Παναγιώτης Γκανάς, 1938, Δημητριόλος
8-12-2020
Ο σπουδαίος φίλος συμπατριώτης που υπογράφει ως “Αλεξης Ζορμάς”, σχολιάζοντας τη φωτογραφία με την νότια πλευρά της πλατείας γράφει “Αγκαζέ, πάνω-κάτω στην πλατεία, ο Δημητριόλος με το μπουκέτο στο πέτο και ο Γκανάς που αυτοκτόνησε πάνω στον τάφο του”. Ο Δημητριόλος είναι παρατσούκλι του σπουδαίου Νησιώτη μανδολινίστα Νίκου Πετρόπουλου που έκανε μεγάλη καριέρα στην Αμερική και σημαντική κοινωνική παρουσία στο Νησί την περίοδο του Μεσοπολέμου. Εχω γράψει αρκετές φορές, κάποια στιγμή θα πρέπει να συγκεντρωθούν τα στοιχεία για να γίνει εκτενής αναφορά σε όσα προαναφέρθηκαν.
Τον Γκανά όμως ελάχιστοι τον γνωρίζουν (ή έχουν ακούσει) καθώς μετανάστης και αυτός που είχε γυρίσει από την Αμερική, αυτοκτόνησε το 1938 και δεν είχε συγγενείς στο Νησί. Πρόκειται για μια τραγική ιστορία που είχε συγκλονίσει το Νησί. Και το σχόλιο του “Αλέξη Ζορμπά” είναι μια μοναδική ευκαιρία να καταγραφή αυτή η ιστορία. Το βράδυ πριν την αυτοκτονία ο Πότης Λουκάκος, ανταποκριτής τότε της “Σημαίας”, βρισκόταν στην παρέα του αυτόχειρα και περιγράφει το γεγονός σε ανταπόκριση προς την εφημερίδα. Την αναδημοσιεύω χωρίς “εισαγωγή” για να διατηρηθεί η αξία της, όπως δημοσιεύτηκε στις 15/10/1938:
“Την κοινωνίαν της πόλεώς μας κρατεί ακόμη εις αναστάτωσιν η αυτοκτονία του Παναγιώτου Γκανά, του ανθρώπου “μυστήριο” όπως απεκαλείτο μεταξύ όλων εκείνων που τον εγνώριζαν. Η κατάπληξις την οποία εδοκίμασεν εκ του τραγικού γεγονότος η κοινωνία της Μεσσήνης πληροφορηθείσα τας πρωινάς ώρας τας συνθήκας υπό τας οποίας ο Π. Γκανάς έθεσε τέρμα εις την ζωήν του, υπήρξε εξαιρετική. Ουδείς εξ όσων των συναναστρέφοντο και τον εξετίμων δια τα πολλά του χαρίσματα, ήτο εις θέσιν να ξεύρη τι κρύβει εις την ψυχήν του ο ευγενής αυτός τύπος. Αλλ΄ας είδωμεν ποίος ήτο ο άνθρωπος ο οποίος με μίαν τραγικήν χειρονομίαν έθεσε τέρμα εις την ζωήν του και του οποίου το δραματικό τέλος κρατεί εις συγκίνησιν όλους όσους επληροφορήθησαν τον θάνατόν του.
