ΟΙ ΑΣΠΡΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΜΑΥΡΕΣ ΥΠΕΡΤΡΟΦΕΣ-ΤΑ ΜΟΥΡΑ

ΟΙ ΑΣΠΡΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΜΑΥΡΕΣ ΥΠΕΡΤΡΟΦΕΣ
Στο πεζοδρόμιο, έξω από την πόρτα της αυλής μας, υπήρχαν δύο μουριές, μία αριστερά και μία δεξιά. Στη μέση ήταν η δημοτική βρύση της γειτονιάς, που σας την έχω περιγράψει αλλού.
Στην αριστερή, που ήταν μελισσομουριά, φτιάχναμε τ’ Αϊ Γιωργιού κούνια με τριχιά και κουρελού εγώ και η φίλη μου η Γεωργία, καλή της ώρα.
Η δεξιά ο αδελφός μου λέει ότι ηταν άσπρη, εγώ τη θυμάμαι κι αυτή με μαυριδερά μούρα. Τέλος πάντων, σημασία έχει μιά μουριά απέναντι ακριβώς από την αυλή μας, δεξιά από την ταράτσούλα του αδελφού του παππού μου, του παππού Αγησίλαου. Αυτή ήταν άσπρη μουριά, όπως και δύο αριστερά από την ταρατσούλα.
Παλιά η γιαγιά μου, γιά να τα βγάλει πέρα με τα τρία ορφανά της, έβαζε και μεταξοσκώληκες και της ήταν πολύ χρήσιμες όλες αυτές οι μουριές. Η δεξιά μουριά λοιπόν, η άσπρη, ήταν πολύ φουντωτή, και τα κλαδιά της πήγαιναν το 1/4 τους πάνω στην τσίγκινη σκεπή της κουζίνας του παππού, το άλλο 1/4 τους πάνω στην ταρατσούλα του και τα μεγαλύτερο μέρος τους, δηλαδή το μισό, στο μεγάλο χωμάτινο όλο χαλίκια πεζοδρόμιο. Τέλη Μαϊου-μέσα Ιουνίου οι μούρες ήταν έτοιμες !!!!
Τις άσπρες, που ήταν και πιό μεγάλες από τις μαύρες, τις λέγαμε «γκοργκόσες».
Τα απογεύματα όλα τα παιδιά της οδού Μουλαβασίλη και των τριγύρω στενών, αλωνίζαμε πάνω κάτω παίζοντας και μας έπιανε λιγούρα από το πολύ παιχνίδι. Δινόταν λοιπόν το σύνθημα: Πάμε γιά μούρες !!!!!! Αρκετές μαννάδες και γιαγιάδες είχαν ήδη βγεί έξω γιατί θα δρόσιζε σε λίγο. Άντε Σταυράκη έλεγαν του αδελφού μου, ρίξε καμιά μούρα να φάμε. Η μεγάλη άσπρη, που σας περιέγραψα, είχε πιό απλωτά κλαδιά, βοηθούσε και η ταρατσούλα από κάτω και ο Σταύρος ανέβαινε σ’ αυτήν. Εν τω μεταξύ πάνω στα χαλίκια οι πεσμένες μούρες από προηγούμενες ημέρες αλλά και από το πρωί, είχαν κάνει ένα παχύ χαλί, αλλά θέλαμε φρέσκες. Ο Σταύρος ξυπόλυτος έπιανε σαν πιθηκάκι με τα δυό του χέρια τον κορμό και με μία -δύο δρασκελιές ανέβαινε στα κλαδιά και χανόταν μέσα στα μεγάλα φύλλα. Εμείς από κάτω, μικροί μεγάλοι, με τα αλουμινένια κατσαρολάκια μας περιμέναμε. Άντε ρε Σταύρο ρίξε !!!! «Μιά στιγμή ντέ», έλεγε ο Σταύρος και έτρωγε στα γρήγορα τις πιό γινομένες που βρίσκονταν μπροστά του.
Έτοιμοι ;; Ρώταγε μετά.
