ΕΒΓΑ … ΠΑΓΩΤΑ … διαλαλούσε στις ρούγες του χωριού ο Τσώνης

Μπορεί να είναι εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα, άτομα που στέκονται και εξωτερικοί χώροι

ΕΒΓΑ … ΠΑΓΩΤΑ … διαλαλούσε στις ρούγες του χωριού ο Τσώνης, εκεί στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και καλούσε τα παιδιά να βγούνε από το σπίτι τους , για να πάρουμε παγωτό . Δεν βρήκα φωτογραφία του παγωτατζή που ερχότανε τότε στο χωριό μας το Αβραμιού .
Βρήκα όμως αυτή τη φωτογραφία που είναι από άλλη περιοχή της πατρίδας μας, αλλά είναι της ίδιας εποχής. Ισως αυτό να είναι και σημαντικότερο , γιατί πέρα από τις διαφορές στα πρόσωπα και στον τόπο, όλα τα άλλα είναι ίδια. Ιδια με αυτά που αποτυπώθηκαν ανεξίτηλα στις παιδικές μνήμες. Τα παγωτά ( ΕΒΓΑ) είναι τα ίδια, το ψυγείο είναι το ίδιο, το τρίκυκλο μοτοσακό είναι το ίδιο και η στολή του παγωτατζή, ίδια είναι αυτή. Φαντάζομε ότι ίδια θα ήταν και η λαχτάρα του κάθε παιδιού- ασχέτως περιοχής – να απολαύσει τη γεύση το άρωμα και τη δροσιά ενός παγωτού. Κλάξον δεν φαίνεται να υπάρχει. Εκείνο με τη λαστιχένια φούσκα , που όταν το βάραγε ο παγωτατζής ξεσήκωνε όλοι την πιτσιρικαρία .
Δεν ξέρω τη γινόταν παλιότερα αλλά στις αρχές τις δεκαετίας του ’60 και μέχρι το τέλος της – που ήρθε στο χωριό το ηλεκτρικό ρεύμα – ο παγωτατζής ήταν για τα παιδιά ο δημοφιλέστερος τύπος του Καλοκαιριού. Στην αρχή ερχόταν μόνο ο Τσώνης πού είχε τα παγωτά ΕΒΓΑ. Αργότερα εμφανίστηκαν και ένας – δυό ακόμη που είχανε παγωτό χωνάκι. Ο Τσώνης ερχόταν τακτικά στο χωριό, σχεδόν μια φορά την εβδομάδα. Ερχόταν όμως και στο γήπεδο όταν έπαιζε ο Αχιλλέας. Μια φορά κατέβηκε στο γήπεδο -στη Διάρβολη – με το τρίκυκλο και το μετάνιωσε πικρά. Ο δρόμος -ο θεός να τον κάνει δρόμο- ήταν ένα στενό μονοπάτι και η ανηφόρα της επιστροφής μεγάλη. Δεινοπάθησε μέχρι να ξανανέβει στο χωριό με τη βοήθεια των πιτσιρικάδων που τον σπρώχναμε . Δεν σπρώχνανε όμως όλοι, ήταν και κάποιοι που κορόιδευαν- μάλλον αυτοί που δεν είχαν φάει παγωτό – και αντί να σπρώχνουν το τραβάγανε κατά πίσω. Από τότε δεν το ξανακατέβασε το τρίκυκλο στο γήπεδο. Το άφηνε στον Άγιο-Λιά , έβαζε σε ένα χαρτοκούτι κάτι λίγα παγωτά και ανεβοκατέβαινε τη πλεύρα με τα πόδια τρέχοντας , για να προλάβει να τα πουλήσει πρίν του λειώσουνε! Τι τράβαγε τότε ο κόσμος για να βγάλει το μεροκάματο! Το πρώτο εικοσαήμερο του Ιουλίου το χωριό μετακόμιζε στις καλύβες στην παραλία του Μπιρμίλη. Ερχόταν εκεί και μας εύρισκε ο παγωτατζής. Στεκότανε στο δρόμο πίσω από τις καλύβες και βάραγε το κλάξον. Τότε γινότανε πανικός. Όσοι βρίσκανε λεφτά παρατάγανε το κολύμπι και τα παιχνίδια και τρέχανε, σηκώνοντας κουρνιαχτό, προς το μαγικό τρίκυκλο του παγωτατζή! Δεν ήταν και φτηνά τότε τα παγωτά σχετικά με τα οικονομικά μας. Μιάμιση δραχμή η κρέμα-ξυλάκι , δυόμιση δραχμές το ξυλάκι- σοκολάτα , τρείς δραχμές το κυπελάκι και τρεισήμισι δραχμές ο πύραυλος. Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης, το μεροκάματο στον τρύγο τότε είχε πενήντα δραχμές και η σταφίδα πέντε δραχμές το κιλό. Το πιο δημοφιλές παγωτό ήταν η σοκολάτα-ξυλάκι. Είχε ενδιάμεσο κόστος και πολύ καλή γεύση. Ήταν και η διαδικασία να το βγάλεις από τη σακούλα που είχε τη σημασία της. Φουσκώναμε τη σακούλα για να ξεκολλήσει το παγωτό από τη χάρτινη γυαλιστερή σακούλα και ήταν και αυτό μέρος της τελετουργίας. Μετά παραφουσκώναμε το σακουλάκι και το σκάγαμε με κρότο, πολλές φορές στο κεφάλι του διπλανού μας! Έτσι για πλάκα! Φαντάσου τώρα τι γινότανε όταν αυτός που του σκάγανε τη σακούλα στο κεφάλι δεν είχε λεφτά να πάρει παγωτό! Το κυπελάκι είχε εξαιρετικό άρωμα ,αλλά εκείνο το επιπλέον πενηνταράκι δεν ήταν εύκολο να βρεθεί.
Οσο για τον πύραυλο ήταν βέβαια το καλλίτερο, αλλά το κόστος ήταν απαγορευτικό. Μόνο αν κέρναγε ο Νονός σε κάποια γιορτή η κάποιος θείος που είχε έρθει από την Αθήνα , διαφορετικά έμενες με την επιθυμία και τις διηγήσεις εκείνων που το είχαν δοκιμάσει. Τό χωνάκι ήταν πιο φτηνό. Στην αρχή είχε μια δραχμή , μετά ακρίβυνε και αυτό . Η ποιότητα του εξαρτιόταν από τον παγωτατζή. Ήτανε και ένας Ολυμπιακάκιας πού είχε παγωτό χωνάκι. Σχεδόν χωρίς γάλα , το περισσότερο ήταν παγωμένο νερό. Μας έλεγε ιστορίες για τον Ολυμπιακό .Για το Σιδέρη που ήτανε μεγάλος γκολτζής, για τον Πολυχρονίου που εξουδετέρωσε τον Πελέ και νικήσαμε τη Σάντος και άλλα τέτοια. Τον ακούγαμε με θαυμασμό και αφοσίωση. Τόσο πολύ μας άρεσαν οι ιστορίες του που δεν πολυνοιαζόμαστε για την ποιότητα του παγωτού. Σε άλλες περιοχές είχαν και άλλες μάρκες αλλά στο χωριό μας είχαν μόνο ΕΒΓΑ και εκείνα τα χύμα παγωτά χωνάκι. Ο παγωτατζής ερχόταν κυρίως απόγευμα . Οι πατεράδες λείπανε στα χτήματα και οι μανάδες συνήθως δεν είχαν λεφτά. Η οικονομική διαχείριση ήταν καθαρά ανδρική υπόθεση. Μόνο αν τους είχαν μείνει τίποτα ρέστα από τα ψώνια , όταν δεν ψώνιζαν βερεσέ. Ετσι όταν ακουγόταν το κλάξον του παγωτατζή σήμαινε για τους πιτσιρικάδες συναγερμός. Τρέχανε να βρούνε λεφτά για το πολυπόθητο παγωτό. Άλλοι στις μανάδες τους με γκρίνιες κλάματα και καβγάδες , και άλλοι σε κάποιους στενούς συγγενείς. Μερικοί ψάχνανε και τα πορτοφολάκια στις τσάντες των μανάδων τους, μη τυχόν και είχε ξεμείνει τίποτα από την εκκλησία της Κυριακής η από καμιά γιορτή. Κάποιοι άλλοι αγωνιζόντουσαν να βγάλουν κανά φράγκο από τον κουμπαρά και αναθεμάτιζαν την ώρα που τα έριξαν μέσα. Τη λύση όμως τις περισσότερες φορές την έδιναν οι γιαγιάδες. Τότε – από το 1962 και μετά – είχαν αρχίσει να παίρνουν μια μικρή αγροτική σύνταξη οι γερόντοι. Οι γριές στο καφενείο δεν πήγαιναν , έξοδα δεν είχαν , έτσι για πρώτη φορά στη ζωή τους, τώρα στα γεράματα απέκτησαν κομπόδεμα και μπορούσαν να χαρτζιλικώνουν και τα εγγόνια τους. Εκεί στις γιαγιάδες τρέχαμε και βρίσκαμε υποστήριξη όταν ακούγαμε το κλάξον του παγωτατζή.

