Από τα “Νησιά” στη “Μεσσήνη”

Η κεντρική περιοχή της Μεσσήνης σε αεροφωτογραφία τα μέσα της δεκαετίας του 1950, όταν ακόμη διατηρούσε τα παλιά της χαρακτηριστικά. Η νεότερη πόλη προέκυψε μέσα από επί μέρους οικιστικούς πυρήνες που αναπτύχθηκαν πάνω σε χαμηλά υψώματα, μια διαδικασία που άφησε τα πολεοδομικά της αποτυπώματα.

«Νησιά» και «χώρα Νησί»

Μια πρώτη ιστορικογεωγραφική εικόνα μας δίνει ο Αγγλος Μπέρναντ Ράντολφ που βρέθηκε στην περιοχή στα τέλη της πρώτης τουρκοκρατίας κάπου ανάμεσα στο 1671 και το 1679. Γράφει λοιπόν ότι “Προς τα δυτικά (της Καλαμάτας) απλώνεται μεγάλη και εύφορη πεδιάδα στην οποία υπάρχουν πολλά ελληνικά χωριά, και δύο μικρές πόλεις, που η μια λέγεται Κουτσούκ Μάνη (σ. σ. Μικρομάνη) και η άλλη Νησιά. Η τελευταία αποτελείται επί το πλείστον από μικρές νησίδες , που δημιουργούνται από μικρά ποτάμια, κι’ οι νησίδες στη λαϊκή ελληνική λέγονται Νησιά”. Είναι προφανές ότι η κατοίκηση στην περιοχή του Νησιού παρουσιάζει ασυνέχεια, καθώς δεν μπορούσαν να κατοικηθούν τα σημεία που περνούσαν ρέματα και χώριζαν την περιοχή σε “νησίδες” που δημιουργούσαν τα χαμηλά υψώματα.
Μια άλλη πληροφορία του Σταύρου Χ. Σκοπετέα για την εκκλησία της Αγίας Σοφίας στην Καρδαμύλη, παρέχει ανάλογη πληροφορία για την ίδια περίπου εποχή: “Εκ του κτητορικού (ανεκδότου) της επάνω Αγίας Σοφίας διδασκόμεθα ότις εις τους αχλ (1630) εκτίσθη ο Ναός ούτος και στους αψ΄(1700) απογραφίσθη. Η εικονογράφησις εγένετο δια χειρός Γεωργίου Μακρυμάλλη από χώραν Νησί”. Ο συγγραφέας τονίζει πως “ο ιστορικογεωγραφικός όρος “χώρα” εχρησίμευεν ίνα δηλώση ότι το χωρίον ήτο διεσπασμένον εις συνοικίας, με μεγάλην έκτασιν γης, παρέχον την όψιν εκτεταμένης πόλεως ή περιοχής κατωκημένης”.