Έτοιμοι !!!! φωνάζαμε όλοι και εκείνος άρχιζε το χτύπημα των κλαδιών με το ένα πόδι, στηριζόμενος στο άλλο. Γκαπ, γκαπ, γκαπ !!! Σα δυνατό χαλάζι τότε έπεφταν πάνω στις πλάτες και τα κεφάλια μας οι «γκοργκόσες», οπότε άκουγες : Αχ!! Ωχ !! ‘Αου !!!! «Σιγά ρε Σταυρο, μας σκότωσες, στάσου λίγο να μαζέψουμε τούτες και μετά πάλι», του λέγαμε …Το έδαφος δεν είχε κενό χώρο να πατήσουμε. Είχαμε επισημάνει κάποιες καινούριες, αλλά και οι πρωΪνές ήταν ωραίες-πως να τις ξεχωρίσουμε ;- κι έτσι ανάκατες μπαίνανε στα κατσαρολάκια και στις χούφτες. Σπρώχναμε μαζεύαμε, σπώχναμε μαζεύαμε. Όσες έπεφταν πάνω στο τσιμεντένιο ταρατσάκι και ήταν πολύ γινωμένες σπλάααατς γίνονταν λιώμα !!! Να ξαναρίξω ;;; ρώταγε από πάνω ο …τροφοδότης με το στόμα μπουκωμένο από τις καλύτερες μούρες. Αναλόγως λέγαμε ναι ή όχι. Αμέσως μετά τη συγκομιδή τρέχαμε στη βρύση της γειτονιάς απέναντι, που έβγαζε πολύ νερό και με πίεση, την ανοίγαμε τέρμα και βάζοντας τις χούφτες μας πάνω από τα τιγκαρισμένα κατσαρολάκια ξεπλέναμε κουνώντας τα τσάτρα-πάτρα τις μούρες, με το νερό να μουσκεύει τα φορεματάκια και τα παντελονάκια. Και εκεί γινόταν πάλι χαμός !!! Σιγά ρε, με έκανες μούσκεμα !!! Κάνε πιό πέρα ντε, μιά ώρα θα τις ξεπλύνεις τις δικές σου;;;; Αννιώ κάνε λίγο στην άκρη καλέ !!! Άκουγες τη γκρίνια και το σπρωξίδι πήγαινε σύννεφο. Δίναμε και σε όποιες μαννάδες δεν είχαν μαζέψει και στις γιαγιάδες της γειτονιάς και μετά καθόμασταν στα πεζοδρόμια ή στο ταρατσάκι του παππού, όπου βολευόταν ο καθένας, πιάναμε τις μούρες μία-μία από το μεγάλο τους κοτσάνι, τις φέρναμε στο στόμα, κλείναμε τα δόντια και αφήναμε να ξεχυθεί η πεντανόστιμη σάρκα τους μέσα του, βγάζοντας ήχους ευχαρίστησης: μμ,μμ,μμ, πετώντας εδώ κι εκεί τα άχρηστα πλέον κοτσάνια, καθόλου όμως άχρηστα γιά τα μυρμήγκια, που τα » έκοβαν » στις πλάτες τους και τα έσερναν τρεχάλα στις φωλιές τους. Ο Σταύρος άφαντος. Σταύρο κατέβα τώρα !!!!! Φώναζε η μαμά μου. Μην τρώς άλλες βρε και είναι και άπλυτες !!!! Άμα σε πονέσει η κοιλιά σου κακομοίρη μου θα τα πούμε !!!! Εκείνος κατέβαινε σε λίγο με την κοιλιά τίγκα στις μούρες ξεφυσώντας.
Ουφφφφ !!!! Είχε κάτι γκοργκόσες γινομένες ψηλά, δε σου λεω τίποτα μαμά !!!
