Τα «Εννιάμερα της Παναγιάς»
Τα «Εννιάμερα της Παναγιάς» σήμερα κατά τη λαϊκή έκφραση. Απόδοση της Κοίμησης της Θεοτόκου κατά τη χριστιανική ορολογία, δάνεια από την Ιουδαϊκή παράδοση η συνήθεια που αναφέρεται στην ολοκλήρωση μιας μεγάλης γιορτής η οποία ξεκίνησε πριν 8 ημέρες.
Δεκαπενταύγουστος στο Βουλκάνο, Εννιάμερα στο Νησί ήταν το «δίδυμο» θρησκευτικό και εμπορικό πανηγύρι. «Αποκολλήθηκαν» όταν με το νέο ημερολόγιο δεν είχαν μαζευτεί σύκα και σταφίδες με αποτέλεσμα η εμπορική κίνηση να περιοριστεί σημαντικά. Και το Νησιώτικο μεταφέρθηκε το 1929 στις 20 Σεπτεμβρίου με διάρκεια μέχρι τις 27 του μήνα (ήδη γινόταν από 20 μέχρι 27 Αυγούστου). Με θρησκευτική γιορτή την Παναγιά Μυρτιδιώτισσα στις 24 Σεπτεμβρίου, 40 ημέρες μετά την Κοίμηση, στα «σαρανταήμερα»…
Πέρα από τη θρησκευτική μυθολογία για την κάθοδο της Εικόνας από το Βουλκάνο στο Νησί, η πρώτη γραπτή μαρτυρία για το πανηγύρι καταγράφεται το 1843 στην εφημερίδα «Ταχύπτερος Φήμη». Στο φύλλο της 7ης Σεπτεμβρίου γράφει σχετικά: «Η κατά την 23 Αυγούστου τελουμένη πανήγυρις εφάνη πολυπληθεστέρα και λαμπροτέρα πάσης άλλης, καθ’ όσον ετιμήθη από την υπαλληλίαν Καλαμών, επικεφαλής της οποίας διεκρίνετο ο αξιότιμος διοικητής Μεσσηνίας. Μιαν τοιαύτην διάκρισιν εκάμαμεν καθόσον εσφαγιάσθησαν υπέρ τας δύο χιλιάδας αρνιά».
Από τη μικρή ανταπόκριση συνάγεται ότι το πανηγύρι ήταν παλαιότερο και πως η γουρνοπούλα δεν είχε ακόμη εμφανιστεί. Τα δυό χιλιάδες αρνιά, μάλλον στη σφαίρα της φαντασίας του ανταποκριτή θα πρέπει να εσφάγησαν και στην επιδίωξη να δείξει πόσο μεγάλη ήταν η προσέλευση.
Αν δεν υπάρχει κάποιο ζήτημα διατύπωσης, το πανηγύρι γινόταν μόνο μια ημέρα. Πιθανόν όμως η αναφορά να έχει σχέση μόνον με την ημέρα της γιορτής.
*******
Για το 1885 υπάρχει μια πολύ ενδιαφέρουσα περιγραφή της γιορτής του Δεκαπενταύγουστου στο Βουλκάνο, σε άμεση σχέση με το Νησιώτικο πανηγύρι. Καθώς τελειώνοντας η περιγραφή αναφέρει ότι “την πανήγυριν ταύτην διαδέχεται μεθ΄ημέρας εννέα άλλη εμπορική τελουμένη υπό της αυτής Μονής εν τω κατά το Νησίον της Μεσσήνης μετοχίω αυτής, εν ώ πωλούνται τα άχρηστα αφιερώματα, ο κηρός και ο λίβανος”. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι λόγω και της μικρής; χρονικής απόστασης των εννέα ημερών, το Νησιώτικο πανηγύρι λειτουργούσε κυρίως ως σταθερό ημερολογιακά ετήσιο παζάρι που υπηρετούσε τις ανάγκες της τοπικής οικονομίας, του ζωεμπορίου και της ψυχαγωγίας. Με χρόνο τέλεσης τη σταθερή θρησκευτική γιορτή της 23ης Αυγούστου και το ανάλογο τελετουργικό.
