Λούπινα

Καθαροδευτέρα = λούπινα για κάτι… αρχαίους που προλάβαμε την αγροτική κοινωνία στη φάση της μετάβασης. Στο χωνάκι από τα ανοιχτά την ημέρα εκείνη μπακάλικα στολισμένα με αψίδες από φοίνικες και τα σαρακοστιανά απλωμένα στους πάγκους έξω από το μαγαζί: Ταραμάς (λευκός για τους μερακλήδες και… λύσσα στο αλάτι), χαλβάδες ταχινένιοι (σκέτοι ή με αμύγδαλα, φυστίκια, κακάο), πίκλες (για όσους άντεχαν τα καυτερά, το ξύδι ή το… αλάτι) και πάει λέγοντας. Τα λούπινα όμως παντού, φτηνά και φτωχά, χορταστικά με την ανάλογη ποσότητα νερού (έφταιγε και το αλατισμένο του πράγματος). Παροιμιακό το «βαράτε μας με λούπινα από τη μέσα Μάνη» και οι μνήμες καμία φορά ξυπνάνε και στο σούπερ μάρκετ. Στο σακουλάκι πλέον. Κάποιοι όμως επιμένουν παραδοσιακά. Οπως φαίνεται στη φωτογραφία από ανάρτηση ξαδέρφου (… εξ αγχιστείας), τα ξερά λούπινα μουλιάζουν στο νερό για να φουσκώσουν. Στη συνέχεια βράζονται για να μαλακώσουν και μένουν στο νερό κάποιες ημέρες για να ξεπικρίσουν.
Και εδώ ολίγη από την ιστορία του πράγματος όπως σωστά περιγράφεται διαδικτυακά: «Από τους αρχαίους χρόνους ανάμεσα στα άγρια χορταρικά έπαιζε σημαντικό ρόλο και το Λούπινο, σαν τροφή για τους ανθρώπους και για τα ζώα. Ο Διοσκουρίδης, θεμελιωτής της φαρμακολογίας, ξεχώριζε δύο είδη λούπινα, ένα γλυκό και ένα πικρό, που είχαν και τα δύο θρεπτικές ιδιότητες.
Ο Αθηναίος λέει ότι τα λούπινα είναι, σαν τα ρεβίθια, μια τροφή για τους πεινασμένους. Ακόμη και στον 19ο αιώνα, οι κάτοικοι της Μάνης, που ξεχώριζαν για τη φτώχεια τους, ήταν γνωστοί σαν «λουπινοφάγοι».
Για την πικρή γεύση του λούπινου υπάρχει μια ιστορία που αποδίδεται στον Ζήνωνα από το Κίτιο, που ήταν ο θεμελιωτής της Στωικής σχολής. Σύμφωνα με αυτή την ιστορία, ο Ζήνων σύγκρινε τον εαυτό του με ένα λούπινο που ξεπικραίνει όταν μουσκεύει σε υγρό, όπως και ο ίδιος γινόταν πιο ευγενικός όταν έπινε κρασί.
Τα λούπινα ήταν και η ειδική τροφή των επισκεπτών του Νεκρομαντείου στον Αχέρωντα, σαν προετοιμασία για την επικοινωνία τους με τους νεκρούς. Ορισμένα αλκαλοειδή, που περιέχουν τα λούπινα, προκαλούν έκσταση και ελάτtωση των αισθήσεων, όπως το ήθελαν οι μάντεις για να επιτύχουν την επικοινωνία με τις ψυχές των πεθαμένων.
Στα χωριά της Μάνης η σπορά του λούπινου γινόταν τον Νοέμβριο και η συγκομιδή τον Ιούλιο μήνα. Διαμορφωνόταν στο χωράφι ένας χώρος σαν αλώνι και εκεί γινόταν το «κοπάνισμα» με διχάλια για να απελευθερωθεί ο καρπός από το φλοιό, ακολουθούσε το λίκνισμα για να ξεχωρίσει ο καρπός και στη συνέχεια η μεταφορά του στο σπίτι. Τον Αύγουστο σε καζάνια πλάι στη θάλασσα έβραζαν τα λούπινα τα έβαζαν σε λιναρένιες σακκούλες και επί οκτώ ημέρες παρέμεναν οι σακούλες με τα λούπινα στη θάλασσα, ώστε να ξεπικρίσουν. Στη συνέχεια τα άπλωναν στη γη να ξεραθούν με τη βοήθεια του ήλιου και τα αποθήκευαν.
Οι φλοιοί, τα τσόφλια, τα «λουβιά» όπως τα ονομάζουν αποτελούσαν τροφή για τα αιγοπρόβατα. Υπάρχουν μερικοί λάτρεις του λούπινου που καλλιεργούν ακόμη. Τα λούπινα είναι πολύ νόστιμη τροφή σε χλωρή μορφή, δηλ. μόλις ξεπικρίσουν και χωρίς να ξεραθούν στον ήλιο».
Αυτά για τους ανθρώπους γιατί πλέον το περιφρονημένο λούπινο, θεωρείται εξαιρετικά πρωτεϊνούχα ζωοτροφή ανταγωνιστική της σόγιας.
η 2η φωτό είναι της Β.Καλογεροπούλου
Προβολή Σχολίων