα ήρθαν και οι βραδυπορούντες. Εκεί αρκετοί στρατευμένοι συνάντησαν συγχωριανούς τους ή συγγενείς τους κι άρχισαν τις χαιρετούρες και τ΄αγκαλιάσματα. Τότε άκουσα κι έναν συνάδελφο να λέει: «Παιδιά, πιο πέρα είναι το χωριό Αγιος Γερμανός! Εκεί έχει καφενείο! Όποιος πάει για καφέ να ξέρει ότι ο καφές είναι πληρωμένος από τον Φωτόπουλο. Τότε σκέφτηκα πως κάποιο στρατευμένο πλουσιόπαιδο κερνάει, για ν’ αποκτήσει γνωριμίες και συμπάθειες και το γεγονός δεν με απασχόλησε άλλο. Όμως τα τελευταία χρόνια, όταν στην τηλεόραση άκουσα τον γνωστό ηθοποιό Μίμη Φωτόπουλο να μιλάει για τις μάχες στην Αλβανία και να ονομάζει την Πρέσπα, το Ιβάν, το Πόγραδετς, την Κορυτσά, την Κλεισούρα… θέλω να πιστεύω πως αυτός ήταν που κερνούσε τότε τους καφέδες.
Αργότερα, άκουσα τους φαντάρους να λένε ότι πιο πέρα ήταν τα σέρβικα σύνορα και ότι πήγαν μερικοί και συνάντησαν Σέρβους στρατιώτες. Είπαν ότι συνεννοήθηκαν με νοήματα μαζί τους και αντάλλαξαν τσιγάρα. Όσοι ακούσαμε το γεγονός είπαμε, όταν ξυμερώσει να πάμε κι εμείς να δούμε τους Σέρβους. Έτσι, πρωί-πρωί με ανυπομονυσία πλησιάσαμε τα συρματοσύνορα. Βλέπαμε πέρα τα κελιά και τα αντίσκηνα, αλλά στρατιώτες πουθενά! Φωνάξαμε, αλλά και πάλι τίποτα. Ο σκοπός παράμενε ατάραχος. Ειπώθηκε ότι οι αξιωματικοί τους δεν τους επέτρεπαν να μιλήσουμε, μήπως γίνει καμιά παρεξήγηση μεταξύ μας.
Κείνες τις μέρες το κρύο άρχισε να δυναμώνει περισσότερο. Τότε ήταν που σκέφτηκα να γράψω στη μάνα μου και να της ζητήσω να μου στείλει μια φανέλα από προβατόμαλλο. Μετά από μερικές μέρες έλαβα το δέμα, που είχε μέσα και τη φανέλα που ζήτησα. Ήταν πλεγμένη με διπλό στριμμένο νήμα, αδιαπέραστο από το κρύο. Αυτή με γλύτωσε από την παγωνιά στα βουνά της Αλβανίας.
Όταν άρχισαν οι βροχές, οι αξιωματικοί μάς έβαλαν να μένουμε εκεί στα γύρω σπίτια. Ένα απόγευμα που μερικοί άλλοι κι εγώ δεν είχαμε υπηρεσία, καθόμασταν σε μια προσηλιακή τοποθεσία και χαλαρώναμε. Μας πλησίασαν τότε πέντε-έξι πιτσιρικάδες, κάθισαν στα σκαλιά του γειτονικού σπιτιού και κοιτάζοντάς μας γελούσαν. Έτσι, ανοίξαμε κουβέντα μαζί τους. Τους ρωτήσαμε τα ονόματά τους, την ηλικία τους, αν πήγαιναν σχολείο. Απάντησαν πως πήγαιναν σχολείο, αλλά τα μαθήματα σταμάτησαν, γιατί ο δάσκαλος πήγε φαντάρος. Τότε είπα εγώ σ’ ένα παιδί να φέρει το αναγνωστικό του και να μας διαβάσει ένα κείμενο αδίδακτο. Το έφερε και διάβασε με ευκολία. Φαινόταν καλός μαθητής! Στη συνέχεια διάβασα κι εγώ από το βιβλίο του ένα κείμενο μεγαλόφωνα, οπότε βλέπω το ένα παιδί να σκουντά το άλλο και να χαμογελάνε. Τους φάνηκε παράξενο που διάβασα, γιατί οι γονείς τους δεν ήξεραν καθόλου γράμματα. Ορισμένα απ’ αυτά τα παιδιά δεν ήξεραν ούτε να μιλούν ελληνικά. Τους λέω τότε: «εγώ είμαι δάσκαλος!» Τα παιδιά με πίστεψαν, χάρηκαν, με πλησίασαν κι άρχισαν να φωνάζουν «δάσκαλος,δάσκαλος!» και ν’ ακουμπούν στη χλαίνη μου. Τους υποσχέθηκα πως όταν τελειώσω με τα στρατιωτικά ζητήματα, θα ετοιμάσω τα χαρτιά μου για να διοριστώ δάσκαλος στο χωριό τους! Φάνηκε πως αυτό τους άρεσε και τα μάτια τους έλαμψαν. Εξακολούθησαν τα παιδιά να έρχοναι κάθε απομεσήμερο κοντά μας κι εγώ άρχισαν να τους διηγούμαι ό,τι θυμόμουν για τους αρχαίους ήρωες. Τους είπα για τις περιπέτειες του Οδυσσέα, για τους άθλους του Ηρακλή και του Θησέα, για τις μάχες με τους Πέρσες.
Έτσι περνούσαν οι μέρες και φτάσαμε στις 27 Οκτωβρίου. Τότε οι αξιωματικοί μάς συγκέντρωσαν και μας υπέδειξαν να πάμε στις αποθήκες να πάρουμε όπλα. Εκεί ένας-ένας λέγαμε το όνομά μας και παίρναμε όπλο, μπαλάσκες γεμάτες με σφαίρες κι ό.τι άλλο χρειάζεται ένας στρατιώτης. Τελειώνοντας πήγαμε πάλι κοντά στη λίμνη και εκεί μας διέταξαν να φτιάξουμε αντίσκηνα, να ξαπλώσουμε χωρίς να ξεντυθούμε και ούτε τα άρβυλα να βγάλουμε. Μπήκαν οι νέοι σκοποί στις θέσεις τους γύρω μας και μετά από μιας ώρας περίπου ανάπαυση, ακούμε έναν σκοπό να φωνάζει: « Στα όπλα! Στα όπλα!» Αμέσως φορέσαμε τις μπαλάσκες, στήσαμε το όπλο «παρά πόδας» και περιμέναμε διαταγή. Ακούμε τότε τους αξιωματικούς να μάς καθησυχάζουν: «Ησυχία, ησυχία, παιδιά! Δεν είναι τίποτα!» Στη συνέχεια μάθαμε ότι άλογα εκεί κοντά καυγάδιζαν διεκδικώντας δικαιώματα ζευγαρώματος!
Το πρωί, όμως, ξημερώνοντας η 28η Οκτωβρίου ακούμε βουητό αεροπλάνων και βλέπουμε να ρίχνουν βόμβες για να σπάσουν τη γέφυρα που ενώνει τις δύο Πρέσπες, ώστε να μην περάσει ο στρατός μας. Όμως με οδηγό έναν πολίτη χωρικό, κατεβαίνουμε την πλαγιά, περνάμε μέσα από τα νερά σε περιοχή που μας έφταναν ως τα γόνατα και βγαίνουμε απέναντι. (Συνεχίζεται)
Κική Πατρίκη
30-10-2021
3η ανάρτηση με τη συνέχεια της αφήγησης του Σίμου Κωνσταντακόπουλου της σχετικής με την εποποιία του 1940-41
Στην πρώτη εδώ παρατιθέμενη φωτογραφία, που αποτελεί μέρος οικογενειακού ενθυμίου, απεικονίζεται ο ίδιος με τους γονείς του, λίγο καιρό πριν κληθεί στην αναφερόμενη στράτευση.
Στη δεύτερη φωτογραφία στα χρόνια ακόμα της νιότης, με τη σύζυγο, τη Γιαννούλα, τη μικρή κόρη του Μαυροματαίου Κων/νου Λυκούρα, με την οποία, μέσα από τους αγώνες της καθημερινής ζωής, δημιούργησε πολύτεκνη οικογένεια.
