Στέρνα

Το νερό είναι ζωή, πόλεμοι γίνονται γι’ αυτό.
Ενα τεράστιο «κεφαλάρι» έγινε το κέντρο του χωριού που ονομάστηκε «Στέρνα» και κατοικήθηκε στα μεταπελευθερωτικά χρόνια. Εμείς προλάβαμε το νερό «πόσιμο» και χρήσιμο στο πότισμα και την καλλιέργεια.
Τσιμενταρισμένο το κεφαλάρι με 10 ευμεγέθεις βρύσες στη νότια πλευρά αλλά και απορροή στη βόρεια. Ποτάμι το νερό έτρεχε χωρίς καμία υποβοήθηση. Παίρναμε με τις βίκες δροσερό νερό για το σπίτι, βάζαμε τα καρπούζια να παγώσουν, μπούζι ήταν. Και το άλλο «κινούσε» το χωριό.
Το ποτάμι χωρίσει τα σπίτια από τα χτήματα στο ύψος που είναι χτισμένο το χωριό. Δυό αντικρυστοί λόφοι και στη μέση αυτό. Από την ανατολική πλευρά τα σπίτια. Απέναντι τα χτήματα, από τα πρώτα αυτά της οικογένειας. Από την ανατολική πλευρά ένα τσιμενταύλακο πήγαινε μακρυά το νερό και πότιζε τα μποστάνια χωρίς σταματημό. Ηταν πιο ψηλά από αυτό σε μεγάλο μήκος και οι χωρικοί ανέβαζαν το νερό με τον ντενεκέ δεμένο στο σκοινί, άλλοτε τραβώντας κοπιαστικά, άλλοτε με την τροχαλία. Το μόνο… μηχανικό μέσο της εποχής. Ο λόφος έγερνε κατά το ποτάμι, δυτικά από τις βρύσες ήταν τα σημάδια του παλιού χωριού. Είχε κατοικηθεί από την αρχαιότητα, τα λείψανα παλαιοχριστιανικής εκκλησίας δίπλα στη νεότερη των Αγίων Θεοδώρων και κάποια αρχαία ευρήματα πάνε την κατοίκηση του χώρου πολύ μακρυά, ανεξερεύνητα ακόμη. Και προς τα εκεί έτρεχε με διακλάδωση το νερό. «Κωνσταντέικο» λέει η μάνα μου για τον τόπο, κάποια ερείπια στην άκρη του αυλακιού, ήταν ο μύλος τον οποίο ίσα που θυμήθηκε. Αμυδρά θυμάμαι λίγο πιο πάνω και δίπλα από τις βρύσες μια ταβέρνα της εποχής που ήταν του Λεωνίδα. Εκεί πήγαινε ο πατέρας για κανένα ούζο και εκεί στο άπλωμα θυμήθηκε το πρώτο πανηγύρι. Η τσιμεντένια πίστα υπήρχε για πολλά χρόνια ακόμη. Στην ίδια άκρη του αυλακιού οι νεότεροι έφτιαξαν τη «γέφυρα» για να ποτίζει η βρύση τη δυτική πλευρά του ποταμιού. Εφτιαξαν ένα «καρύκι» όπως το έλεγαν, ένα ανάποδο τραπέζιο ξύλινο και ανοιχτό από πάνω που το στήριζαν το καλοκαίρι με κορμούς κυπαρισσιών χιαστί. Και ενωνόταν με το απέναντι αυλάκι που πότιζε της «λαχίδες» γης στη διαδρομή του προς το νότο. Από πάνω το καρύκι, από κάτω εμείς το καλοκαίρι που δεν κατέβαζε πολύ νερό το ποτάμι, ασκήσεις ισορροπίας στις ποταμίσιες κοτρώνες που έμπαιναν στην ευθεία για να πατάμε χωρίς να μπλατσουράμε στα νερά. Και να ανέβουμε στον άλλο λόφο και τις λαχίδες. Στον «κήπο» λέγανε οι δικοί μου, τεμάχιον γης στην ευθεία και ανατολικά του αυλακιού που περνούσε σύριζα στο λόφο. Ενα μικρό κομμάτι γης, πολύ μικρότερο από στρέμμα, με μια τεράστια καρυδιά στο κέντρο (το ποτάμι γύρω-γύρω ήταν γεμάτο καρυδιές που έβγαζαν εκείνο το περίεργο άρωμα μαζί με τη δροσιά τους τα καλοκαίρια). Και ανατολικά του ένα μονοπάτι που το χώριζε από την κοίτη του ποταμιού. Ο οποίος όταν αγρίευε έπαιρνε παραμάζωμα τα καρύκια και πλημμύριζε τους κήπους.
