ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΟΣΥΒΑ ΣΤΟΝ ΓΑΡΖΕΝΙΚΟ

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΟΣΥΒΑ ΣΤΟΝ ΓΑΡΖΕΝΙΚΟ
Η οικογένεια του Δημητρίου Κόσιβα (ή Κόσυφα σε κάποια εγγραφα του 19ου αιώνα) είναι μια από τις οικογένειες του Γαρζενίκου της προεπαναστατικής και των πρώτων της Οθωνικής περιόδου. Δεν μπορούμε να την συνδέσουμε συγγενικά με άλλη στον Γαρζενίκο, το επώνυμο, από παρωνύμιο μάλλον, Κόσιβας δεν φέρει επίσημα κάποια άλλη. Συναντάμε όμως στην ίδια καταγραφή πληθυσμού του 1851 οικογένεια Κόσιβα στο γειτονικό μας χωριό Πυργάκι. Το επώνυμο, προφανώς, προέρχεται από το γνωστό πουλί, θυμάμαι τους γονείς μας που, ακόμα και στην εποχή μας, το αποκαλούσαν και με τα δύο ονόματα, Κότσυφας και Κόσυβας.
Η οικογένεια Κόσυβα μετοίκησε στη Μεσσήνη, Νησί τότε, της Μεσσηνίας πολύ γρήγορα μετά την αποκατάσταση της ησυχίας στην Πελοπόννησο και την ίδρυση του Ελληνικού κράτους το 1830, σίγουρα είχε σχέσεις με το Νησί, παραχειμάζοντας, και από την προηγούμενη εποχή της Τουρκοκρατίας. Τον ίδιο, αγωγιάτης το επάγγελμα, τον συναντάμε στο Νησί σε δικαιοπρακτικά έγγραφα ήδη από τη δεκαετία του 1830 ως ιδιοκτήτη κτημάτων στην εκεί αγροτική περιφέρεια. Στον κατάλογο δε των εχόντων δικαίωμα ψήφου για τις εκλογές προς ανάδειξη των αντιπροσώπων της επαρχίας στην Εονοσυνέλευση στην Αθήνα το έτος 1843, τον βρίσκουμε καταγεγραμμένο στην ενορία του Αγίου Δημητρίου, συγκεκριμένα στο Παράρτημα του κυρίως καταλόγου με τίτλο «πάροικοι Γαρζενικιώτες», με σκέτο το επώνυμό του «Κόσσυβας». Παραμένει την ίδια στιγμή, ακόμα πολιτογραφημένος στον Γαρζενίκο ως δημότης του Δήμου Νυμφασίας. Τον συναντάμε να συμμετέχει υπογράφοντας στην αίτηση των κατοίκων του Γαρζενίκου προς τις αρμόδιες αρχές για τη χορήγηση άδεια ανέγερσης της ενοριακής εκκλησίας του χωριού στις 20 Αυγούστου 1840, στους εκλογικούς καταλόγους και τους καταλόγους ψηφισάντων στα πρωτόκολλα ψηφοφορίας του Δήμου κατά το 1847 και 1850, 1856 και 1858. Συμπεριλαμβάνεται δε και στην καταγραφή πληυσμού του Δήμου Νημφασίας του 1851 μαζί με τα μέλη της οικογενειά του
«Αριθ. οικογένειας 75 Δημήτριος Κόσιβας ηλικία 52 εργάτης
Γιαννούλα συζυγος του 40
Αθανάσιος τεκνο του 22
Χρηστίτσα τεκνο του 18
Κωνσταντίνος τεκνο του 20
Γεώργιος τεκνο του 16 »
Παρ’ όλα αυτά δε μοιάζει να διατηρεί ιδιαίτερες επαφές ούτε να καλλιεργεί χωράφια του στον Γαρζενίκο, και δεν αναφέρονται στις διαθέσιμες από εμάς πηγές χωράφια στην ιδιοκτησία του τις επόμενες δεκαετίες, μόνο ένα τοπωνύμιο βρίσκουμε, «του Κόσιβα τα Γούπατα», ψηλά στο βουνό Μπότσικας μισή ώρα, με το μονοπάτι, βορειοδυτικά του χωριού. Διατηρεί όμως, αυτός και οι κληρονόμοι του κατόπιν, για αρκετές δεκαετίες στην ιδιοκτησία του την περιοχή της οικίας του (ερείπιο πλέον) στο χωριό μέχρι το έτος 1879 (Θεωρούμε πως ο ίδιος ο Δημήτριος Κόσιβας πέθανε στο Νησί κατά τη δεκαετία του 1860). Παρέμεινε, μάλιστα, μέχρι τις μέρες μας η ανάμνηση της ιδιοκτησίας του σπιτιού με το μικροτοπωνύμιο «στα Κοσιβέικα».