Πεζοπορώντας έπειτα αρκετά, βρεθήκαμε στα υψώματα του όρους Μοράβα. Εκεί συναντήσαμε τους στρατιώτες που ήταν πριν στα φυλάκια, και επειδή τους βομβάρδισαν οι Ιταλοί, σκόρπισαν. Όταν μας είδαν, χάρηκαν κι άρχισαν να φωνάζουν: «Νερό, αδέρφια,νερό!». Είχαν γανιάσει από τη δίψα! Ευτυχώς είχαμε στα παγούρια μας νερό και τους δώσαμε. Στη συνέχεια καθίσαμε όλοι κατάχαμα. Ένας αξιωματικός, για να μας ενθαρρύνει, άρχισε να κατηγορεί τους Ιταλούς ότι θέλουν να κάνουν την Ελλάδα προτεκτοράτο και να μας κάνουν σκλάβους τους, όπως πριν μας είχαν οι Τούρκοι. Μας έλεγε πως οι Ιταλοί είναι δειλοί και πως με την πρώτη ριπή θα το βάλουν στα πόδια. Έλεγε ότι δεν ξέρουν από πόλεμο και απόδειξη είναι ότι έκαναν τρία χρόνια για να υποτάξουν ένα μικρό λαό μαύρων κάτω στη Λιβύη.
Εμείς οι στρατιώτες, που είχαμε επηρεαστεί κι από το γεγονός του τορπιλισμού της «Έλλης» το πήραμε το θέμα προσωπικά και λέγαμε και το πιστεύαμε ότι θα πολεμήσουμε με όλη μας τη δύναμη. Είχαμε στο λόχο μας και δυο Εβραίους, έναν Βενιαμίν και έναν Αχμάν. Ήταν καλά παιδιά και έδειχναν θέληση και ηρωισμό. Κάναμε και παρέα και μοιραζόμασταν και φαγώσιμα.
Αφού τέλειωσε η διαφώτιση του στρατεύματος, άρχισαν οι αξιωματικοί να κανονίζουν την κατεύθυνση που θα έπαιρνε κάθε στρατιωτικό τμήμα. Εγώ ήμουν στον λόχο των πολυβόλων προμηθευτής. Δηλαδή μετέφερα τα κιβώτια με τις ταινίες των βλημάτων.
Αρχίζει η πορεία. Διαρκεί αρκετή ώρα. Σε μια στιγμή ο υπολοχαγός διατάζει τον σκοπευτή του πολυβόλου: «Στήσε το πολυβόλο και χτύπα αυτό το ύψωμα που σου δείχνω!». Πράγματι ο σκοπευτής έριξε μια ριπή και συνέχισε να ρίχνει βολή τη βολή, αλλά απάντηση δεν ερχόταν από τους Ιταλούς. Αυτό σήμαινε ότι μπορούσαμε να προχωρήσουμε μέχρι το επόμενο ύψωμα, όπου και εκεί θα κάναμε το ίδιο. Έτσι κι έγινε. Ρίχτηκαν οι βολές. Στην πρώτη ριπή πήραμε απάντηση. Έπειτα τίποτα. Τότε ο αξιωματικός λέει: « Εμπρός, πάρτε το πυροβόλο και βιαστείτε να ακροβολιστούμε σ’ αυτό το ύψωμα!». Κάναμε όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε. Ανεβαίνοντας φτάσαμε σε μια πλατωσιά, που έδειχνε ότι εκεί είχαν στρατοπευδεύσει Ιταλοί, διότι ήταν γύρω πεταμένα κονσερβοκούτια, κουτιά από τσιγάρα και άλλα απορρίματα. Εκεί ανάμεσά τους, διέκρινα κάτι σαν ρολόι χεριού. Το πήρα από κάτω και το περιεργαζόμουν. Είχε λατινικά γράμματα και αριθμούς. Υπέθεσα ότι ήταν ένα πληροφοριακό στοιχείο και το έδειξα στον λοχαγό. Αυτός φάνηκε να μην έδωσε σημασία, αλλά το τσέπωσε. Αργότερα, που βλέπαμε Ιταλούς σκοτωμένους και πιάσαμε και αιχμαλώτους, βεβαιώθηκα ότι το εύρημά μου ήταν μια στρατιωτική ταυτότητα.
Εκεί, λοιπόν, ήρθε ο λοχαγός και έριχνε ερευνητικές ματιές γύρω του: μια κοιτούσε την κορυφογραμμή, μια τα πολυβόλα…και έπειτα λέει στον σκοπευτή: «Πάρε το πολυβόλο και πήγαινε εκεί, που αρχίζει η κατηφόρα της πλαγιάς». Δηλαδή, του υπέδειξε να πάει τέσσερα-πέντε μέτρα πιο πέρα. Και φεύγει. Τότε ο σκοπευτής και ο γεμιστής κάτι είπαν και δεν ξεκινούσαν. Βλέποντας εγώ την ακινησία τους, τους βάζω φωνή: «Ε! Τι κοιταγόσαστε; Δεν ακούσατε τι είπε ο λοχαγός; Και τότε ξεκίνησαν να πάμε. Αλλά, πριν προλάβουν να κατεβάσουν απ΄τους ώμους τους το πολυβόλο, ο λοχαγός επέστρεψε. Αντιλήφθηκε τον κίνδυνο και διέταξε να φέρουν πίσω το πολυβόλο. Τότε άρχισαν να πέφτουν οι όλμοι βροχή. Ο λοχαγός φώναξε να καλυφτούμε. Και ευτυχώς προλάβαμε, αλλιώς θα ήμασταν από τους πρώτους εκεί μακαρίτες!
Το επόμενο πρωί ήρθε ο λοχαγός και μας λέει: «Πάρτε το πολυβόλο και ένα κιβώτιο ταινίες και ελάτε». Προχωρήσαμε καμιά εκατοστί μέτρα. Εκεί τελείωνε ο αντιβραχίονας. Κάτω απλωνόταν η Πρέσπα. Βλέπουμε απέναντι το χωριό και στη μικρή του πλατεία να κυκλοφορούν Ιταλοί στρατιώτες. Τότε ο αξιωματικός λέει στον σκοπευτή: «Χτύπα το χωριό με το πολυβόλο!». Όμως δεν πρόφτασε να ρίξει, γιατί άρχισαν οι Ιταλοί να μας χτυπάνε με τους όλμους. Ο αξιωματικός και άλλοι στρατιώτες έτρεξαν κάτω να καλυφθούν, ενώ εγώ και ο ανθυπολοχαγός δεν προλάβαμε να κατηφορίσουμε και λουφάξαμε πίσω από ένα βραχάκι. Οι όλμοι έπεφταν απανωτά! Ευτυχώς, δεν μας χτύπησαν. Όταν έπαυσαν, πήρε ο ανυπολοχαγός το όπλο του και εγώ το κιβώτιο και φύγαμε τρέχοντας. Βρήκαμε τους άλλους , που, όταν μας είδαν, ξαφνιάστηκαν, γιατί μας νόμιζαν σκοτωμένους.
Εκεί μείναμε μερικές μέρες, αλλά υποφέραμε από δίψα. Το νερό ήταν λιγοστό και κάθε πρωί γλείφαμε τη δροσιά από τα φύλλα των θάμνων, για να ξεδιψάσουμε. Μια τότε μέρα βλέπω μια ομάδα από τους δικούς μας να μπαίνει στη «Νεκρά Ζώνη». Το ίδιο είχαν κάνει και οι Ιταλοί και, όταν συναντήθηκαν, σκόρπισαν όλοι υποχωρώντας άτακτα. Ένας όμως Ιταλός δεν έφυγε. Έμεινε και διανυκτέρευσε εκεί. Την επόμενη μέρα ο Ιταλός μας πλησίασε και έκανε σινιάλο μ’ ένα λευκό πανί. Τον είδαμε, τον συλλάβαμε, τον φέραμε στο τάγμα και όλοι μας τον περιεργαζόμασταν. Ένας δεκανέας, που ήξερε ιταλικά του έκανε διάφορες ερωτήσεις και κυρίως τον ρωτούσε για ποιο λόγο αυτομόλησε. Του απάντησε περίπου: «Πολέμησα στη Λιβύη τρία χρόνια ως απλός στρατιώτης και τώρα με έφεραν εδώ. Δεν έχω καμιά εχθρότητα για τους Έλληνες γι’ αυτό και παραδόθηκα.». Και κάθε τόσο επαναλάμβανε «Bono Greco! Bono Greco!».
Την επόμενη μέρα μας έφεραν ένα βαρέλι νερό. Όμως δεν υπήρχε κάποιος υπεύθυνος για να μας το μοιράσει, οπότε, διψασμένοι όπως ήμασταν, πέσαμε πάνω στο βαρέλι με τις καραβάνες στο χέρι και σπρώχναμε ο ένας τον άλλον. Το περισσότερο νερό πήγαινε χαμένο, ενώ η δίψα μας έκαιγε. Τότε βλέποντας την κατάσταση εγώ βάζω τη φωνή: «Σταματήστε, ρε!» και τραβάω την ξιφολόγχη! Τίποτα δεν έγινε…Το βαρέλι έπεσε κάτω, άδειασε και μείναμε διψασμένοι.