Ο Παναγιώτης Γκανάς ηλικίας 60 περίπου ετών, διεκρίνεται δια την άψογον εμφάνισίν του, δια το ευγενές του παράστημα, δια το καλοκάγαθον του ήθους του και εν γένει δια τα χριστιανικά του αισθήματα. Είχε γεννηθεί εις Μεσσήνην, αλλ’ από νεαράς ηλικίας ανεχώρησεν εις Αμερικήν και εγκατεστάθη εις το Σικάγον. Εκεί επεδόθη εις ποικίλας επιχειρήσεις, χάρις δε εις την ευφυΐαν του και το επιχειρηματικόν του δαιμόνιον κατώρθωσε να αναπτύξη τας επιχειρήσεις του και να αναδειχθή εις ένανα από τους καλύτερον αποκατεστημένους Ελληνας της Αμερικής. Αι επιχειρήσεις του, αι οποία ήσαν ξενοδοχειακαί εγιγαντώθησαν και ο Παναγιώτης Γκανάς εκέρδισεν άφθονα χρήματα. Η κρίσις όμως του 1928-30 έπληξε και τον Γκανάν. Αι επιχειρήσεις του έφθιναν και το 1932 ηναγκάσθη να επανέλθη εις την Ελλάδα, εγκατασταθείς εις την ιδιαιτέραν του πατρίδα Μεσσήνην. Η περιουσία την οποάι εκόμισε τότε υπελογίζετο εις 360.000 περίπου. Εις την Μεσσήνην ο Γκανάς εγκατεστάθη εις την οικίαν της χήρας Σχουμάχερ, ένθα έζη ζωήν ήρεμον. Αγαμος ών, είχε έναν μόνον αδελφόν ο οποίος είνε αρχιμανδρίτης εις την Καρδίτσα και δύο ανεψιάς αι οποίαι είνε έγγαμοι και αποκατεστημέναι καλώς εις την Αμερικήν. Ο βίος του Γκανά εις Μεσσήνην ήρτο πρότυπον αγαθού και φιλανθρώπου. Ουδέποτε ηρνήθη την συνδρομήν τους εις όσους του την εζήτησαν και πάντοτε υπήρχε ο αρωγός εις την ανθρώπινην δυστυχίαν. Συνεπεία των αρετών του αυτών έχαιρε μεγάλης εκτιμήσεως παρά τη κοινωνία της Μεσσήνης, μόνον δε φίλους είχαν αποκτήσει κατά το διάστημα της εδώ διαμονής του.
ΜΙΑ ΑΝΕΞΗΓΗΤΟΣ ΠΡΑΞΙΣ
Ούτως είχον τα πράγματα ότε προ ημερών ο Γκανάς μεταβάς εις το νεκροταφείον του Αγίου Γεωργίου εξέλεξε ωρισμένον χώρον εις αρκετά εμφανές μέρος και αφού τον ηγόρασε παρήγγειλεν εις την υπηρεσίαν του νεκροταφείου να ανασκάψη εκεί ΄να τάφον διότι – ως είπεν – κάποιος συγγενής του επρόκειτο να ταφή. Ο τάφος πράγματι ητοιμάσθη, αφού δε περιεφράχθη με κάγγελα ο Γκανάς μετέβη και ετποποθέτησε σταυρόν επί του οποίου ανέγραψε το όνομά του, το έτος γεννήσεως και την ημερομηνίαν θανάτου του. Η ημερομηνία αύτη ήτο 10-101938. Ο νεκροθάπτης του νεκροταφείου είδε ότι το πράγμα το οποίον του εκίνησε την περιέργειαν, έσπευσε δε αθορύβως και ειδοποίησε την αστυνομικήν αρχήν. Ο Διοικητής της Χωροφυλακής Μεσσήνης εκάλεσε τότε τον Γκανάν και του έκαμε διαφόρους παρατηρήσεις, συστήσας εις αυτόν να εκδιώξη την ιδέαν της αυτοκτονίας. Αι συστάσεις όμως εις ουδέν ίσχυσαν και ο Γκανάς εφαίνετο αποφασισμένος να πραγματοποιήση το τραγικόν διάβημά του. Παρήλθαν έκτοτε πέντε ημέραι.
