Πάσχα, 1975, Νησιώτικη παρέα
Ανημερα Πασχα του 1975, πανω στο δρομο μας, κρατωντας τα ταψια με το ψητο αρνακι, απο το φουρνο του Νιονιου του Θωμοπουλου, πρωην Στελιου Δρακοπουλου, στην Παλαια Βρυση.
ΠΡΟΣΩΠΑ: Τούλα Καλογεροπούλου, Αμαλία Λιάππα, Βασιλική Καλογεροπούλου και Ελένη Λιάππα.
από την Βασιλική Καλογεροπούλου
ΤΟ ΨΗΤΟ ΤΗΣ ΚΥΡΑ ΖΩΗΣ
Δεκαετία του ’70, Δευτέρα του Πάσχα και κατά το έθιμο, το αρνάκι στο φούρνο με πατάτες. Ο φούρνος του συγχωρεμένου του Στέλιου του Δρακόπουλου, κάτω στον αρυάκα, ήταν στα χέρια του Νιόνιου του Θωμόπουλου, μάλλον είχε φύγει γιά την Αθήνα ο Δρακόπουλος.
Ο φούρνος εξυπηρετούσε το συνοικισμό όλο και τη μισή ενορία των Τριών Ιεραρχών, έτσι γινόταν το σώσε κάθε Δευτέρα του Πάσχα.
Είχα κατέβει κι εγώ από την Αθήνα και όταν μεσημέριασε και άρχισαν τα έντερα να διαμαρτύρονται, κατευθύνθηκα με τη μαμά μου, την εξαδέλφη μου και τη θεία μου προς το φούρνο. Τι ήταν αυτό ;;; Λαϊκό προσκύνημα θα το έλεγα. Γυναίκες, παιδιά, άνδρες, που επίσης πεινούσαν αυτοί και ένα σωρό άλλοι στο σπίτι, είχαν καταφθάσει στο δρομάκι, που στο τέρμα του βρισκόταν η είσοδος του φούρνου και που το χώριζε ένα πεζουλάκι από τον αρυάκα, του οποίου η κοίτη χαμηλά είχε αρκετό νερό. Εκεί έκαναν μακροβούτια αμέριμνα μικρά και μεγάλα βατράχια αφήνοντας που και που κανά κόασμα. Σταυροχέρι οι πιό πολλοί είχαν ακουμπήσει την πλάτη τους άλλοι στον τοίχο του φούρνου και άλλοι στην πεζούλα του στενού και περίμεναν
την ….έξοδο του ψητού !!!!
Οι κουβέντες και τα κουτσομπολιά έδιναν και έπαιρναν, τα παιδιά τρέχανε δώθε κείθε και επικρατούσε μιά βαβούρα, που αν σταματούσε θα άκουγες το γουργουρητό των εντέρων, ιδιαίτερα όταν ο Νιόνιος άνοιγε το φούρνο, έβγαζε κανά δυό ταψιά, τρύπαγε το κρέας να δει αν έβρασε και η ευωδιά κρέατος και πατατών έφθανε στα ρουθούνια όλων !!!! Τρέχαμε όλοι στο μεγάλο παράθυρο και προσπαθούσαμε να δούμε τίνος είναι το ταψί, αλλά, αν δεν ήταν παράξενου σχήματος η πήλινο δεν καταλαβαίναμε, γιατί μπάσε βγάλε, τα γράμματα με την κιμωλία γραμμένα, είχαν μισοσβήσει και μόνο αυτός καταλάβαινε τίνος ήταν ,από τα ….κατσαρογραμμένα ονόματα. Αλοίμονο, ο Νιόνιος τα ξανάβαζε μέσα και έκλεινε καλά το στόμιο του φούρνου με εκείνο το ημικυκλικό σίδερο με τη χουφτίτσα. Γενική απογοήτευση !!! Ακούγονταν σχεδόν από όλους το: » άντε ρε Νιόνιο ακόμα ;;;» και το: «τι θα γίνει ρε Νιόνιο θα φάμε καμιά φορά; βγάλτο το ρημάδι, η ώρα πήγε μία !!!!!». «Ωμό το θέλετε;;» Ρώταγε ο Νιόνιος. «Ε όχι και ωμό, αλλά, πεινάμε !!! «. «Σε λίγο» απάνταγε σαν προφήτης αυτός, σεβόμενος την άσπρη του ποδιά.
Μετά ξανάρχιζε η κουβέντα γιά να ξεχαστεί η πείνα.