Όταν έπαιρνε να νυχτώνει ακούμε έναν να φωνάζει: «Όποιος διψάει να πάει πιο κάτω, που είναι ένα μικρό χωριό. Εκεί υπάρχει βρύση με τρεχούμενο νερό!». Ξεκινούμε με επιφύλαξη μια παρέα και φτάνουμε στο χωριό. Προχωράμε στο κέντρο του. Τα σπίτια είναι κλειστά και εγκαταλειμένα. Ψάχνουμε για βρύση, μα βρύση πουθενά. Στην άκρη της πλατείας διακρίνουμε ένα σπίτι με φως στο παράθυρο. Πλησιάσαμε, χτυπήσαμε την πόρτα, απάντηση δεν πήραμε και την παραβιάσαμε. Με καχυποψία μπήκαμε. Είδαμε κοντά στο φωτισμένο παράθυρο ένα μεγάλο δοχείο γεμάτο νερό. Αρχίσαμε να γεμίζουμε τις καραβάνες και να πίνουμε αχόρταγα, ερευνώντας τριγύρω μας. Μπροστά ήταν η σάλα, πλάι άλλα δωμάτια και πίσω η κουζίνα. Μπαίνοντας στην κουζίνα βλέπουμε έναν μεγάλο τέντζερη πάνω στο τραπέζι. Σηκώνουμε το καπάκι και με έκπληψη είδαμε να είναι γεμάτος με βρασμένα κοκορόπουλα. Πέσαμε επάνω τους και τρώγαμε με βουλημία. Ευτυχώς ήταν αρκετά. Όμως σ’ έναν συνάδελφο, πάνω στη βιασύνη του, κόλλησε στον λαιμό του ένα κόκκαλο. Μ’ ένα μολύβι που βρέθηκε, τον βοηθήσαμε να ελευθερωθεί ο λαιμός του, συνήλθε απ’ το ατύχημα και ησυχάσαμε. Έτσι, είχε καλή κατάληξη το ψάξιμο για βρύση στο χωριό. Και ήπιαμε και φάγαμε! Επιστρέφοντας μάθαμε ότι η βρύση ήταν έξω απ’ το χωριό.
Το επόμενο βράδυ ξαναπήγαμε στο χωριό, βρήκαμε τη βρύση, ήπιαμε νερό, πήραμε και μαζί μας, αλλά πήγαμε και στο γνώριμο σπίτι. Χτυπήσαμε τη πόρτα και μας άνοιξε ένας χωροφύλακας. Ζητήσαμε κάτι φαγώσιμο. Μας έμπασε μέσα. Εκεί ήταν και άλλοι. Πάνω σ’ έναν πάγκο είδαμε κερήθρες γεμάτες μέλι. Είδαν τη λαχτάρα μας απ’ τη θέα τους και μας έδωσαν…κουβεντιάζοντας μας είπαν πως το προηγούμενο βράδυ κάποιοι τούς είχαν φάει το φαγητό…εμείς βέβαια μιλιά! Μόνο συμπληρώσαμε: «Ε! Κάτι άλλο θα βρέθηκε!». Δεν βιαστήκαμε να φύγουμε… Έτσι φάγαμε μαζί τυος πάλι κοτόπουλα, αλλά αυτή τη φορά ψητά!
Όταν γυρίσαμε στο τάγμα, βρήκαμε τους υπόλοιπους να ετοιμάζονται για αναχώρηση. Θα αντικαθιστούσαμε την «Πρώτη Γραμμή» ,που είχε κάνει επίθεση, που είχε υποστεί απώλειες και είχε φτάσει ως τη μέση του υψώματος Ιβάν. Εκεί ακροβολιστήκαμε εμείς.
(Συνεχίζεται…)
Κική Πατρίκη 2-11-2021
4η ανάρτηση της συνέχειας του κειμένου του Σίμου Κωνσταντακόπουλου για τη σύγκρουση των δικών μας με τους Ιταλούς στην Αλβανία το 1940-41.
[…]Μετά από μια δυο μέρες βλέπω σε αρκετή απόσταση δικούς μας στρατιώτες να προχωρούν προς το ύψωμα. Ύστερα μπήκαν σε μια χαράδρα. Λίγο αργότερα γύρισαν πίσω. Φάνηκε πως τους μπλόκαραν οι Ιταλοί. Εκείνη τη στιγμή ήταν κοντά μας ο λοχαγός Τσίχλης. Ένας στρατιώτης βλέπει αυτούς που επέστρεφαν και φωνάζει: «Λοχαγέ, οι Ιταλοί θα μας κυκλώσουν!». Ο λοχαγός, που ήταν κοντά στο πρώτο πολυβόλο διατάζει «πυρ», αλλά ευτυχώς -φύλαξε ο Θεός- και το πολυβόλο μπλόκαρε και δεν λειτούργησε. Τότε έρχεται στο δεύτερο πολυβόλο. Είχαμε τρία πολυβόλα στη σειρά τοποθετημένα σε απόσταση πενήντα περίπου μέτρων το ένα από το άλλο. Εγώ ήμουν στο τρίτο πολυβόλο και είχα ακούσει τον στρατιώτη που φώναζε πως οι Ιταλοί θα μας κυκλώσουν. Όμως είχα δει και την κίνηση των δικών μας. Έτσι φώναξα: «Λοχαγέ, δεν είναι Ιταλοί, είναι δικοί μας! Τους είδα που προχωρούσαν και φαίνεται πως μπλοκαρίστηκαν από τους Ιταλούς και γύρισαν πίσω!». Ρωτάει τότε ο λοχαγός πού είναι ο ανθυπολοχαγός των πολυβόλων. Αρχίζουμε και μεις να φωνάζουμε: «Ανθυπολοχαγέ! Κύριε Ανδρεάδη!». Δεν παίρναμε καμιά απάντηση. Την είχε φαίνεται κάνει κοπάνα! Τελικά αργότερα παρουσιάστηκε. Του παίρνει ο λοχαγός το περίστροφο και τον αρχίζει στα χαστούκια βρίζοντάς τον σκληρά: «Άτιμε, προδότη, εγκατέλειψες τη θέση σου…» και απευθυνόμενος σ΄ εμάς προσθέτει: «Οδηγείστε τον κάτω στο Τάγμα για εκτέλεση!». Τα χαστούκια ήταν τόσο δυνατά και γρήγορα που δεν δόθηκε στον ανθυπολοχαγό η δυνατότητα να διαμαρτυρηθεί ή να δικαιολογηθεί, παρά μόνο έκλαιγε. Εγώ τον λυπήθηκα και λέω στον λοχαγό: «Εδώ ήταν πριν από λίγο, μπορεί να απομακρύνθηκε για σωματική του ανάγκη.» Αυτό αμέσως βεβαιώσανε και μερικοί άλλοι συνάδελφοι. Τότε σταμάτησαν τα χαστούκια και έτσι μπόρεσε ο ανθυπολοχαγός να απολογηθεί και να πει και ο ίδιος πως πραγματικά είχε πάει για σωματική του ανάγκη. Ο λοχαγός τότε τόνισε πιο ήρεμα ότι έπρεπε να είχε αφήσει αντικαταστάτη. Έτσι έληξε εκεί το συμβάν.
Την επόμενη μέρα κάναμε Γενική Επίθεση, οπότε οι Ιταλοί άρχισαν να υποχωρούν και να εγκαταλείπουν το ύψωμα Ιβάν. Καθώς ανεβαίναμε στο Ιβάν βρίσκαμε κιβώτια και τα ανοίγαμε. Ανοίγω κι εγώ ένα και παίρνω μια κονσέρβα. Ανοίγω και ένα άλλο ασπρουδερό και σοκάρομαι: ήταν γεμάτο σακουλάκια με…καπότες! Ο προορισμός τους ήταν να δοθούν -απ΄ ότι ειπώθηκε- στους στρατιώτες όταν θα έμπαιναν στη Θεσσαλονίκη για να συνευρεθούν ακίνδυνα με Ελληνίδες. Έτσι εξηγείται καλύτερα γιατί οι Ιταλοί φώναζαν συχνά «Avanti Salonica, avanti Salonica». Τότε άρχισα να προσπαθώ με το ξίφος να ανοίξω την κονσέρβα. Έκανα όρεξη να τη χάψω, αλλά κείνη τη στιγμή ακούω το σήμα της σάλπιγγας για συνέχιση της πορείας «τα-τα-τατά»! και την παράτησα…Βαδίσαμε καμιά πεντακοσαριά μέτρα κι ακούω μια δυνατή φωνή να λέει: «προχώρα, Καπράλε, προχώρα!». Απευθυνόταν στον λοχαγό, για να συλλάβει μια ομάδα από Ιταλούς, που προσπαθούσαν να ξεφύγουν. Μπροστά απ’ τον λοχαγό προχωρούσε ένας αξιωματικός που, όταν ήρθαμε πρόσωπο με πρόσωπο, λέει: «Σίμο!» «Βρε, Γρηγόρη!» λέω εγώ. Αγκαλιαστήκαμε συγκινημένοι. Ήταν απ’ τη Μεσσήνη παιδικός φίλος και συμμαθητής. Ήταν ο γιος του γιατρού Αγγελόπουλου, που είχε ιατρείο στο Νησί. Ο Γρηγόρης είχε σπουδάσει κι αυτός Ιατρική και υπηρετούσε ως γιατρός στο τάγμα του Μπουλούκου. Τον ρώτησα ποιος είναι αυτός που παρακινούσε τον Καπράλο και μου είπε πως ήταν ο ταγματάρχης Μπουλούκος, ο συμπατριώτης μας! «Α! Θα πάω να τον χαιρετήσω» του είπα. «Όχι, όχι!» μου είπε ο Γρηγόρης «είναι σκληρός και αυστηρός μπορεί να σε θεωρήσει βραδυπορούντα και να σε προσβάλει!».