Η ΒΡΑΔΥΑ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ
Την μοιραία εκείνη βραδυά ο τραγικός αυτός αυτόχειρ εκάθητο έξωθι του καφενείου Αλμπάνη και συνωμίλει αστεϊζόμενος μετά τινων φίλων του, εν οίς και ο υποφαινόμενος. Οπως πάντα από τας συζητήσεις του και τα αστεία του κανείς δεν ημπορούσε να συνάγη τι και προ πάντων να υποθέση ότι αυτός ο άνθρωπος είχε λάβει την αμετάκλητον απόφασιν να δώση τέρμα εις την ζωήν του. Είναι αλήθεια ότι εξήταζε τα πάντα με μίαν μικρή ειρωνία, ευρωνευόμενος κάθε τι που υπέπτιπτε στην αντήληψίν του, από καιρού δε εις καιρόν περιέπιπτε και εις μίαν μελαγχολίαν, ήτο δε καταφανεστάτη η προσπάθεια που κατέβαλε να απαλλαγή από αυτήν.
Συνομιλούσαμε περί δημοσιογραφίας και εφημερίδων. Ηξευρε την ιδιότητά μου και μοί ετόνιζεν ότι υπεραγαπά την “Σημαίαν” και ότι κατά το διάστημα που ευρίσκετο εις την Ελλάδα δεν εδιάβαζε άλλο έντυπο.
– Είναι, μου έλεγε, ωραίο πράγμα να μπορεί κανείς να δώση τυπωμένη τη σκέψη του σε εκατοντάδες, σε χιλιάδες ανθρώπους. Αλλά τι ωφελεί και αυτό;
Και αποτόμως έπεφτε στη μελαγχολία του μέχρις ότου κάποιοι αστείο της παρέας τον απήλλασε απ’ αυτήν και τον έκανε να γελά ανοιχτόκαρδα σας παιδί, σαν άνθρωπος που όλα στη ζωή του πηγαίνουν καλά.
Υστερα άρχιζε να μιλά για εκδρομές σε ειδυλιακά ακρογιάλια, σε γραφικά χωριά, βουνά πανήψυλα με κορφές χιονισμένες. Και τα μάτια του πέρναν μια ξεχωριστή λάμψη σαν κάτι να αναπολούσε. Ισως κάποια ζωή ξεχασμένη πιά.
Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ ΤΟΥ
Χωρίσαμε στις 2 ακριβώς το βράδυ. Πήγε κατ’ ευθείαν σπίτι του. Εγραψε αρκετές επιστολές, εκ των οποίων η μια απηυθύνετο προς την σπιτονοικοκυράν του την οποία αφήνει και γενική κληρονόμο του, μια προς την “Σημαίαν” εις την οποίαν αναφέρει τους λόγους της αυτοκτονίας του και η οποία κρατείται ήδη εις το αστυνομικόν τμήμα χωρίς να γνωσθή το περιεχόμενό της, μια προ ςτην Κοινότητα, μια προς την αστυνομικήν αρχήν, μια προς τον κ. Εισαγγελέα και μια προς τους φίλους του εις την οποία γράφει ότι πεθαίνει για να μην είναι βάρος σε κανέναν.
Η ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ
Την 2αν πρωινήν αφού τελείωσε το γράψιμο των επιστολών, εφόρεσε ένα κυνηγετικό κουστούμι, πήρε μαζί του ένα φιαλίδιο γεμάτο με ένα άγνωστο δηλητήριο και ένα πιστόλι και χωρίς να γίνει αντιληπτός από κανέναν μετέβη εις το Νεκροταφείον. Ανοιξε προσεκτικά την πύλη για να μην γίνη αντιληπτός από τους γύρω κτηνοτρόφους, κατηυθύνθη προς τον νεοσκαμένον τάφον του, μπήκε μέσα εις αυτόν και αφού εξηπλώθη υπτίως εξεκένωσε πρώτα το φιαλίδιον με το δηλητήριον και κατόπιν αφού εστήριξε το περίστροφον εις τον δεξιόν του κρόταφον επυροβόλησε.
Την επομένην ο φύλαξ του Νεκροταφείου εύρεν τον τραγικόν αυτόχεια εντός του τάφου του νεκρόν και με το κρανίον σχεδόν συντετριμένον.