Σε αυτή τη λαχίδα η γιαγιά Νίκη, είχε το καλοκαιρινό της βασίλειο. Με την αξίνα έκοβε τα αυλάκια και οδηγούσε το νερό στις ντομάτες, τα κολοκύθια, κάτι λίγες μελιτζάνες, ίσως και κάποιες πιπεριές, Ξυπόλυτος πάταγα μέσα στα αυλάκια και βούλιαζα για τα καλά μέσα στη λάσπη. Ακούμπαγα τις ντοματιές και έβγαινε ένα απίστευτο άρωμα που περνούσε στο «σώμα» τους. Αν ήταν καμιά ντομάτα γινομένη την ξέπλενε στο νερό η γιαγιά, την έκοβε στα δύο και μου την έδινε με λίγο ψωμοτύρι. Φυσική μαγεία, μερικές φορές και σήμερα μπορεί να βάλω μια ντοματιά στον κήπο μόνο για να την χαϊδεύω και να ξυπνάει η μνήμη. Ντομάτες για σαλάτα αλλά μην φανταστεί κανένας πως ήταν για πέταμα. Με φειδώ γιατί έπρεπε να γίνει και πελτές για το χειμώνα. Η γιαγιά πολλές φορές άφηνε την ντομάτα για μας και η ίδια έτρωγε αντράκλα με αλάτι και ξύδι. Τότε δεν την έδιναν ούτε στις κότες. Τώρα τις ταΐζουν για να κάνουν αυγά με… ω-3 λιπαρά. Ποιά γεμιστά; Τέτοιες πολυτέλειες δεν υπήρχαν, κολοκυθοανθοί με μυρουδικά γεμισμένοι με ρύζι ήταν το σύνηθες τότε και γκουρμέ σήμερα. Στην κατσαρόλα φυσικά (που να κάψεις… φούρνο για γεμιστά), με μικρά ξυλαράκια από κάτω για να μην κολλήσουν και στο παραγώνι (με το τσουκάλι) ή το γκάζι (με την κατσαρόλα).
Ο παππούς μονίμως επιβλέπων: Είχε κατά νου να ποτίζει τα… λουλούδια του. Εβλεπε τους κατουφέδες να μεγαλώνουν τους πότιζε και… αναγάλιαζε η ψυχή του. Περνάει μια μέρα ο συγχωριανός και τον ρωτάει: Τι κάνεις εκεί μπάρμπα Θανάση; Η απάντηση… ποτίζω τους κατουφέδες. Και ο συγχωριανός σε πανικό: Ποιοί κατουφέδες μπάρμπα, χασίσι είναι! Τον είχαν πάρει χαμπάρι ότι δεν κατείχε και φύτεψαν στην άκρη του κήπου χασίσι, αναβαήστηκε ο παππούς και έσπευσε να ξεκωλώνει και να πετάει στο ποτάμι.
Κάπως έτσι πέρναγαν τα καλοκαίρια με τα ζαρζαβατικά σε μέτρο, με τους κρεμμυδολόγους που τα τρυγούσαν και με εναλλαγές. Κάτι χρόνια η γιαγιά είχε ένα μικρό κηπάκο μέσα στο χωριό, βόρεια της στέρνας και του «Τρικουπάκου» που έλεγε το συγγενή του ο παππούς που κόλλαγε παρατσούκλι σε όποιο παιδί γεννιόταν στο χωριό, σε ακίνητο που διαχειριζόταν ο παππούς. Ηταν εκείνο που πέρασε στην Κοινότητα και κατεδαφίστηκε για να γίνει πιο «γλυκειά» η στροφή 90 μοιρών στο κέντρο του χωριού και σήμερα είναι πλατεΐτσα. Συναρμολογώντας τη μνήμη μέσα από την ιστορία και τα «αρώματα» της ζωής και της φύσης…
[Εικόνα από το 1965 ή 1966: Μπροστά από τις βρύσες στη Στέρνα και από αριστερά: Η Φλώρα (αδερφή της θείας Ειρήνης, της νύφης της μάνας μου), η αδερφή μου, η μάνα μου και ο παππούς Θανάσης με τον συνονόματο εγγονό του (γιό του θείου Λάμπρου και της Ειρήνης). Τα πλατάνια ρίχνουν τη σκιά τους, πάνω στη δεξαμενή ο Νίκος του «Κουτσού» (έτσι τον έλεγε όλο το χωριό το μπάρμπα Γιώργη και δεν είχε κανένα πρόβλημα) έχει απλώσει τα τραπέζια.
[Κείμενο από παλαιότερη ανάρτηση για τους νέους φίλους και εκείνους που ενδιαφέρονται να το διαβάσουν πάλι]
Προβολή Σχολίων