Απογραφή Γκριμάνι

΄Αυτή η οικιστική πολυμορφία αποτυπώνεται στην απογραφή του 1700 από τον Ενετό Γενικό Προβλέπτη Γκριμάνι που έχει δημοσιεύσει ο συμπατριώτης μας σπουδαίος ιστορικός Βασ. Παναγιωτόπουλος. Το Νησί δεν χωρίζεται σε ενορίες όπως για παράδειγμα η Καλαμάτα, αλλά σε οικισμούς ως εξής:
Οικισμός Οικογένειες Πληθυσμός
Nixi 90 274
Parochia del Sachelario 39 141
Nixi Limocori 65 265
Nixi [Nissi] 194 680
Ο Β. Παναγιωτόπουλος αναφερόμενος στις περιοχές που απογράφονται αναφέρει:
Nixi – Νησί [Ενορία Αγίων Αποστόλων]
Parochia del Sachelario – Ενορία του Σακελλάριου [Αγ. Ιωάννου;]
Nixi Limocori – Νησί, Λιμοχώρι [Ενορία Αγ. Δημητρίου]
Ο πληθυσμός που αναφέρεται είναι ενδεικτικός του μεγέθους της πόλης, καθώς αυξάνεται τους χειμερινούς μήνες όταν φθάνουν (και) εδώ οι πανωκατεβάτες από την Αρκαδία που μεταφέρουν τα κοπάδια τους στα πεδινά. Ο αριθμός τους φαίνεται πως είναι συγκριτικά μεγάλος καθώς ο Ενετός Καταστιχωτής Δομίνικος Γρίττης σε έκθεση που συνέταξε το 1691 αναφέρει ότι στην περιοχή του Νησιού θα πρέπει να κατασκευαστούν μαντριά, έτσι ώστε το χειμώνα που κατεβαίνουν από τα ορεινά να συγκεντρώνονται σε συγκεκριμένους χώρους όπου θα πληρώνουν ενοίκιο και θα μαζεύεται η κοπρία για λίπασμα.
Παράλληλα σημειώθηκε μεταγκατάσταση οικογενειών καθώς με την έκθεση που προαναφέρθηκε προτεινόταν η παραχώρηση εκτάσεων για καλλιέργεια με σκοπό την αύξηση της παραγωγής για την ενίσχυση του εμπορίου και των φορολογικών εσόδων.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ
Κάπως έτσι είναι διαρθρωμένη η πόλη και μετά την απελευθέρωση αλλά τότε ο πληθυσμός αυξάνεται θεαματικά. Σε αυτή καταφθάνουν μεγάλες οικογένειες από τα αρκαδικά χωριά και κυρώις το Αρκουδόρεμα, το Γαρζενίκο και δευτερευόντως το Ζυγοβίστι και άλλα.
Η πληθυσμιακή εξέλιξη αποτυπώνεται στις απογραφές ως εξής: 1865 – 3.692 κάτοικοι. 1861 – 4.790 κάτοικοι. 1870 – 5.397 κάτοικοι. 1879 – 5.853 κάτοικοι. 1889 – 6.325 κάτοικοι. 1896 – 6.175 κάτοικοι. 1907 – 6.039 κάτοικοι.

Τα «-έικα» και το «λάι»