Στην περιγραφή που παραθέτω υπάρχουν αναφορές σε έθιμα που μεταφέρθηκαν στο Νησιώτικο πανηγύρι όπως αυτό με τα μωρά που ήταν “ταγμένα” και έσπευδαν όλοι να εξασφαλίσουν… βαφτιστήρι. Υπάρχει και η πρώτη σαφής αναφορά στη γουρνοπούλα. Το κείμενο της Αικατερίνης Ζάρκου είναι γραμμένο το Νοέμβριο του 1885 και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ποικίλη Στοά” το 1886. Είναι μεγάλο αλλά έχει ιδιαίτερο λαογραφικό ενδιαφέρον καθώς περιγράφει μια ολόκληρη εποχή:
“Επειδή συνέπεσε να επισκεφθώμεν την μονήν ολίγας ημέρας προ της 15ης Αυγούστου απεφασίσαμεν να μείνωμεν και κατά την πανήγυριν, άλλως τε ο πατήρ Σαμουηλ δεν έδιδεν ημίν άδειαν αναχωρήσεως. Οι πατέρες μετά μεγίστης φροντίδος από ημερών περιεπιούντο ου μόνον την Μονήν και τον ναόν, αλλά και τα πέριξ έχοντες εις ενέργειαν πλείσους χωρικούς, οίτινες χάρν ευλαβείας ειργάζοντο δωρεάν. Αλλ’ ουδ’ ημείς εμείναμεν αργοί, ανεμείχθνμεν εις την στίλβωσιν των ιερών σκευών και την επανόρθωσιν αντικειμένων τινών, εις ά απητείτο γυναικεία χείρ. Ενώ δε εν τοις μαγειρείεις υπερμεγέθεις χύτραι ητοίμαζον νηστίσιμα φαγητά δια τους προσκυνητάς, αγέλαι αμνών και δελφάκων έμενον έξωθεν της Μονής προς ανηλεή σφαγή. Οι ταματαραίοι δύο ημέρας πρότερον ήρξαντο αθρόοι ερχόμενοι οι δε παίδες και υπηρέτες της Μονής έσπευσον υπό του ενός κελλίου εις το άλλο περιποιούμενοι αυτούς. Εις 5.000 περίπου ανήλθεν ο αριθμός των ευσεβών προσκυνητών, κατά το έτος 1884. Το επίθετον ευσεβής είναι απαραίτητον, καθότι η πανήγυρις αύτη είναι καθαρώς θρησκευτική. Ο ζωηρός Μεσσήνιος έρχεταιεκεί ταπεινωμένην έχων την καρδίαν και εν συγκινήσει προσφέρει την ευχήν του, ευχαριστών την δέσποιναν των ουρανών δια την εκπλήρωσιν της δεήσεώς των. Βλέπων τις αυτόν κομψοπρεπώς φέροντα την εθνικήν στολήν, υπερήφανον και ηλιοκαές έχοντα το μέτωπον, ανεστραμένον δε το άκρον του μέλανος μύστακος και δια μεν της δεξιάς μετ’ αφελούς χάριτος θωπεύοντα την λάμπουσαν λαβήν του αχωρίστου αυτού συντρόφου, του πιστολίου του, δια δε της αριστεράς οδηγούντα αμνόν ή κρατούντα κηρόν και λίβανον, θέλγεται εκ της αντιθέσεως ταύτης της ισχύος και της αδυναμίας, της υπερηφανείας και της ταπεινοφροσύνης.
