Κούρεμα
Το σχέδιο έλεγε κούρεμα… πασχαλινό αλλά ο κορονοϊός είχε διαφορετική γνώμη. Ούτε πασχαλινό, ούτε πρωτομαγιάτικο, πάμε για αργότερα και με… ραντεβού. Και εκεί που άρχισα να κάνω… μπούκλες, θυμήθηκα ότι στο σπίτι είχε ξεμείνει μια κουρευτική μηχανή του Βαγγέλη. Το σώμα της το “πέτυχα” με τη μια σε ένα συρτάρι, αλλά έφαγα τα νύχια μου να βρω το καλώδιο. Συρτάρια και συρτάρια με καλώδια πάσης φύσεως συσκευών, άντε να διακρίνεις το χρήσιμο από το άχρηστο. Αλλά είχα βοηθό την τύχη και το “σκανάρισμα” των υποδοχών στα καλώδια και έτσι… συναρμολογήθηκε η συσκευή. Δοκιμάστηκε στο… τριχωτό του χεριού, διαπιστώθηκε ότι δουλεύει ρολόι και μετά ανάλαβε η Βούλα: Τσατσάρα, ψαλίδι, μηχανή και η κόμη ήρθε στα ίσια της. Αμα πιάνει το χέρι και “κόβει” το μυαλό του ανθρώπου μπορεί να τα καταφέρει και στα δύσκολα. Ως εκ τούτου δεν πετάμε και δεν αχρηστεύουμε τίποτε, κάποτε θα μας χρειαστεί, κανόνας!
Βεβαίως δεν θα με χάσει και ο… κουρέας μου, άλλωστε το κουρείο είναι οικείος χώρος κοινωνικής συναναστροφής. Και ο κουρέας για ορισμένους από εμάς τους “παλιούς”, μόνιμη επιλογή.
Πιτσιρικάς ξεκίνησα όπως ήταν λογικό από τον κουρέα του πατέρα μου, το Βαγγέλη Λιακουρέα. Αν δεν με απατά η μνήμη μου, τις πρώτες φορές που με πήγε ο πατέρας μου, το κουρείο ήταν στη Μερλοπούλου λίγο ανατολικότερα από τα γραφεία της Ενωσης εκείνη την εποχή και τα γειτονικά καφενεία και δυτικά από το πιο γνωστό κουρείο των “Παναγιώτηδων” Ρούτση και Μαρκόπουλου. Κούρεμα γουλί βεβαίως για να μην… πιάνουμε ψείρες, η μηχανή χειροκίνητη και το κουβεντολόι κουρέα και πελατών σύννεφο. Οπότε όταν κουραζόταν το χέρι και πήγαινε να σηκώσει τη μηχανή… τσίμπαγε και το μαλλί που ήταν στα δόντια της και… πήδαγες από την καρέκλα. Λίγο αργότερα το κουρείο μεταφέρθηκε σχεδόν απέναντι κάπου εκεί που έκανε καμπύλη ο τότε δρόμος δυτικά της μικρής πλατείας. Μεγαλύτερος ο χώρος, περισσότερη και η κουβέντα. Αλλοτε ψιλή άλλοτε χοντρή η σκάρα για το κούρεμα. Λεπίδα και… τρόχισμα στο “λάστιχο” καθόσον το ξύρισμα στο κουρείο ήταν συνήθεια για πολλούς. Κολώνια χύμα, στυπτηρία (καφτήρι) για κανένα κόψιμο (ένα στικάκι το έχω κάπου 20 χρόνια δίπλα στα ξυραφάκια) και “με γειά σου” το επιφώνημα με το τέλος.
Στο κουρείο τακτικά ακόμη και στο γυμνάσιο, “κεκαρμένοι εν χρω” ήταν η εντολή Τσατσάκη στην πρώτη γυμνασίου. Πλάκωσε και η χούντα, τρομάξαμε να γυρίσουμε από την ψιλή σκάρα στη χοντρή και κάθε τόσο στο κουρείο όλα αυτά τα χρόνια. Καθόσον όταν τα δάχτυλα του.. επόπτη (καθηγητή ή δάσκαλου) έπιαναν έστω και ελάχιστο μαλλί έπεφτε καμιά ανάποδη αφού προηγουμένως το τράβαγε σαν να ήθελε να σου πάρει το σκαλπ. Μιλάμε για “βασανιστήριο”, καλύτερα να σε τσίμπαγε μερικές φορές η μηχανή του κουρέα παρά η… τσιμπίδα του δάσκαλου-καθηγητή. Στο πανεπιστήμιο… βγάλαμε το άχτι μας, κοτσίδες κοντέψαμε να κάνουμε. Αριά και που στο κουρείο, όταν κατεβαίναμε δηλαδή και για λόγους “ευπρεπείας”, πάντα στο Βαγγέλη, η κουβέντα τώρα πιο πολιτική, δειλά στην αρχή και έντονα στη συνέχεια, το είχε η εποχή. Κάποια στιγμή βρήκε και ένα βοηθό πιτσιρικά, τον Παναγιώτη αν θυμάμαι καλά το όνομά του. Ο οποίος και τον διαδέχθηκε όταν έφυγε, εγώ συνέχισα κάποια χρόνια στο ίδιο κουρείο καθώς ο νεαρός είχε πάρει το… κολάι και με κούρευε κατά πως ήθελα.
Ολα αυτά μέχρι το 1982 όταν επέστρεψα από φαντάρος, παντρεύτηκα και μετακόμισα στην Καλαμάτα. Ως… γαμπρός κουρεύτηκα από τον μακαρίτη Θύμιο Φράγκο, τότε είχε το κουρείο μαζί με τον Παναγιώτη δίπλα στο “Βακαλοπούλειο”. Κάποια στιγμή το κουρείο μετακόμισε στη Βασ. Γεωργίου και λίγο αργότερα το ανέλαβε ο γιός του ο Γιώργος. Περίπου 38 χρόνια από τότε και… δεν άλλαξα κουρείο, στην αρχή ο Θύμιος, τώρα ο Γιώργος , μια ολόκληρη ζωή. Είναι μερικά πράγματα που δεν τα αλλάζεις εύκολα…
Προβολή Σχολίων