Ανεβήκαμε τελικά στην κορυφή του Ιβάν! Οι Ιταλοί είχαν φύγει! Στήσαμε τα αντίσκηνα και εκεί μείναμε αρκετές μέρες για ανάπαυση. Όμως το νερό ήταν αρχικά λιγοστό και γι’ αυτό πάλι τα πρωινά προσπαθούσαμε να ξεδιψάσουμε απ’ τη δροσιά που ήταν στα φύλλα των θάμνων. Ευτυχώς, όμως, μας λυπήθηκε ο Θεός και άρχισε μια δυνατή βροχή…και τι βροχή!!! Γεμίζαμε τις καραβάνες απ’ τα ρέχτια των αντίσκηνων και χορτάσαμε νερό!
Φεύγοντας από το Ιβάν βαδίζαμε προς το εσωτερικό της Αλβανίας. Το βράδυ της δεύτερης μέρας στήσαμε τα αντίσκηνα και κουρασμένοι και ταλαιπωρημένοι αποκοιμηθήκαμε σαν αναίσθητοι, χωρίς να καταλάβουμε το χιόνι που έπεφτε τη νύχτα. Το πρωί βρεθήκαμε έκπληκτοι εγκλωβισμένοι στα αντίσκηνα. Έτσι, αρχίσαμε με χέρια και πόδια να κουνάμε τους μουσαμάδες να διώξουμε το χιόνι για να απεγκλωβιστούμε. Όμως αυτό δεν είχε ακόμα παγώσει κι έφευγε δύσκολα. Τελικά, καταφέραμε να ανοίξουμε τα αντίσκηνα και να βγούμε έξω! Έπειτα ξεκινήσαμε βάδισμα. Προς το μεσημέρι άρχισε μια δυνατή χιονοθύελλα με πολύ πυκνό χιόνι. Σε λίγη ώρα μας έφτασε το χιόνι ως το γόνατο και με μεγάλη δυσκολία αλλάζαμε βήμα. Ορισμένοι συνάδελφοι μάλιστα είχαν πάθει υπερκόπωση, έπεφταν κάτω και φώναζαν: «Βοήθεια, αδέρφιααα, βοήθεια…». Και ποιος να βοηθήσει… «ο σώζων εαυτόν σωθήτω!». Βλέποντας τότε οι αξιωματικοί την οδυνηρή κατάσταση είπαν να σταματήσουμε. Πιο κάτω ήταν ένα χωριό. Εκεί μας είπαν να πάμε για να μείνουμε σε σπίτια. Καθώς έστρωνα τις κουβέρτες, με πλησίασε ένας στρατιώτης με το αστέρι του ανθυπολοχαγού και εμφάνιση ασουλούπωτη. «Τι είσαι εσύ;» του λέω «ανθυπολοχαγός είσαι ή έχεις μόνο κοτσάρει το αστέρι;». Κάτι μουρμούρισε και απομακρύνθηκε. Το πρωί δεν φαινόταν πουθενά. Δεν έμαθα τελικά τι ήταν, μάλλον του είχε σαλέψει… Σε λίγη ώρα τα μαζέψαμε και αναχωρήσαμε.
Το βράδυ φτάσαμε στο Πόγραδετς. Το κρύο ήταν δυνατό. Το χιόνι πολύ. Η συγκοινωνία σταματημένη. Αρκετοί στρατιώτες έπαθαν κρυοπαγήματα. Τα ζώα ψοφούσαν κι απ’ το κρύο κι απ’ την πείνα, αλλά και ‘μεις υποφέραμε κι απ’ τα δυο! Οι υπεύθυνοι της τροφοδοσίας μάς έδιναν κάθε τόσο λίγο ψωμί. Έφεραν κάποια στιγμή αρκετές κουραμάνες. Μοίρασαν στον καθένα από μια και τις υπόλοιπες τις έβαλαν σε αντίσκηνο και τις φύλαγε με βάρδια σκοπός. Ένας σκοπός έτυχε να είναι παλιός γνωστός μου. Ήταν ο Χαράλαμπος! Είχα γνωριστεί μαζί του στην Καλαμάτα, απ’ όταν πήγαινα εκεί με τη σούστα φορτωμένη τσουβάλια πατάτες για πούλημα. Του έκανα νόημα να βουτήξει μια κουραμάνα και να τη μοιραστούμε. Αρνήθηκε! Όταν όμως φύλαξα εγώ σκοπιά στη θέση του άρπαξα με τρόπο μια και τη μοιράστηκα μαζί του. Η πείνα δεν υποφέρεται…
Μια τότε μέρα μας έφεραν κατσίκες ετοιμόγεννες! Μερικοί ανάλαβαν, τις έσφαξαν, τις καθάρισαν και τα κατσικάκια τους τα πέταξαν. Έβαλαν το κρέας τους για βράσιμο. Κάποιοι μάζεψαν και τα κατσικάκια και τα έβρασαν κι αυτά. Έτσι φάγαμε όλοι χορταστικά βραστό κρέας. Όμως… κάτι έφταιγε και το φαΐ μάς θέρισε… Το άλλο πρωί το γύρω άσπρο χιόνι ήταν γεμάτο με κίτρινα μπαλώματα…Ο γιατρός που του ζητήσαμε βοήθεια, μας έδωσε να πιούμε λάβδανο!
Στο μεταξύ άρχισαν να περνούν από το Πόγραδετς ημιονηγοί (μουλαράδες) με τα ζώα φορτωμένα με πολεμικό υλικό και τροφή, που προορίζονταν για την «Πρώτη Γραμμή». Μας έδωσαν μερικές κουραμάνες και κάτι λίγα άλλα τρόφιμα για τη διαδρομή μας προς τα ‘κει. Μερικοί στρατιώτες, εκτός απ’ αυτά που δικαιούνταν, κατάφερναν και έπαιρναν και άλλα με σκοπό να τα πουλήσουν πανάκριβα σε συναδέλφους, που είχαν μαζί τους χρήματα. Ο Χαράλαμπος κι εγώ λεφτά δεν είχαμε. Όμως η φιλία πήγαινε καλά. Έτσι, αφού δεν μπορούσαμε να αγοράσουμε, κλέβαμε. Να πώς στήναμε τη δουλειά: ο Χαράλαμπος ήταν πολυλογάς, πλησίαζε τον ημιονηγό που οδηγούσε το φορτωμένο ζώο, και άρχιζε συζήτηση μαζί του. Εγώ πήγαινα με τρόπο πίσω απ’ το μουλάρι, άρπαζα μια κουραμάνα και…μην τον είδατε! Ύστερα την τρώγαμε μαζί. Στο σπίτι που κοιμόμουν, είχαμε αφήσει έναν συνάδελφο άρρωστο και πεινασμένο. Του πήγαμε κι αυτουνού λίγο βρεγμένο ψωμί κι όλο «ευχαριστώ κι ευχαριστώ» ήτανε. Έτσι γλυτώσαμε κι αυτή τη φορά απ’ την πείνα. (Συνεχίζεται)
5η ανάρτηση με τη συνέχεια της εξιστόρησης των βιωμάτων του Σίμου Κωνσταντακόπουλου απ’ την πολεμική περιπέτεια του 1940-41
Στη φωτογραφία απεικονίζεται ο ίδιος στα μεταπολεμικά-ειρηνικά χρόνια με το παραδοσιακό του άροτρο, δαμαστής του αλόγου του και διαφεντευτής της γης του, δουλεύοντας και παράγοντας ολοχρονίς ποικιλία αγροτικών προϊόντων. Υπήρξε και… «Ο τελευταίος ρυζάς του Νησιού», όπως τον αναφέρει σε κείμενό του [εφ. «Ο ΠΑΜΙΣΟΣ» 2008, αρ.φ.76(49)] ο διασώστης πολλών γεγονότων του πρόσφατου παρελθόντος της Μεσσήνης, αείμνηστος Δημ. Βαλαβάνης.