Οι ταματαρέοι άνδρες, γυναίκες και παιδιά, μετά τον πρώτον σταθμόν εν τω μετοχίω, ανέρχονται την παραμονήν της εορτής εις το καθολικλον ένθα οι ημίσεις των πατέρων αναμένουσι αυτούς, Εκεί ως επί το πλείστον γίνονται τα αναθήματα, τα βαπτίσματα των βρεφών και τα ζυγίσματα των παίδων. Εγερθέντες λίαν πρωί ηκολουθήσαμεν τους προσκυνητάς, Μυρμηκιά γυναικοπαίδων εκάλυπτε το όρος, πολλών ανερχομένων ανυποδήτων. Επί της κορυφής είχον ήδη εγερθεί ζαχαροπλαστεία και οπωροπωλεία ως και διάφορα στεγάσματα. Εύρομεν τον ηγούμενον εν μεγάλη στολή ιερουργούντα. Κατά την λειτουργίαν αι γυναίκες έρριπτον τα βρέφη τους προ της εικόνας της Παρθένου, ο πρώτος δε χείρα βαλλων επ’ αυτά εθεωρείτο ανάδοχος. Μετά μεγίστης δε δυσκολίας κατορθώσαμεν η χαρίεσσα εξαδέλφη μου Μπενή και εγώ να τύχωμεν της ευτυχίας ταύτης, τοσαύτη προθυμία εδείκνυτο παρά πάντων. Και μετά το πέρας δε της λειτουργίας εξηκολούθει το ζύγισμα των παίδων προσφερομένου αντί του βάρους αυτών κηρού και λιβάνου, ως και η κατάθεσις των αναθημάτων παντός είδους, ήτοι πλουσίων χρυσοΰφαντων ενδυμάτων, πολυτίμων κοσμημάτων και χρημάτων. Εν μεγαλοπρεπεί εικονοστασίω είχε κατατεθεί η αγία εικών, πλησίον δε αυτής μέγα κιβώτιον εδέχετο τα πολύτιμα αναθήματα. Πλείστα των κοσμημάτων και των ενδυμάτων των ανετιθόντων υπό μητρός ή συζύγου,εξηγοράζοντο υπό των ανδρών αυτών αντί μεγάλης ποσότητας χρηματικής, ήν ώριζεν επί τούτω συστάσα επιτροπή εκτιμητών. Ο ηγούμενος ηθέλησε να συμπεριλάβει και ημάς εις ταύτην, ηπόρησα δε δια την προθυμίαν ήν εδείκνυον οι άνδρες εις την πληρωμήν, αδιαφιλονικήτως παραδεχόμενοι πάσαν εκτίμησιν, ουχί βεβαίως πάντοτε ακριβήν. Απερίγραπτος δε χαρά εζωγραφίζετο εις το πρόσωπον νεονύμφου τινός ανακτωμέμνης το νυφικόν της δια της γενναιότητος του συζύγου της, όστις πάλιν εθεώρει εαυτόν ευτυχή ως τοσούτον αγαπώμενον αφού χάριν αυτού, η προσφιλής του συμβία είχε θυσιάσει την πολυτιμοτάτην αυτής εσθήτα.
Εξελθόντες του ναού εζητήσαμεν να ίδωμεν τον πατέρα Σαμουήλ, όν ουδαμού εβλέπομεν. Ο ηγούμενος γελών μας είπε να τον ακολουθήσωμεν, ωδήγησε δε ημάς εις τρώγλην τινά, εις ήν η μοναδική θυρίς εχρησίμευε και ως παράθυρον.
– Τι είναι εδώ; ερωτώμεν – Ζητήσατε την άδειαν και εισέλθετε μας λέγει ο ηγούμενος, θα εύρετε ό, τι επιθυμείτε.
– Πατήρ Σαμουήλ είσθε αυτού; ερωτώμεν δειλώς.
Ασθενής φωνή από βαράθρου εξερχομένη μας απαντά εν αμφβίβολον ναι. Ορμώμεν εντός κύπτοντες την κεφαλήν και βλέπομεν εις την ειρκτήν εκείνην σεσαθρωμένην και σκοτεινήν χαμαί κακελιμένον τον πάτερ Σαμουήλ ερυθρόν ως αστακόν περίρρυτον υπό ιδρώτος, φέροντα το πετραχήλιον, και έχοντα εκ δεξιών μεν την αχώριστον ταμβακοθήκην του, εξ ευωνύμων δε λαγήνην ύδατος.
– Τι κάμνετε εδώ; προς Θεού, ερωτώμεν μετά κόπου κρατούντες τον γέλωτα.
– Εξομολογών, μας αποκρίνεται, έχω 3.000 μέχρι τώρα εξομολογήσει, από προχθές δεν εσάλευσα καθόλου.
– Και ακόμη εξακολουθείτε;
– Βεβαίως, γιατί ακολουθούν τα σαραντάρια.
– Τα σαραντάρια!
– Ναι, δηλαδή όσοι δεν κρίνονται άξιοι τελείας αφέσεως αμαρτιών υποχρεούνται εις τεσσαράκοντας λειτουργίας, το αντίτιμων των οποίων πληρώνουσι ήδη.
– Εν άλλαις λέξεσι, πάτερ, δίδετε και πλήρη άφεσιν αμαρτιών;
– Ουχί δα πάντοτε, μας απεκρίθη δια του πονητού του μειδιάματος Σαμουήλ ο πρώτος, δίδω συγχωροχάρτι μόνον εις ελαφρά παραπτώματα.