Αντώνης Μαλαπάνης

πολύ ωραία αφήγηση!!! Στάθη οι αγροτικές συντάξεις δόθηκαν το 63 ή λίγο μετά από την Ενωση κέντρου και η ΕΡΕ είχε μεγάλες αντιρρήσεις έτσι για την ιστορία!!! πενιχρή μπορεί να ήταν αλλά για την εποχή εκείνη ήταν κάτι πολύ σημαντικό για τους βασανισμένους ανθρώπους.

Σταθης Κατσουλης

Αντώνης Μαλαπάνης Αντώνη, απ’ οσο θυμάμαι υπήρχε διαχρονικά μια διαμάχη μεταξύ των οπαδών της ΕΡΕ και της ΕΝΩΣΗΣ ΚΕΝΤΡΟΥ αλλά και των διαδόχων σχημάτων τους για το ποιος έδωσε τη σύνταξη γήρατος στους αγρότες. Ετσι προκειμένου να βεβαιωθώ, ανάτρεξα στο διαδίκτυο και αλίευσα κάποιες πληροφορίες απο την Ιστοσελίδα της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ (ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ /Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ) . Σύμφωνα με αυτή , για πρώτη φορά κατατέθηκε νομοσχέδιο στη Βουλή για τη συνταξιοδότηση των αγροτών, τον Ιανουάριο του 1960 απο την ΕΔΑ και το ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΌ ΚΟΜΜΑ του Γεωργίου Παπανδρέου. Όπως φαίνεται το νομοσχέδιο αυτό καταψηφίστηκε από την ΕΡΕ που ήταν τότε κυβέρνηση. Στη συνέχεια τον Νοέμβριο του 1960 η ίδια κυβέρνηση Καραμανλή έφερε άλλο σχετικό νομοσχέδιο στη Βουλή «Περί Γεωργικών κοινωνικών ασφαλίσεων» το οποίο μεταξύ άλλων προέβλεπε τη χορήγηση σύνταξης γήρατος απο τον Ιούλιο 1962 στους αγρότες που είχαν υπερβεί το 65 ετος της ηλικίας τους. Το νομοσχέδιο αυτό υπερψηφίστηκε απο τη βουλή. Μέ βάση αυτά τα στοιχεία έγραψα ότι οι αγροτικές συντάξεις εδίδοντο απο το 1962 και μετά.

Σταθης Κατσουλης

Vasiliki Kalogeropoulou Καί οι δικές σου αφηγήσεις έχουν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον! Αναμένουμε και αυτή με τα παγωτά. Πάντως το καλύτερο παγωτό χωνάκι το έβγαζε η παγωτομηχανή στο ζαχαροπλαστείο του Αδαμόπουλου!

Panagiotis Diamantakos

Μια φορα , Σταθη, ειχε ελθει στο χωριο μας, το Τζωρι, ο Τσωνης, με το τρικυκλο, και πριν μπη στο χωριο εβαλε την καραμουτζα. Για ποτε τον πηραμε ειδηση για ποτε μαζευτηκαμε στην πλατεια δεν λεγετε. Οσοι ειχαν λεφτα επαιρναν παγωτο οσοι δεν ειχαν κοιταζανε.Οπως ειπες το χωνακι ειχε εναμιση φραγκο. Εγω ειχα πεντε δεκαρες, και ο φιλος μου ο Γιωργος, μακαρητικο τωρα, δυο εικοσαρες. Παμε στον Τσωνη και του λεει ο φιλος μου :μας δινεις ενα χωνακι με αυτα τα λεφτα;Κοιταξε στα χερακια μας τα λεφτα, δεν μιλησε, πηρα τη σπατουλα εβαλε ενα ξεγερεμενο παγωτο χωνακι , το εδωσε σε μενα, μετα εφτιαξε και αλλο ενα για το φιλο μου, και μας λεει γελωντας:μαγκες σημερα κερναω εγω, οταν μεγαλωσετε θα κερασετε εσεις. Τον ευχαριστησαμε και την επομενη φορα φροντιζαμε να κραταμε καμμια δεκαρα απο τα τσιγαρα που περναμε του πατερα μας, η περναμε απο την μαννα μας με γκρινια, για να ειμαστε αξιοπρεπεις.
Προβολή Σχολίων