Καλά ντε, «ταχιά κλαίν τον Πέτρο», του απαντούσε η μαμά, μπουκωμένη κι αυτή με μούρες, «τα μύγδαλα τα ξέχασες ;;;» Του θύμιζε έτσι πως κόντεψε να σκάσει από τα πολλά αμύγδαλα, που έσπαγε και έτρωγε μια μέρα χωρίς σταματημό και χρειάστηκε να φέρουμε το γιατρό τον Αλεβίζο. Αλλά τι επιβαρυντικό γιά την υγεία μας να είχαν οι ελαφριές μουρίτσες εκτός από σκονίτσα του Θεού ;; Μας παρείχε τόσο πολλές μούρες αυτή η μουριά, που αραιά και που τρώγαμε καμιά μαύρη από τις άλλες, αν φθάναμε στα χαμηλά κλαδιά, αλλά, τα χείλια μας και η γλώσσα μας γίνονταν κατάμαυρα. Τις αφήναμε λοιπόν γιά τα πουλιά, που κάνανε καλό τσιμπούσι. Οι κοτσιλιές κάτω από τα δέντρα ήταν μωβ απο τις μαύρες μούρες. Όλα τα παιδιά, όταν το παιχνίδι μας έβγαζε κατά το «χαβούζι», τρώγαμε άπλυτα μαύρα γινομένα βατόμουρα από τους φράχτες. Πεντανόστιμα κι εκείνα!!! Τίποτα δεν πάθαμε.
Όμως σιγά-σιγά τα βάτα γύρω από τα περιβόλια τα αντικατέστησαν τα συρματοπλέγματα και χάθηκαν και πάνε τα βατόμουρα από τη γειτονιά. Όταν ρυμοτομήθηκε η πόλη πάει και το ταρατσάκι του παππού, μηδέ των ασορτί μουριών του εξαιρουμένων, καθώς και οι δικές μας. Έτσι στερηθήκαμε τις δωρεάν νοστιμιές, που έχει χαρίσει εν αφθονία ο Θεός σε όλα του τα πλάσματα. Από τότε είχα να φάω μούρες.
Ξανάφαγα το 2005 στο Κράθειο, κοντά στην Ακράτα, από μία μουριά στο δρόμο, ανήμερα του Αγίου Πνεύματος !!!.
Εδώ που μένω οι πλατείες και οι δρόμοι είναι γεμάτα με μουριές, μεταλλαγμένες ίσως ή ορισμένες ποικιλίες, που δε βγάζουν μούρες, να μη λερώνονται και τα πεζοδρόμια βλέπετε, αλλά και ποιος να ανέβει να τις μαζέψει ;;;; Πουλάνε όμως αποξηραμένες υπερτροφές, «SUPER FOODS» τις λένε, ξυπνήσαμε κι εμείς και καλλιεργούμε κάποιες από αυτές. Τις τσάμπα δεν τις θέλουμε, τις άλλες τις ακριβοπληρώνουμε … Τι να πεις ;;;
Αυτά σκεφτόμουν και αναπολούσα με λαχτάρα προχθές, που βρέθηκα κάτω από μιά μουριά γιά λίγο ίσκιο στο πάρκο. Ευτυχώς αυτός παρέχεται δωρεάν προς το παρόν !!!
Εδώ βλέπετε μια μουριά απέναντι από το πάρκο μας, ανυπότακτη αυτή, γιατί σε πείσμα των κηπουρών του Δήμου, κατόρθωσε και έβγαλε αμέτρητες μούρες, που έχουν γεμίσει όλο το πεζοδρόμιο οι πεσμένες. Άγουρες όμως πέφτουν, καμιά σχέση αυτές με τις νησιώτικες !!!!!
Πέρυσι πάντως είχαν κάνει την εμφάνισή τους και στη…. λαϊκή μας και είχα αναρτήσει τότε τη δεύτερη φωτό. Φέτος δεν έχω δει ακόμα……
ΟΜΟΡΦΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΣΑΣ ΕΥΧΟΜΑΙ ΦΊΛΟΙ ΜΟΥ, ΚΑΛΗ ΣΑΣ ΟΡΕΞΗ !!!
Προβολή Σχολίων