– Και… ωφελείσθε τουλάχιστον τίποτε;
– Ω τίποτε! Σχεδόν τίποτε! Υπέλεβεν ο αγαθός μοναχός σείων μελαγχολικώς την μαρτυρικήν κεφαλήν του. Θύμα δε του αξιώματός του εξηκολούθει μένων εκεί, μετά πολλών δε παρακλήσεων ηδυνήθημεν κατά την ώραν του προγεύματος να τον αποσπάσωμεν της θέσεώς του.
Κατελθόντες εις το μετόχιον εύρομεν την πανήγυριν εν φαιδροτέρα όψει. Η κατάθεσις των αναθημάτων εξηκολούθη πάντοτε, οι δε ταματαραίοι δεν έπαυον ερχόμενοι. Εκατγέρωθεν της θύρας του ναού υπήρχον δύο σωροί εκ κηρού και λιβάνουν, πρόβατα δε και βόες επλήρουν το προαύλιον βληχώμενα και μηκώμενα. Εν τη περιστάσει ταύτη δεν δύναμαι να λησμονήσω επεισόδειον τι σπάνιον αδελφικού φίλτρου παράδειγμα. Εκαθήμεθα επί του εξώστου του ηγουμενείου, κατασκοπούντες δια των διόπτρων την κατάβασιν των εκ του καθολικού πατέρων, ήν μας έλεγον αξιοθέατον, ότε είδομεν άνδρα μεσήλικα άγοντα από των κεράτων βουν. Το ηλιοκαές αυτού πρόσωπον και τα πλήρη κόνεως ενδύματα αναγγέλουν τον από μακράν ερχόμενον προσκυνητήν. Εκ περιεργείας εξήλθομεν εις την προ το προαύλιον μεγάλην, όπως κάλλιον περιεργασθώμεν αυτόν. Εισελθών εις τον περίβολον της Μονής ο προσκυνητής εκείνος προσέδεσε εις τινα στύλον της στοάς τον βουν αυτού, ασκεπής δε και κρατών υπερμεγέθη λαμπάδα εισήλθε εις τον ναόν. Εξελθών εφαίνετοα ακόμη ασθμαίνων. Ενεύσαμεν προς αυτόν να ανέλθη εις το Ηγουμενείον, όπως και έπραξε. Διερχόμενος δε πλησίον του υποζυγίου αυτού εθώπευσε την κεφαλήν του στενάξας, είτα ποιήσας κίνησιν τινά δια της χειρός ως να έλεγεν “έχει ο θεός” ανήλθε προ ςημάς. Ο επιτετραμένος την καταγραφήν των αναθημάτων ηρώτησε αυτόν πόθεν ήρχετοι ως και το όνομά του. Απεκρίθη ότι ωνομάζετο Αντώνιος Λιμπερόπουλος, ότι ήρχετο εκ του χωρίου Σουλιμά του δήμου Δωρίδας εκ Τριφυλίας. Ηρωτήσαμεν ημείς τότε αυτόν διατί είχε τάξει τον βουν αυτού. Κατ’ αρχάς δεν ήθελε να μας είπη, αλλά τη παρακλήσει όλων ομολόγησεν ότι κινδυνεύσαντος του αδελφού του τον είχε τάξει καθώς και μίαν οκάν κηρού και 15 τάληρα. Οτι ιαθάντος του αδελφού του είπεν αυτός εις την σύζυγόν του να φέρη τον κηρόν και τα χρήματα, να κρατήσουν δε τον βουν διότι άλλον δεν είχον, ήτο δε πατήρ πολυμελούς οικογενείας, αλλ΄ότι η σύζυγός του τω είπεν όταν αν πρέπει να φυλάττη τις τας υποσχέσεις του απάναντι των ανθρώπων, πολλώ μάλλον οφείλει να τας φυλάττη απέναντι του Θεού, και ότι τοιουτοτρόπως εξεπλήρωσεν ολόκληρόν την ευχήν του. Τώρα είμαι πτωχός ως ο Ιώβ μας είπεν εγειρόμενος, αλλ’ είμαι ευχαριστημένος ότι ενίκησαν τον πειρασμόν.