Κάποια στιγμή, μετά από εμάς, είχε καταφθάσει και ο κυρ Μανώλης ο Μιχελής, ένα κοντό, αδύνατο, πλην όμως συμπαθητικό γεροντάκι, που έσκυψε στο παράθυρο και ρώτησε το Νιόνιο αν έγινε το φαϊ του. «Δεν έγινε κανένα ακόμα, δε μας βλέπεις που περιμένουμε ;;» πεταχτήκαμε όλοι εν χορώ, εκνευρισμένοι μπορώ να πω, που δεν είχε συμβεί αυτό, οπότε δε χρειάστηκε να απαντήσει ο …ψήστης, έτσι το γεροντάκι έκατσε πιό κει στο πεζούλι του αρυάκα και περίμενε κι αυτό.
Μετά από αρκετή ώρα βγήκαν κάμποσα, φώναξε τα ονόματα ο Νιόνιος, δικό μου, δικό μου φώναξαν οι …τυχεροί ιδιοκτήτες, πλήρωσαν, έσκισαν κάτι εφημερίδες που ήταν σε μιάν άκρη και τις δίπλωσαν γιά να μην καούν πιάνοντας το ταψί, πήρε ο καθένας το δικό του και τρεχάλα γιά το σπίτι συνοδευόμενοι από ένα σωρό: «καλή σας όρεξη, και του χρόνου»!!!
Η αλήθεια είναι πως η ώρα είχε περάσει αρκετά αφ΄ ότου είχε έρθει το γεροντάκι, αλλά δεν μπορούσε να μπει και στο φούρνο γιά να ψηθεί πιό γρήγορα το φαϊ του, όπως και όλοι μας άλλωστε, οπότε νάσου και καταφθάνει με τη γκρι της ποδιά η κυρά Ζωή, η γυναίκα του κυρ Μανώλη. Μιά γυναίκα παχουλή, σαφώς πιό ψηλή από αυτόν, μιά γυναίκα που είχε δυνατή φωνή και ακουγόταν από μακριά, όταν κουβέντιαζε με καμιά γειτόνισσα.
Ωχ !!!! είπαμε όλοι από μέσα μας, καθώς αντιληφθήκαμε από τη φούρια της, ότι ήρθε μπουρινιασμένη και δεν είχαμε άδικο. Η κυρά Ζωή λοιπόν έβαλε τα χέρια στη μέση, κοίταξε βλοσυρά από το παράθυρο το Νιόνιο και ρώτησε στεντορίως, τεντώνοντας το κεφάλι της προς τα πίσω: «Δε μου λες μωρέ λεβέντη πού ‘ναι το πράμα το δικό μου ;;; »
Ο Νιόνιος κατακοκκίνισε, όλοι μας βάλαμε τα γέλια και κάμποσοι πετάχτηκαν και της απάντησαν γελώντας: «εφτού το έχεις το πράμα σου» και έγινε μεγάλος τζερτζελές, που έκανε την κυρά Ζωή να εξαγριωθεί πιό πολύ.(Συγγνώμη παιδιά γιά την έκφραση, αλλά, είναι τα λόγια της ακριβώς, σαν να τα ακούω τώρα, χα χα χαα !!!!).
Τότε πήρε θάρρος ο άντρας της, την έπιασε από την ποδιά και της είπε: Άει μωρ’ Ζωή τράβα στο σπίτι, που ‘ρθες να ρωτήσεις που ‘ναι το δικό σου το πράμα !!!! Εγώ τι κάνω εδώ χάμου; δε βλέπεις τόσους γειτόνους που περιμένουνε ;; »
Εκείνη ξαφνιάστηκε με την όλη αντίδραση, προφανώς μέσα στα νεύρα της δεν είχε σκεφτεί τον αντίκτυπο, που θα είχε η φράση που είπε, (ο λόγος έχει αντίλογο που λένε), σαστισμένη έριξε άγριες ματιές σε όλους και πριν γυρίσει να φύγει είπε στον άνδρα της απειλώντας τον με το δάχτυλο τεντωμένο:
» ‘Αμα δεν είσαι σε ένα τέταρτο στο σπίτι σ’ έφαγα !!!!». Άλλα γέλια από ‘κει !!!! Το γεροντάκι ξαναζάρωσε στο πεζούλι.
Εμείς φύγαμε πριν τον κυρ Μανώλη και δεν ξέρω πόσο να άργησε, αλλά, προφανώς αντί να φάει τον κυρ’ Μανώλη η κυρά Ζωή θα μπουκώθηκε με το αρνάκι και τις πατατούλες καυτές-καυτές, που θα πήρε κανά δυό κιλά ακόμα βάρος !!!! Θεός σχωρέσ’ τους και τους δύο !!!
Αυτή η φωτογραφία φίλοι μου είναι τραβηγμένη εκείνη τη Δευτέρα Πάσχα, είμαστε με τα ταψιά στα χέρια, από αριστερά η μαμά μου Δήμητρα Καλογεροπούλου, η εξαδέλφη μου Αμαλία Λιάππα, εγώ και η θεία μου Ελένη Λιάππα