[…] Από το Πόγραδετς φύγαμε και φτάσαμε σε μια περιοχή περιτριγυρισμένη από υψώματα. Ανάψαμε φωτιές και κάναμε ανάπαυση. Όμως μια παρέα στρατιωτών άρχισε να φωνάζει: «Πεινάμε, πεινάμε!». Κοντά σ’ αυτούς αρχίσαμε όλοι οι στρατιώτες να φωνάζουμε στους αξιωματικούς: «Τι μας φέρατε εδώ; Για να πολεμήσουμε ή για να πεθάνουμε απ’ το κρύο και την πείνα;». Τα τρόφιμά μας στον γιολιό (=σακίδιο) είχαν εξαντληθεί. Η κατάσταση ήταν απελπιστική. Τελικά ηρεμήσαμε πολύ θλιμμένοι. Την άλλη μέρα μας έδωσαν λίγο ψωμί και δυο τσιγάρα κι άρχισε ξανά η πορεία. Περάσαμε από την Κορυτσά μεσάνυχτα. Προχωρούσαμε, ξημέρωσε και το μεσημέρι σταματήσαμε. Ρίξαμε τους γιολιούς κάτω, βγάλαμε τις κουβέρτες και κοιμηθήκαμε σαν ψόφιοι. Έφυγε κάπως η κούραση. Άρχισαν τώρα να μας ταΐζουν καλύτερα. Μας προετοίμαζαν να μπούμε ξανά στης μάχης τον χορό.
Ξεκινήσαμε για την Κλεισούρα. Εκεί δώσαμε μάχη γερή και είχαμε και πολλά θύματα. Στήσαμε το πολυβόλο και το κάναμε να… κελαϊδάει! Εκεί σκοτώθηκε και ο ανθυπολοχαγός μας (του πυροβολικού). Σε μια στιγμή χρειάστηκε να πάω στο Τάγμα για ένα εργαλείο και είδα να φέρνουν εκεί έναν Ιταλό αιχμάλωτο. Ήταν σχεδόν παιδί αμούστακο! Παιδαρέλι! Βλέπω τότε έναν ημιονηγό να πιάνει τον αιχμάλωτο από τον λαιμό και να σηκώνει χέρι για να τον χαστουκίσει. Του κρατάω ευθύς το χέρι και του λέω: «Στον αιχμάλωτο, μωρέ, δείχνεις την παλικαριά σου; Αν το λέει η αφεντιά σου έλα πάνω στη μάχη!». Λίγο πιο κει ένας αξιωματικός κατσάδιαζε έναν στρατιώτη που είχε βγάλει τις μπότες του σκοτωμένου ανθυπολοχαγού μας και ετοιμαζόταν να τις φορέσει… Όμως, έφυγα γρήγορα και πήγα πάλι πάνω στο ύψωμα, όπου η μάχη είχε αγριέψει. Άρχισα να ανοίγω γρήγορα κιβώτια και να δίνω όλμους στον γεμιστή να οπλίζει το πολυβόλο και ο σκοπευτής να ρίχνει συνέχεια. Αλλά και οι Ιταλοί δεν υπολείπονταν. Σκόπευαν και έριχναν! Σκόπευαν και έριχναν! Σφύριζαν οι σφαίρες γύρω μας! Μες στον χαμό ακούω τον σκοπευτή να λέει: «Ωχ! ωχ!» και βλέπω το μάγουλό του ματωμένο. Τον διώξαμε για τον γιατρό. Το πολυβόλο έμεινε χωρίς σκοπευτή. Τότε μου λέει ο ανθυπολοχαγός του πεζικού: «Πιάσε εσύ το πολυβόλο!». Του απαντώ: « Εγώ έχω κάνει θητεία στο ναυτικό, στις μηχανές. Δεν ξέρω από πολυβόλο». Έτσι, προθυμοποιήθηκε να το χειριστεί ένας του πεζικού. Αυτός χειριζόταν πριν όπλο-πολυβόλο και μάλλον ζήτησε το πολυβόλο για λιγότερη ευθύνη, επειδή το οπλοπολυβόλο χτυπάει μπροστά, ανοίγοντας δρόμο για τους πεζούς, ενώ το πολυβόλο χτυπά πίσω απ’ τους πεζούς, προστατεύοντάς τους. Έπιασε, λοιπόν, το πολυβόλο ο όπλο-πολυβολητής, ενώ το δικό του το πήρε άλλος στρατιώτης, και άρχισε να ρίχνει κάθε τόσο ριπές. Την άλλη μέρα τον ακούω σε μια στιγμή να βγάζει κραυγή πόνου και να τινάζεται… τον πιάνω από την πλάτη και τότε ακούω τον ανθυπολοχαγό να φωνάζει: «κουράγιο, Αντώνη, κουράγιο!». Αλλά, τι κουράγιο να κάνει ο Αντώνης, που γούρλωσε τα μάτια και ξεψύχησε…Το πολυβόλο, που ζήτησε και του στάθηκε μοιραίο, το πήρε έπειτα στρατιώτης άλλος. Σε κάποια στιγμή βλέπουμε έναν Ιταλό να προχωρά σιγά σιγά την ανηφόρα. Ίσως να ήταν τραυματισμένος… «ρίχ’ του!» λέμε στον σκοπευτή. Ρίχνει αλλά αποτέλεσμα τίποτα. Λέει τότε ο ανθυπολοχαγός: «Σήκω πάνω, λοχία, και πιάσε το πολυβόλο!». Ο λοχίας σκόπευσε και με την πρώτη ριπή ο Ιταλός έπεσε ανάσκελα! Ρωτάει έπειτα ο ανθυπολοχαγός τον γεμιστή: «Ρίξατε καμιά ριπή απέναντι στην καλύβα, την καμουφλαρισμένη, που φαίνεται τ’ άνοιγμά της;» «όχι», λέει ο γεμιστής. «Ρίξε λοχία, στην καλύβα!» διατάζει ο ανθυπολοχαγός. Ρίχνει ο λοχίας κανά-δυο ριπές. Αυτό ήταν . Μέσα στην καλύβα ήταν το ιταλικό πολυβόλο, οπότε σταμάτησαν απ’ τους Ιταλούς οι ριπές.
Την άλλη μέρα αναζήτησα τον γιατρό, γιατί με είχε πιάσει μια φαγούρα και είχα ματώσει όλο μου το σώμα απ’ το ξύσιμο. Με εξέτασε ο γιατρός και μου έδωσε «φύλλο άδειας» για θεραπεία. Έτσι, έφυγα μαζί με τους άλλους τραυματίες για το ορεινό χειρουργείο. Με κράτησαν για νοσηλεία. Έμεινα εκεί τέσσερις-πέντε ημέρες. Πλενόμουν επανειλημμένα καθημερινά και αλειφόμουν με μια αλοιφή, που μου έδωσαν μέσα σ’ ένα μεγάλο μεταλλικό δοχείο. Φάνηκε πως θεραπεύτηκα. Τότε, έφυγα για το Τάγμα μου. Τους βρήκα σ’ ένα ύψωμα με μια απότομη πλαγιά που κατέληγε σε βαθιά χαράδρα. Με έβαλαν σκοπιά 12-2 τη νύχτα. Ψιλόβρεχε κι έκανε φοβερή παγωνιά. Κοιτάζοντας υποψιασμένα γύρω μου, βλέπω στο βάθος της χαράδρας κάτι αναλαμπές. Μου περνά απ’ το μυαλό η σκέψη, μήπως μας ετοιμάζουν οι Ιταλοί επίθεση νυχτιάτικα. Είχα μαζί μου και τέσσερις ιταλικές χειροβομβίδες, που μου ‘διναν κουράγιο. Και τότε με πλησιάζει ο διπλανός μου σκοπός και του λέω: «Εσένα πρώτη φορά σε βλέπω!» και μου απαντάει: «Πριν δυο-τρεις μέρες ήρθα. Ήμουν στο Νοσοκομείο, αλλά ήρθε εκεί ο Μεταξάς, μας είδε πολλούς και μας έδιωξε για το Μέτωπο». «Για κοίτα κάτω στη χαράδρα» του λέω. «Βλέπεις τα φωτάκια που αναβοσβήνουν; Λες να μας ετοιμάζουν επίθεση οι Ιταλοί; Αν μας επιτεθούν έχεις χειροβομβίδες;» «Έχω» μου είπε. «Ε! Ειδοποίησε και τον άλλο σκοπό να προσέχει. Και καθώς προχώρησε πιο πέρα, έπεσε όλμος και τον σκότωσε! Ευτυχώς… δεν έγινε τίποτ’ άλλο… Αργότερα, προχωρώντας στα χαμηλά του βουνού, έμαθα ότι οι αναλαμπές προέρχονταν από ένα είδος μεγάλων πυγολαμπίδων.