Το Νησί αρχίζει να οργανώνεται οικιστικά με πολεοδομικό πυρήνα την οικογενειακή εγκατάσταση. Ακόμη και σήμερα στην τοπική παράδοση μένουν τα διάφορα “-έικα”, περιοχές δηλαδή με πρόθεμα το όνομα της οικογένειας (για παράδειγμα Ρουτσέικα, Τσαμέικα, Γκουζουνέικα, Πλαταρέικα, Φακωνέικα).
Ο τρόπος διασποράς στην πόλη έχει ως αφετηρία την καταγωγή πολλές φορές και γίνεται σε σημεία ασφαλή από τις βροχοπτώσεις. Αυτή η πολεοδομική οργάνωση δημιουργεί ένα μοντέλο το οποίο εκ του ασφαλούς και από πολύ παλαιά, επικρίθηκε με διάφορους χαρακτηρισμούς. Αποτελεί όμως ένα σπάνιο ιστορικό μοντέλο, δηλωτικό των χαρακτηριστικών οίκησης στην πόλη, που αξίζει να καταγραφεί.
Τα σπίτια της οικογένειας αναπτύσσονται γύρω από έναν μικρό με τα σημερινά δεδομένα κοινόχρηστο χώρο, συνήθως ελλειπτικής μορφής, το γνωστό “λάι” που στην τοπική διάλεκτο σημαίνει “αλώνι”. Πιθανολογώ ότι πρόκειται για λέξη δωρικής καταγωγής που μεταφράζεται στη νεότερη ελληνική ως “δρεπάνι”. Ολα αυτά τα στοιχεία δένουν μεταξύ τους και πράγματι εκεί άπλωναν εκείνα τα χρόνια τη σοδειά των μελών της οικογένειας προκειμένου να υπάρχει άμεσος κίνδυνος και να είναι προφυλαγμένη από κλοπές. Στην πορεία η διαδικασία αυτή ατόνησε και το λάι έμεινε μόνον ως παραδοσιακό πολεοδομικό στοιχείο τη αγροτικής οργάνωσης του χώρου. Ενας κοινόχρηστος χώρος για το παιχνλιδι των παιδιών και τη ρούγα των γυναικών.
Ο τρόπος με τον οποίο αυτοί οι οικισμοί τοποθετούνται στο χώρο, έχει να κάνει με την γεωμορφολογία της περιοχής και τις κλιματολογικές συνθήκες. Οι βροχές από μόνες τους έχουν δημιουργήσει μικρά και μεγάλα ρέματα τα οποία τον χειμώνα πλημμυρίζουν. Οι άνθρωπο το γνωρίζουν και κτίζουν τα σπίτια τους με τρόπο που να μην κινδυνεύουν από τα νερά. Ετσι εξηγείται η εικόνα που μας δίνουν ο Κορύλλος και Θεοχάρης για το 1891 όταν γράφουν “αι οικία, πλην ολίγων εξαιρέσεων, είναι χθαμαλαί και ακανονίστως ωκοδομημέναι, οι δε οδοί, τα πλείστα και σκολιαί”. Τα νερά της βροχής σχημάτιζαν μεγάλα ρέματα σχεδόν ποτάμια, τα οποία χώριζαν την πόλη σε μεγάλους τομείς-συνοικίες που επικοινωνούσαν ακόμη και με γέφυρες όπως σημειώνει ο Θεοδ. Τσερπές. Στους επιμέρους τομείς οι βροχές σχημάτιζαν μικρά ρέματα με “στροφές”. Ο ελεύθερος χώρος που άφηναν όλα αυτά τα ρέματα έγινε σταδιακά κοινόχρηστος: Δημιούργησε τους δρόμους ανάμεσα στα σπίτια, οι οποίοι εκ των πραγμάτων πλέον ήταν “σκολιοί”, ενώ ταυτοχρόνως εξασφάλισε μια μεγάλη έκταση για κοινόχρηστο χώρο στην πόλη, που ήταν τα αλώνια, η σημερινή πλατεία με το πάρκο.
ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΧΕΔΙΟ
Η πληθυσμιακή έκρηξη φέρνει όλο και περισσότερο κοντά τους μικρούς οικογενειακούς οικισμούς και γεννάει την ανάγκη σύνδεσης των διαφορετικών περιοχών, αλλά και της πόλης με την υπόλοιπη Μεσσηνία.