Ούτως ετερματισθη η ζωή του τραγικού αυτού ανθρώπου, του οποίου η ζωή αποτελεί μυστήριον δι’ όσους τον εγνώρισαν και δι’ ολόκληρον την κοινωνίαν της πόλεώς μας”.
Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΗΜΕΡΑ
Την επόμενη ημέρα δημοσιεύεται και πάλι εκτενές ρεπορτάζ απεσταλμένου αυτή το φορά της “Σημαίας” το οποίο επιβεβαιώνει τα όσα έγραφε ο Παν. Λουκάκος και έχει μερικές ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες.
Κατ’ αρχήν φαίνεται ότι η ιδιοκτήτρια του σπιτιού που έμενε ήταν η χήρα του προέδρου της Κοινότητας Μεσσήνης Σχουμάχερ που είχε πεθάνει πριν λίγο καιρό καθώς δηλώνει ότι “μου έδιδε πάντοτε 200-300 δραχμάς μηνιαίως επιπλέον του αντιτίμου του ενοικίου, εις τας παρατηρήσεις μου δε απήντα ότι εγώ έχω παιδιά τα οποία στερούνται πατρός”.
Η αυτοκτονία του Γκανά αποδίδεται στο γεγονός ότι πλέον θα έμενε χωρίς χρήματα αφού τελείωναν και εκείνα που έστελναν οι ανηψιές του δεν τα χρησιμοποίησε ποτέ: “Τα χρήματα του Γκανά συνεπεία της ζωής την οποία διήγεν ευρίσκοντο προς το τέλος των και ο περίεργος αυτός τύπος βιάζετο να τερματίση τον παράτολμον σκοπόν του. Δύο ανεψιαί του καλώς αποκατεστημέναι εις Αμερικήν του απέστελλον συχνά χρήματα. Τα χρήματα ταύτα ο Γκανάς, ουδέποτε έθιξεν. Επήγαινε αμέσως όταν τα ελάμβανε και τα κατέθετεν εις την τράπεζαν επ’ ονόματι των ανεψιών του που του τα έστελλον”.
Αυτά επιβεβαιώνονται και από τις επιστολές του καθώς σύμφωνα με το ρεπορτάζ: “Εις την επιστολήν προς την κ. Σχουμάχερ γράφει ότι αφήνει το χρυσούν ωρολόγιόν του και το χρυσούν δαχτυλίδι του, εις τα δύο παιδιά της, όλα δε τα άλλα πράγματα εις αυτήν. Εις τας άλλας επιστολάς του αποχαιρετά τους φίλους του και παρακαλεί να μη γίνη καμία ανάκρισις διότι ουδείς τον έβλαψεν και ουδένα έβλαψεν. Εις την προς την “Σημαίαν” επιστολήν του εκθέτει τας σκέψεις του περί της ζωής και δικαιολογεί το εγχείρημά του τονίζων ότι εις έναν άνθρωπος που εγνώριζε καλά την ζωήν και την ματαιότητά της τοιούτος θάνατος ήρμοζε”.
Τέλος στο ρεπορτάζ αναφέρεται ότι είχε επιστρέψει από την Αμερική κατά τους Βαλκανικούς πολέμους και είχε διακριθεί στο πεδίο των μαχών, κάτι που είχαν πιστοποιήσει ανώτεροι αξιωματικοί οι οποίοι μετά από παράκλησή του είχαν ζητήσει να του απονεμηθούν μετάλλια.
Στο βιβλίο «ΕΝΑ ΠΟΤΑΜΙ ΘΑΛΑΣΣΑ» υπάρχει ένα διήγημα με τίτλο «Οι ζωγραφιές της Αλισάβως». Εκεί και με αρκετή φαντασία , υπάρχει έρωτας Γκανά και Αλισάβως και ο Δημητριόλος να παίζει στην κιθάρα του την «Ισπανική υποχώρηση», στο καφενείο του Μπάγουλη .. Και άλλα πολλά.. Μνήμη, συγκίνηση, ένας άλλος κόσμος πια…
Προβολή Σχολίων