Όμως, ο πόλεμος συνεχιζόταν κι ο κίνδυνος παραμόνευε. Πιο πέρα σταματήσαμε κάτω από κάτι μεγάλα δέντρα. Όντας εκεί, οι Ιταλοί άρχισαν να μας χτυπάνε με όλμους. Ακούγονταν φωνές πόνου και κλάματα. Εγώ δεν είχα πλησιάσει ακόμα κοντά και γύρισα πίσω για να απομακρυνθώ, αλλά, συμπτωματικά συναντιέμαι με τον ταγματάρχη, με τον λοχαγό μας και με τη συνοδεία τους. «Ε! Εσύ πού πας;» λέει ο ανθυπολοχαγός. «Πάω να φέρω πολεμοφόδια» του απαντώ. «Άσε κάτω τον γιολιό», με διατάζει! Τον άφησα κάτω και έφυγα! Δεν ξαναγύρισα να τον πάρω. Απομακρύνθηκα αρκετά. Τότε συνάντησα τρεις-τέσσερις στρατιώτες, που είχαν ξαπλώσει για ύπνο. Κατάκοπος έκανα κι εγώ το ίδιο. Κουβέρτες βρήκα ελληνικές και ιταλικές από σκοτωμένους. Όσο για τον γιολιό…ας τον έχασα…δεν πειράζει, κι ας είχα μέσα και προσωπικά μου αντικείμενα…
Στη συνέχεια προχωρήσαμε για την Πρεμετή. Λίγο πριν φτάσουμε, μέσα στη νύχτα βλέπουμε αυτοκίνητα, που έρχονταν απ’ τα Τίρανα και θα πήγαιναν στρίβοντας στο Μπούμπεσι για τον Αυλώνα. Οι αξιωματικοί μας θέλησαν να διακόψουν το δρομολόγιό τους. Μπήκαμε σφήνα στην πορεία τους. Τρυπώσαμε μέσα σε αμπριά (=ορύγματα) προκατασκευασμένα. Οι Ιταλοί μας χτυπούσαν με όλμους και είχαμε τότε πολλά θύματα. Απογοητευτήκαμε και κάναμε τον σταυρό μας και για τη σωτηρία μας τάζαμε στους αγίους πολλά και διάφορα ο καθένας. Σε μια στιγμή λέω: «Σωπάστε, ρε παιδιά! Τίποτα δεν θα μας συμβεί!» Και τότε πέφτει ένας όλμος κοντά στην είσοδο της τρύπας, όπου στεκόμουν τελευταίος. Έξω είχαμε αφήσει τα όπλα μας και όλα γίνανε κόσκινο. Τα βλήματα του όλμου, αν σκορπούσαν ευθεία θα σκότωναν και ‘μένα και άλλους, αλλά σηκώνονταν σαν ομπρέλα καθώς χτυπούσαν πάνω στα τσουβάλια, που ήταν μπροστά απ’ το αμπρί, γεμάτα χώμα. Σκορπίζουν, λοιπόν, τα χώματα που ήταν στα τσουβάλια και με σκεπάζουν ολόκληρο. Μόνο το κεφάλι μου -με προσπάθεια- έμεινε έξω. Οι συνάδελφοι προσπάθησαν και με βγάλανε απ’ τα χώματα. Το χαλασμένο αμπρί μας το μερεμετίσαμε, αλλά χρειαζόταν κι άλλα τσουβάλια με χώμα, για να ‘ναι πλήρες. Όταν βράδιασε, βγήκαμε δυο-τρεις φαντάροι για σωματική ανάγκη. Εκεί που στάθηκα εγώ βλέπω δίπλα μου ένα τσουβάλι μισοχωμένο στο χώμα και λέω στον συνάδελφο: «Ένα τσουβάλι, ρε! Να το πάρουμε για το αμπρί.» Κι αυτός μου απάντησε: «Ασ’ το! Δεν είναι τσουβάλι, είναι πόδι νεκρού!».
Στην περιοχή μείναμε αρκετές μέρες. Είχαμε βάρδιες. Πότε μπροστά στ’ αμπριά, πότε πίσω, δεύτερη γραμμή αντίστασης. Ένα βράδυ, όταν ήμουν στη δεύτερη γραμμή μαζί με κάτι άλλους, πήγαμε πιο κάτω σ΄ ένα έρημο σπίτι, ανάψαμε φωτιά και ψήναμε καλαμπόκια. Όμως, μας κατάλαβε ο ανθυπολοχαγός, ο Ανδρεάδης και έρχεται σιγά-σιγά και, καθώς ήμασταν σκυμμένοι και ψήναμε τα καλαμπόκια, χτυπάει εμένα με το αλπίνι στην πλάτη και πέφτω σχεδόν λιπόθυμος, ενώ οι άλλοι το ‘σκασαν. Συνήλθα κάπως, μου έριξε κανά δυο αυστηρές ματιές και έφυγε. Το πρωί στο Προσκλητήριο με βλέπει και μου φωνάζει «Σαν σ’ αρέσει, ξανακάνε κοπάνα!» κι εγώ αυτομάτως του απαντώ: «Αυτό είναι το «ευχαριστώ» για την δικαιολογία που σου ‘φτιαξα στο Ιβάν;». Γύρω οι συνάδελφοι μάς κοιτούσαν ερωτηματικά. Αυτός έβγαλε ένα μολύβι και σημείωνε σ’ ένα δεφτέρι. Όλοι ζητούσαν να τους πω τι είχε συμβεί στο Ιβάν. Εγώ το αποσιώπησα, όμως σε ορισμένους φίλους αργότερα το είπα.
Η ιστορία της αρρώστιας μου με τη φαγούρα, δεν είχε φαίνεται ακόμα τελειώσει. Έτσι, ξαναπήγα στον γιατρό. Αυτός με δέχτηκε δύστροπα κι ήθελα να με διώξει χωρίς να με εξετάσει. Εγώ θύμωσα κι άρχισα τις απειλές. Αυτός τότε ρώτησε τον τόπο καταγωγής μου. Μετά την απάντησή μου, είπε πως η κατάσταση του πολέμου είναι πολύ δύσκολη, γιατί οι Γερμανοί μπήκαν στην Ελλάδα και προχωρούσαν για Θεσσαλονίκη και ΄μεις είμαστε αναγκασμένοι να συνθηκολογήσομε και να αρχίσει η Υποχώρηση. Μου συνέστησε να φύγω και να μην πω σε κανέναν τίποτα. Έφυγα και, όταν πήγα στο τάγμα, το δυσάρεστο νέο, είχε μαθευτεί. Εκεί ο υπολοχαγός μάς είπε ότι θα επιχειρήσουμε να πιάσουμε δεύτερη γραμμή αντίστασης, για να υποχωρήσουν και τα αδέρφια μας της πρώτης γραμμής με προστασία, ώστε να μην πάθουμε ό,τι έγινε στη Μικρασιατική Καταστροφή. Εμείς, όμως…όπου φύγει, φύγει… Ευτυχώς, είχα σ’ ένα σακίδιο κάτι κουραμάνες από έναν συνάδελφο φίλο, τον Αναστασιάδη. Τη νύχτα κοιμηθήκαμε όπως-όπως και το πρωί δεν βρήκα το σακίδιο! Η επιστροφή ήταν πολύ δύσκολη. Από βουνό σε βουνό… Όταν φτάσαμε στον κεντρικό δημόσιο δρόμο είδαμε πολύ στρατό να καταφτάνει εκεί. Όλοι στην Υποχώρηση! Σε κάποια στιγμή έρχεται ένας αξιωματικός καβαλάρης πάνω σ’ άλογο και μας λέει: «Παιδιά, κουράγιο! Περπατήστε, όσο πιο γρήγορα μπορείτε, για να πλησιάσουμε τα Γιάννενα! Δεκαπέντε χιλιόμετρα έξω απ’ την πόλη θεωρούμαστε αιχμάλωτοι!» Τότε επικράτησε πανικός! Πετάξαμε ό,τι άλλο βάρος είχαμε και κρατήσαμε μόνο τα όπλα. Προσπαθούσαμε να φτάσουμε στα Γιάννενα, όσο πιο γρήγορα γινόταν. Φτάνοντας εκεί πήγαμε στην πλατεία και παραδώσαμε τα όπλα. Τότε μάθαμε ότι αυτοκτόνησε και ένας αξιωματικός. (συνεχίζεται)
6η ανάρτηση με τη συνέχεια της αφήγησης των εμπειριών του στρατιώτη Σίμου Κωνσταντακόπουλου από την Ελληνοϊταλική σύγκρουση στην Αλβανία, το 1940-41.