Ετσι φθάνουμε στο 1875 όταν εγκρίνεται το πρώτο ρυμοτομικό σχέδιο πόλης. Πρόκειται για το σχέδιο το οποίο σε γενικές γραμμές προσδιόρισε τη σημερινή ρυμοτομία στη Μεσσήνη καθώς βασικά του χαρακτηριστικά παραμένουν αναλλοίωτα και οι περισσότεροι από τους δρόμους ταυτίζονται περίπου με τους σημερινούς. Σύμφωνα με αυτό, η πόλη συνδέεται με την υπόλοιπη περιοχή μέσα από 4 δρόμους από κάθε πλευρά της: Ανατολικά υπάρχει η οδός Καλαμών (σήμερα Στ. Τσούση). Βόρεια η οδός Τριπόλεως (σήμερα Καπετάν Κρόμπα). Δυτικά η οδός Φιλιατρών (σήμερα Ελευθερίας). Και νότια η οδός Παραλίας (το νότιο τμήμα της σημερινής Δ. Κούτσικα, καθώς στη βόρεια πλευρά της υπήρχαν δύο μεγάλα οικοδομικά τετράγωνα μέχρι το πάρκο). Από τους δευτερεύοντες δρόμους όνομα δίνεται μόνον σε αυτόν που είναι στη νοτιοανατολική πλευρά του σχεδίου, που χαρακτηρίζεται “οδός εις κτήματα” και είναι ο δρόμος που οδηγεί στον Αγ. Νικόλαο.
ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΣΤΗ ΜΠΟΥΚΑ
Την ίδια χρονική περίοδο έγιναν δύο αποτυχημένες προσπάθειες δημιουργία οικισμών στη Μπούκα, η μια το 1871 (ανατολικά του δρόμου) και το 1882 (δυτικά του δρόμου). Οι προσπάθειες επιχειρήθηκε να υλοποιηθούν με βάση νόμο που θεσπίστηκε το 1866. Σύμφωνα με το νόμο αυτό, οι συνοικισμοί δημιουργήθηκαν σε περιοχές όπου το κράτος κατείχε εθνική γη, με βάση τον εξής μηχανισμό: Το κράτος παραχωρούσε δωρεάν ή πωλούσε οικόπεδα με χαμηλό τίμημα στους μελλοντικούς οικιστές, με την προϋπόθεση ότι εκείνοι θα οικοδομούσαν και θα εγκαθίσταντο μέσα σε προσδιορισμένο χρονικό διάστημα.
Ειδικότερα ο νόμος ΡΜΘ/1866 “περί συνοικισμών” όριζε ότι : «Άρθρον 1. Επιτρέπεται η σύστασις συνοικισμού εις τόπους οι οποίοι ήθελαν κριθεί κατάλληλοι προς τούτο, μετά προηγουμένην γνωμοδότησιν επιτροπής … Άρθρον 2. Εις έκαστον ενήλικα και αυτεξούσιον, όστις ήθελε ζητήσει να αποκατασταθή εις συνοικισμόν, παραχωρείται δωρεάν οικόπεδον εκτάσεως 300 – 600 β. τετραγωνικών μέτρων. Τα παραχωρούμενα οικόπεδα εκλέγονται υπό των αιτούντων κατά την σειράν των αιτήσεών των … Άρθρον 4. Εάν επί των παραχωρηθέντων οικοπέδων δεν ανεγερθώσιν οικοδομαί συμφώνως με τα κανονισθέντα και δεν αποπερατωθώσιν εντός ρητής προθεσμίας, τα παραχωρηθέντα οικόπεδα επανέρχονται αυτοδικαίως εις την κυριότητα του Δημοσίου άνευ τινός αποζημιώσεως δι’ υπάρχοντα τυχόν επ’ αυτών ημιτελή κτίρια. Τα οικόπεδα ταύτα ή εκποιούνται επί δημοπρασίας ή παραχωρούνται εις άλλους σινοικιστάς, οφείλοντας να καταθέσωσι την αξίαν των ημιτελών κτιρίων, οριζομένων επί εκτιμήσει. Το τίμημα των οικοπέδων και των κτιρίων διατίθεται υπέρ του συνοικισμού … Άρθρον 8. Η σύστασις των συνοικισμών γίνεται διά Βασιλικού Διατάγματος, εκδιδομένου επί τη προτάσει του υπουργικού συμβουλίου. Εις το διάταγμα προσαρτάται το τοπογραφικόν σχέδιον του συνοικισμού και ορίζεται η έκτασις των παραχωρηθέντων οικοπέδων, η ημέρα της ενάρξεως της προς παρουσίασιν των αιτήσεων προθεσμίας, το τυχόν παρακείμενον χωρίον ή πόλις, οι κάτοικοι του οποίου θέλουσι προτιμηθή, η προθεσμία εντός της οποίας οφείλωσιν να παρουσιάσωσιν ούτοι τας αιτήσεις των, η αξία των ανεγερθησομένων οικοδομών, η προθεσμία της αποπερατώσεώς αυτών, και ο χρόνος μέχρις του οποίου θέλει εξακολουθήσει η προς τους συνοικιζομένους δωρέαν παραχώρησις των οικοπέδων. Άρθρον 9. Εάν εντός του διαγραφομένου σχεδίου συνοικισμού τινός ευρεθώσι ιδιόκτητα κτήματα λαμβάνονται παρά του δημοσίου και διατίθενται υπέρ του συνοικισμού, αφιεμένων εις έκαστον ιδιοκτήτην δύο οικοπέδων. Διά το υπόλοιπον της εκτάσεως αποζημιούνται οι ιδιοκτήται εις χρήματα …”.