Οποίον υψηλόν αίσθημα! αδελφικής στοργής εν τη καρδία του αγρότου προσφέροντος εις τον Θεόν χάριν του αδελφού του παν ό, τι εκέκτηο αγαθόν. Εις πάντας ημάς επήλθε τότε ο αυτός στοχαμσός να δώσωμεν παν ό,τι είχαμεν εις τα βαλάντιά μας, αλλά πριν κινηθιώμεν προς τούτο ο ανήρ εκείνος, ο τόσον πλούσιος την καρδίαν ήτο μακράν, αφού έριψεν ημίν,, ως μαντεύας την άκαιρον ευσπλαχνίαν, υπερήφανον βλέμμα.
Αλλ’ εν τούτοις εδόθη το σημείον δια των κωδώνων περί της καθόδου των προσκυνητλων, πολλοί δε εξήλθον προς προϋπάντησιν. Το θέαμα ήτο όντως ωραίον. Εν μέσω του πλήθους ο ηγούμενος περικυκλούμενος υπό των λοιπών πατέρων αδόντων τον παρακλητικόν κανόνα, έφερεν εντός χρυσοΰφαντου θήκης την αγίαν εικόνα. Η λαμπαδηφόρος συμνοδεία αύτη, ακολουθούσα την ελικοειδή του όρους οδόν, εφαίνετο ως έρπουσα ταινία χρυσού. Αφού έφθασεν εις την πύλην της Μόνης ένθα οι λοιποί των πατέρων ανέμενον εγένετο δέησις, είτα κατέθεσαν το ιερόν κειμήλκιον εν τη οικεία αυτού εν τω ναώ θέσει. Ούτως έληξεν η θρησκευτική τελετή.
Εν τη πανηγύρει συνέβαινον άλλοντε πολλαί ταραχαί μεταξύ των προσκυνητών εριζόντων δια την κατοχήν των κελλιών. Από τινος όμως χρόνου άκρα βασιλεύει τάξις, χάρις εις την καλήν των συμβούλων διεύθυνσιν και των κατά καιρούς ηγουμένων.
Εξελθόντες της Μονής ηπορήσαμεν δια την όψιν, ήν είχον λάβει τα πέριξ. Παντοειδή στεγάσματα, οπωροπωλεία, μαγειρεία, ζαχαροπλαστεία και οινοπωλεία, ως δια μαγείας είχον μεταβάλει την πριν έρημον εις κατοικούμενην χώραν, οι δε από πάσης πανηγύρεως μη ελλείποντες εμπορίσκοι εσταμάτων ημάς ανά παν βήμα. Αλλ’ ό, τι μάλλον περίεργον, ήτο το πλήθος οπτών χοιριδίων προς πώλησιν εμπεπερασμένων εις οβελούς. Πλην δε πάντων τούτων άλλη τις ποικιλία ανεμειγνύετο. Αι διάφοροα ενδυμασίαι των κορασίων και των καλών γυναικών, αίτινες αποβάλουσαι τα καθημερινά των ήσαν ενδεδυμέναι τας εορτασίμους αυτών εσθήτας, τα gros, τα μπλέ και τα λιλά των, οιμοιάζουσαι με τα πράσινά των ή ερυθρά παρασύλια, με τα ολόχρυσα κοντά των και ταις μαργαριταρένιες φούντες των προς ιπταμένας χρυσαλίδας. Το θέαμα ήτο ελκτικόν από του λόφου εφ’ού εθεώμεθα. Ολιγον μακράν της Μονής όργανα τινά ετόνιζαν ησύχως τα εγχώρια εκείνα παθητικά της Μεσσηνίας μέλη, πέριξ δε αυτών εν ρυθμώ ωρχούντο οι ευτυχείς συμπόται. Προχωρούσης της ημέρας, οι προσκυνηταί ηραιούντο, την εσπέραν ηκούοντο έτι χοροί και άσματα, αλλά την επαύριον ησυχία και τάξις επεκράτη πανταχού. Την πανήγυριν ταύτην διαδέχεται μεθ΄ημέρας εννέα άλλη εμπορική τελουμένη υπό της αυτής Μονής εν τω κατά το Νησίον της Μεσσήνης μετοχίω αυτής, εν ώ πωλούνται τα άχρηστα αφιερώματα, ο κηρός και ο λίβανος”.
Προβολή Σχολίων