Στη φωτογραφία εικονίζεται ο ίδιος με το ισόβιο έντυπο παρεάκι του, τον καιρό που παράτησε πια το αλέτρι κι έπιασε το στυλό, για να καταγράψει με συγκίνηση τις αναμνήσεις του, το έτος 1990 στην ηλικία των 80 περίπου χρόνων του…Δεν αμφισβητείται η αλήθεια των λογής γεγονότων που αναφέρει, γιατί αυτά αποκρυσταλλώθηκαν ως έντονα βιώματα, που ‘χαν συχνά τη χροιά του θανάτου. Συνάμα, αυτές οι αναμνήσεις γίνονταν κάθε τόσο και εν μέρει αφήγημα σε παρέες οικείων, που ενδιαφέρονταν να τις ακούσουν!
[..] Ένιωθα πολλή κούραση και σκεφτόμουν πως γλύτωσα μεν από τις μάχες στην Αλβανία, αλλά θα πέθαινα από υπερκόπωση στα Γιάννενα!
Οι στρατιωτικές φάλαγγες έπειτα κατευθύνονταν προς την πλατωσιά του κάμπου. Σε διάφορες γωνιές στέκονταν πολλές γυναίκες και μας κοίταζαν. Αποταθήκαμε σε δυο-τρεις παρέες λέγοντας περίπου: «Θειάδες, κυράδες, πάθαμε υπερκόπωση…βάλτε μας κάπου να μείνουμε τη νύχτα…κανά απαγκερό μέρος, καμιά αποθήκη…θα πεθάνουμε απ’ την απαγιάδα της νύχτας…» Όμως, η στάση τους ήταν αρνητική, γιατί φοβούνταν και τις ψείρες, που κουβαλούσαμε και μήπως έχουν να κάνουν με απατεώνες, γιατί συνέβαιναν κι απατεωνιές. Έβαλα και ‘γω το κεφάλι κάτω και, όπως βάδιζα με όλο το μπουλούκι τους στρατιώτες, έκανα τον σταυρό μου και σκεφτόμουν πως, αν είχα μια κουβέρτα, θα γλύτωνα το κρύο και παρακαλούσα την Παναγιά να μου φανερώσει μια! Και τι να πω! Καμιά τριανταριά βήματα πιο κάτω, βλέπω στα πόδια μου μια κουβέρτα! Φαίνεται πως από κάποιον στρατιώτη είχε πέσει…την πήρα! Έκανα πάλι τον σταυρό μου από χαρά! Δεν ήταν ελληνική, ούτε ιταλική, ήταν καινούργια, αμεταχείριστη, στενή, απ’ αυτές που έχουν οι αξιωματικοί. Αυτό κι αν ήταν θαύμα! Φθάσαμε στον κάμπο. Διπλώθηκα με την κουβέρτα και αποκοιμήθηκα σαν αναίσθητος όλη τη νύχτα.
Το πρωί είχα συνέλθει κάπως… Τότε μαζί με άλλους ήρθα ξανά στα Γιάννενα για ανεφοδιασμό. Κατά σύμπτωση βρεθήκαμε μπροστά σ’ ένα κτήριο με στρατιωτικά εφόδια. Εκεί ήταν και πολλοί άλλοι συνάδελφοι κι ανέβαιναν τη σκάλα να πάρουν ό,τι βρουν. Όμως στο κεφαλόσκαλο στεκόταν ένας αξιωματικός με έναν βούρδουλα και βάραγε στο κεφάλι όποιον πλησίαζε. Στο προαύλιο ήταν αποθηκούλες με σκόρπια παλιά άρβυλα. Ψάχνω και βρίσκω μια αρβύλα πιο μεγάλη και μια πιο μικρή. Βγάζω τις ιταλικές που φορούσα κι ήταν ξεσκισμένες και φοράω αυτές που βρήκα, που ήταν πιο γερές. Έπειτα έφυγα και πήγα εκεί που είχαμε καταυλιστεί. Βρήκα τότε και τον συμπατριώτη μου Παν. Στασινόπουλο (γνωστός στο Νησί με το παρατσούκλι «Χάρος»!) Ήταν κουρασμένος, πεινασμένος και άρρωστος. Πιο ‘κει δυο συνάδελφοι συζητούσαν για ανταλλαγή ενός ζευγαριού εγγλέζικες μπότες με ένα ζευγάρι τσαρούχια! Τους ρωτάω πού τα βρήκαν και μου είπαν πως τα πήραν απ’ το κτήριο με το υλικό ανεφοδιασμού. Είπαν ακόμη πως ο αξιωματικός με τον βούρδουλα έφυγε και πως το υλικό ήταν ελεύθερο. Λέω τότε στον Στασινόπουλο («Χάρο»): «Θα πάω στην πόλη και ό, τι βρω!». Και επειδή ήταν άρρωστος, τον σκέπασα με την κουβέρτα, που είχα βρει. Έφθασα στο γνωστό κτήριο. Βλέπω στην είσοδο δυο χωροφύλακες και στην πόρτα της διπλανής αποθήκης άλλον χωροφύλακα. Δεν επέτρεπαν. Οι στρατιώτες, που είχαν καταφθάσει εκεί κάτι να πάρουν, έφυγαν. Εγώ εξαντλημένος κι απ’ την πείνα κάθισα εκεί κοντά σ’ ένα κατώφλι.
Ύστερα από λίγο έρχονται τρεις χωροφύλακες, κάτι είπαν στους άλλους, που φύλαγαν τα εφόδια, και μετά μπήκαν στις αποθήκες. Σηκώνομαι και ‘γω να πάω μέσα, αλλά δεν μου επέτρεψαν. Τότε τους παρακάλεσα, λέγοντας περίπου: «Αφήστε με να πάρω κάτι να ντυθώ…πώς να πάω μ’ αυτά τα ξεσκισμένα ρούχα στο χωριό μου…» Με κοίταξαν σαν να με λυπήθηκαν και μου επέτρεψαν να μπω. Βλέπω τους χωροφύλακες να γεμίζουν πολλά σακίδια. Άρχισα και ‘γω να παίρνω. Φόρεσα καινούργια χλαίνη, καινούργια άρβυλα κι έβαλα στο σακίδιο τσαρούχια, εσώρουχα και τρεις-τέσσερις κουβαρίστρες, για δώρο στη μάνα μου! (Και να πω! Τις χρειάστηκε αργότερα να μπαλώνει, γιατί λόγω Κατοχής ήταν δυσεύρετα πολλά απαραίτητα πράγματα και ρούχα και κλωστές!). Κατεβαίνοντας στο προαύλιο κοιτάζω προς την ταράτσα του κτηρίου και βλέπω τέσσερις Γερμανούς με τα αυτόματα στα χέρια. Εμένα, λόγω του ότι κουβαλούσα μόνο ένα σακίδιο -πράγμα που είχαν όλοι οι στρατιώτες- δεν με ενόχλησαν. Έφυγα και πήγα στον στρατιωτικό καταυλισμό. Με είδε ο λοχαγός μου ο Τσίχλης και κούνησε το κεφάλι του υποτιμητικά. Αυτός δεν με «χώνευε», γιατί προερχόμουν από το Ναυτικό και ήμουν γι’ αυτόν «καραβόξυλο!» όπως μ’ έλεγε. Εκεί μαθαίνω ότι στις αποθήκες οι Γερμανοί σκότωσαν τρεις-τέσσερις στρατιώτες! Εγώ πιστεύω ότι οι σκοτωμένοι ήταν οι χωροφύλακες, γιατί κατέβαιναν τη σκάλα με μπόλικο πράγμα! [συνεχίζεται]
16-11-2021
7η ανάρτηση (τελευταία) της συνέχειας της γραπτής αφήγησης του Σίμου Κων/λου για την εποχή του ’40-’41.
Στη Α΄ φωτογραφία προβάλλεται ο Μεσσήνιος ηρωικός ταγματάρχης του 28ου Συντάγματος Πεζικού Γεώργιος Μπουλούκος (1894-1941), που σκοτώθηκε μαχόμενος νικηφόρα στις 9 Γενάρη του ’41 για την κατάληψη του υψώματος Γκαρονίν, μέσα σε χιονοθύελλα, και τιμήθηκε ως νεκρός με τον βαθμό του Αντισυνταγματάρχη. Ας σημειωθεί ότι είχε προηγηθεί στις 30 Δεκεμβρίου 1940 από τον ίδιο η κατάληψη της οροσειράς Σερβάνι μέσα σε ανεμοθύελλα. Η νικηφόρα αυτή μάχη σήμαινε 800 Ιταλούς νεκρούς και 700 Ιταλούς αιχμαλώτους…
Στη Β΄ και στη Γ΄ φωτογραφία απεικονίζεται ο αείμνηστος δάσκαλός μας Κων. Μπουντούρης μέσα από εκδηλώσεις της σχολικής ζωής του Γ΄ Δημ. Σχολείου Μεσσήνης στα έτη 1960 και 1962, που συμμετείχε και αυτός στον Εθνικό Αγώνα και αναφέρεται η παρουσία του στο κείμενο.