Πρώτη απόπειρα

Με βάση αυτό το νόμο εκδόθηκε το Βασιλικό Διάταγμα της 4/10/1871 “περί συστάσεως συνοικισμού κατά την θέσιν Μπούκα του δήμου Παμίσου της Επαρχίας Μεσσήνης”, σύμφωνα με το οποίο:
“Άρθρον 1. Συνιστάται συνοικισμός εις την θέσιν Μπούκα του δήμου Παμίσου της Επαρχίας Μεσσήνης. Άρθρον 2. Η έκτασις εκάστου των παραχωρηθησομένων οικοπέδων, κατά το άρθρο 2 του νόμου, ορίζεται εις 500 β. τετραγωνικά μέτρα. Άρθρον 3. Ημέρα ενάρξεως της παρουσιάσεως των αιτήσεων των συνοικισθησομένων προσδιορίζεται η τριακοστή από της δημοσιεύσεως του παρόντος, οι δε αιτήσεις απευθύνονται προς τον Νομάρχην Μεσσηνίας και εντός έτους από της αυτής προθεσμίας. Άρθρο 4. Η αξία εκάστης των ανεγερθησομένων οικοδομών ορίζεται εις δραχμάς πεντακοσίας και ελάχιστον όριον, ο δε χρόνος αποπερατώσεως αυτού εις εν έτος από της παραχωρήσεως του οικοπέδου …”.

Δεύτερη απόπειρα

Συνοικισμός όμως δεν δημιουργήθηκε και μετά από 9 χρόνια εκδόθηκε το Βασιλικό Διάταγμα της 24/8/1882 “περί συστάσεως συνοικισμού εν τη παραλία Μεσσήνης του δήμου Παμίσου”, το οποίο, έχοντας υπόψη πρωτόκολλο της Επιτροπής του άρθρ. 1 του ΡΜΘ/1866, που γνωμοδοτεί για τη μετακίνηση του κέντρου του εγκριθέντος με το προηγούμενο διάταγμα συνοικισμού, όριζε ότι: “Άρθρον 1. Εγκρίνεται η σύστασις συνοικισμού κατά το δυτικόν μέρος της παραλίας Μεσσήνης του δήμου Παμίσου της Επαρχίας Μεσσήνης κατά το προσηρτημένον τω παρόντι και υπό σημερινήν ημερομηνίαν εγκριθέν διάγραμμα ρυμοτομίας. Άρθρον 2. Η έκτασις εκάστου των παραχωρηθησομένων οικοπέδων ορίζεται εις πεντακόσια β. τετραγωνικά μέτρα. Άρθρον 3. Ημέρα ενάρξεως της παρουσιάσεως των αιτήσεων των συνοικισθησομένων προσδιορίζεται η τριακοστή από της δημοσιεύσεως του παρόντος Διατάγματος … Άρθρον 4. Ορίζεται προθεσμία ενός έτους από της εν τη Εφημερίδι της Κυβερνήσεως καταχωρίσεως του παρόντος Διατάγματος εντός της οποίας αιτήσεις προς παραχώρησιν οικοπέδων θέλουσι είσθαι δεκταί. Άρθρον 5. Η αξία εκάστης των ανεγερθησομένων οικοπέδων ορίζεται εις δραχμάς πεντακοσίας κατ’ ελάχιστον όριον, ο δε χρόνος αποπερατώσεως αυτών εις εν έτος από της παραχωρήσεως του οικοπέδου …”.
Οι κινήσεις παρουσιάζουν αναλογία με την αντίστοιχη κίνηση για οικισμό στην Παραλία Καλαμάτας (1868) αλλά απέτυχαν τόσο γιατί το έδαφος ήταν βαλτώδες, όσο και γιατί η κίνηση του λιμανιού και η φύση του εδάφους δεν επέτρεπαν χρήσεις οι οποίες θα διασφάλιζαν την εργασία και το εισόδημα των ανθρώπων που θα κατοικούσαν σε αυτούς. Ενώ η πρόσβαση στην πόλη ήταν πολύ περισσότερο δύσκολη.
Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι σε όλες τις απογραφές που αναφέρεται η Μπούκα δεν εμφανίζει πληθυσμό (μόνο 4 άτομα το 1907) και χαρακτηρίζεται ως “επίνειο” της πόλης και παλιότερα ως τοπωνύμιο και “λιμήν παρά τας εκβολάς του Παμίσου”.

Προβολή Σχολίων