[…] Φεύγοντας από τα Γιάννενα και προχωρώντας νοτιότερα, συνάντησα το 9ο Σύνταγμα του Κιτσέα. Λίγο αργότερα ακούω μια φωνή «Σίμο! Σίμο!» κοιτάζω προς τα ‘κει (τότε άκουγα καλά!) ήταν ο δάσκαλος ο Μπουντούρης, είχε τον βαθμό του λοχία κι ήταν καβάλα πάνω σε άλογο! Πίσω του ακολουθούσε ένα άλογο δεμένο με το σκοινί του απ’ τα κολιτσάκια του πρώτου, χωρίς καβαλάρη. «Έλα, ανέβα!» μου λέει ο δάσκαλος. Τι τύχη! Έτσι προχωρώντας φτάσαμε κάποτε στο Αγρίνιο. Εκεί τον έχασα τον δάσκαλο, προφανώς πήγε να βρει αγοραστή για τα άλογα. Εγώ ετοιμαζόμουν να ξενυχτήσω κάτω από μια ταράτσα. Τότε μου λέει ένας συνάδελφος: «Πιο κάτω έχουν περσευάμενο φαΐ οι Γερμανοί και είπαν όποιος θέλει να πάει να πάρει!» Πεινούσα πολύ και τρέχω! Μου γέμισαν την καραβάνα ρύζι ανακατεμένο με διάφορους καρπούς . Είχε μέσα σταφίδες, χουρμάδες κ.α. …
Το πρωί συζητούσαμε ποιο δρόμο θα πάρουμε. Κατά σύμπτωση, έρχεται ένας χωρικός με το κάρο του και μας λέει: «Όποιος είναι για την Πελοπόννησο με 5 δραχμές θα τον πάρω για το Αιτωλικό κι από ‘κει πληρώνοντας 10-15 δραχμές σε καΐκι θα περάσει στην Πελοπόννησο, κοντά στην Πάτρα». Τότε νοιάστηκα να βρω αγοραστές για τη χλαίνη (είχε πια ζεστάνει ο καιρός!) και για τα τσαρούχια για να εξοικονομήσω τα χρήματα. Έτσι και έγινε. Βγήκα μαζί με άλλους κοντά στην Αχαγιά. Εκεί βλέπω σ’ έναν κήπο μια μουσμουλιά κατάφορτη με ώριμους καρπούς. Απλώνοντας τα χέρια μου κόβω μερικά μούσμουλα και τρώω και ‘γω και οι άλλοι της παρέας. Πάω να κόψω κι άλλα και βγαίνει η κυρά του σπιτιού και λέει «Φτάνουν αυτά! Αρκετά κόψατε!». Πετάγεται ο γιος της, 15-17 ετών παλικάρι, κόβει κι άλλα και μας τα δίνει! Πιο πέρα ήταν ο σιδηροδρομικός σταθμός της Αχαγιάς. Ρωτάμε εκεί: «Πότε έχει τραίνο για την Καλαμάτα;». Μας λένε: «Το πρωί θα περάσει το τραίνο των Πατρών!».
Ξημέρωσε, επιβιβαστήκαμε, ξεκίνησε! Έκανε πολλές στάσεις, πήγε και στην Κυπαρισσία,.Έτσι φθάσαμε το βραδάκι στη Μεσσήνη.
Και εδώ τελειώσανε τα βάσανα του πολέμου…Αλλά μεσολάβησε η Κατοχή και είχαμε νέα βάσανα…Αυτά ας μη τα λογαριάσουμε…
Τέλος
Maria Papoutsi
Ωραία η φωτογραφία του δάσκαλου, αλλά κι ο…περίγυρός του εξίσου ωραίος!!!!!!!!!!!!!!!
Panagiotis Diamantakos
Ο Μπουντουρης ηταν δασκαλος απο το 1945 περιπου μεχρι το 1953, στην Αναληψη. Εγω βεβαια δεν τον προλαβα, αλλα εχουν να λενε τα καλλυτερα λογια οσοι τον ειχαν δασκαλο.
Κική Πατρίκη
Panagiotis Diamantakos Ναι, ήρεμος άνθρωπος…Ας είν’ αναπαυμένος …
Τζένη Δρακοπούλου Μεταξά
Ο Μπουντούρης! Ο τέλειος δάσκαλος!
Προσιτός σε όλους τους μαθητές…θυμάμαι ακόμα που ενθάρρυνε έναν συμμαθητή μου Καραχάλιος ονόματι( ρομά) και όλους τους αδύνατους μαθητές.
Εκτός θέματος η αναφορά μου….αλλά είχα χρόνια να ακούσω γι αυτόν τον λατρευτό μου δάσκαλο!
Εν κατακλείδι, τέλειωσε και αυτή η υπέροχη ιστορία του Σίμου Κωνσταντακόπουλου.
Περιμένω κι άλλα ….
Ευχαριστώ Κική μου
Κική Πατρίκη
Τζένη Δρακοπούλου Μεταξά Χαίρομαι γι’ αυτήν την…» εκτός
θέματος αναφορά » σου ! Επικυρώνει τη γενική αντίληψη για τη μνήμη του! Ναι, ήταν «Καλός»!
Μου έδινε κουράγιο για τη φροντίδα των αναρτήσεων η ιδέα ότι περίμενες τη συνέχεια! Εγώ σ’ ευχαριστώ , Τζένη !
Bill Theodoropoulos
Εμένα ο πατέρας μου που γύρισε με τα πόδια από το Τεπελένι μου έλεγε πως περπατούσε ΜΌΝΟ ΝΎΧΤΑ κρυφά για να μην τους πιάσουν οι Ιταλοί,οι οποίοι στα Γιάννενα τους πήραν ό,τι είχαν μαζί τους ( μπότες,χλένες,ξυφη- λάφυρα από Ιταλούς αιχμαλώτους στο μέτωπο…) Πουθενά δεν τους πρόσφεραν φαγητό ΟΎΤΕ Ιταλοί, ΟΎΤΕ Γερμανοί!!!! Μάλιστα για τρείς μήνες βρέθηκε στο νοσοκομειο στη Πάτρα από πνευμονία!!!!!!!! Δεν μας είπε ΟΥΤΕ για τρένο από Πάτρα- Μεσσήνη !!! Μόνο ποδαρόδρομο ,μόνο νύχτα και επί μήνες!!! ΜΆΛΙΣΤΑ τη νύχτα έμπαινε σε μαντριά που δεν είχαν σκυλιά και άρμεγαν κατευθείαν στο στόμα τους γάλα από τα πρόβατα !!! Αυτό ήταν το φαγητό του/!!!!!!
Αυτή ήταν η επιστροφή από το μέτωπο Τεπελένι- Περδικόβρυση ( Ράδου) Μεσσήνη Μεσσηνίας,όπου και εδώ Περδικόβρυση-Ράδου,
Ιταλούς βρήκε μπροστά του μέχρι που η Ιταλία στράφηκε κατά του Χίτλερ, οπότε ανέλαβαν όλη την Επικράτεια οι Γερμανοί. Εξαίρεση υπήρξε η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη ,την οποία οι Γερμανοί παρέδωσαν δώρο στους Βούλγαρους οι οποίοι υπήρξαν χειρότεροι από κάθε κατακτητή που έχει γνωρίσει ο ελληνισμός διαχρονικά…..και με τους οποίους ΔΥΣΤΥΧΏΣ συνεργάστηκαν ΕΑΜ και ΚΚΕ με ειδική Συμφωνία , μάλιστα ακόμη και προς το τέλος του πολέμου, δεσμευομενοι μάλιστα μεταξύ άλλων για ίδρυση μελλοντικά ανεξάρτητης……. Μακεδονίας με ελληνικά κυρίως εδάφη!!!! Μήπως σας λέει κάτι η Συμφωνία των Πρεσπών του Τσίπρα;
Αν κάποιος αμφιβάλει μπορεί να βρει τη Συμφωνία (εύκολο είναι πλέον) και μετά ας πει ότι νομίζει!!!!
Κική Πατρίκη
Bill Theodoropoulos Σ’ ευχαριστώ, που συμπλήρωσες, φίλε Βill !
Aυτοί οι καιροί, με λιγότερες ή περισσότερες κακουχίες, είναι καιροί βίας και θανάτου ! Ας μη τους
ξαναζήσει το Έθνος μας πια …
Προβολή Σχολίων