Από πωλητήριο συμβόλαιο της 24 Αυγούστου 1879 του Συμβολαιογράφου Παμίσου Δημητρίου Ποτηρόπουλου (αριθ. 13.535) μαθαίνουμε ότι οι «Γεώργιος Δημ. Κόσιβας και ο ανεψιός του Δημήτριος Αθανασίου Κόσιβας γεωργοκτηματίαι κάτοικοι Μεσσήνης» πωλούν στον κάτοικο Γαρζενίκου Αριστείδη Διον. Γιαννακόπουλο, γεωργοκτηματία, το μεριδιό τους από τον πατρικό και παππουδικό αντίστοιχα οικότοπο. Συγκεκριμένα, «οι δύο πρώτοι Κοσιβαίοι έχοντες από κοινού και αδιαιρέτως και μετά του ετέρου Κωνσταντίνου Δημ. Κόσιβα, αδελφού του Γεωργίου και θείου του Δημητρίου, έναν οικότοπον κείμενον εντός του χωρίου Γαρζενίκου μετά της περιοχής του και των εν αυτώ τριών καρυών, συνορευόμενον γύρωθεν με Γ. Σταθοπούλου και της αυλής του ανατολικώς, δυτικώς Λαμπραίων και Γκαβοταίων αρκτικώς με Διαμανταίων και μεσημβρινώς με δρόμον. Συνεφώνησαν με τον Αριστ. Γιαννακόπουλον και του επώλησαν τα δύο τρίτα της αναλογίας των εξ αδιαιρέτου και τα δύο τρίτα επίσης του αναλόγου εισοδήματος των καρυδαιών δια δραχμάς 120. Επλήρωσε δε ο αγοραστής τις 60 στον Γεώργιο και τις άλλες 60 θα πληρώσει στον Δημήτριο στις 15 Οκτωβρίου ενεστώτος έτους [1879]»
Ο νέος ιδιοκτήτης Αριστείδης Διον. Γιαννακόπουλος, χρησιμοποιεί τα επόμενα χρόνια τον τόπο ως κήπο ποτιστικό, και μετά ένα σχεδόν χρόνο από την αγορά, στις 29 Αυγούστου 1880, υποθηκεύει τον κήπο, μαζί με άλλα δύο κτήματά του, προκειμένου να δανειστεί, με δανειστήριο συμβόλαιο, 310 δραχμές. Ο οικότοπος, δε, περιγράφεται ως εξής. «[…] τριών καρυδαίων μετά του τόπου των συνορευόμενου με δρόμον, με αδελφούς Σουρλαίους, Αθανάσαινας Γκαβετίνας, Λαμπραίους και Διαμανταίους».
Η ιδιοκτησία λοιπόν του Δημητρίου Κόσιβα περιείχε το σπίτι του, και τρεις καρυδιές. Το σπίτι και το οικόπεδο βρισκόταν στο επάνω δυτικό μέρος του χωριού στη γειτονιά που τότε ονομαζόταν «Νελαίικα» και είναι η σημερινή ιδιοκτησία και οικίες των κληρονόμων Παναγιώτη και Παντελή, αδελφών Βασιλείου Προκ. Παπαχατζή. Το σπίτι, του οποίου διασώζονται τα θεμέλιά του μαζί και πολλά κεραμίδια, βρισκόταν στο ανατολικό μέρος του οικοπέδου, κοντά στα σύνορα με τον ονομαζόμενο στο συμβόλαιο Γιάννη Σταθόπουλο και τους αδελφούς του. Προφανώς, όταν η οικογένεια κατοικούσε εδώ ο τόπος περιελάμβανε και άλλα εξαρτήματα, κατάλυμμα για τα οικόσιτα ζώα, ξυλόφουρνο, κήπο, αυλή κλπ. Ο κήπος, όπως και οι υπόλοιποι του χωριού αρδευόταν από τη μεγάλη πηγή, τον «Κεφαλόβρυσο», πιο ψηλά από το χωριό στα 1.300 μ. υψόμετρο, διοχετευόταν δε στον οικισμό με χωματαύλακα. Τα δύο έγγραφα μας αποκαλύπτουν και το σημαντικό ρόλο που είχαν οι καρυδιές και το «εισόδημα», όπως αναφέρεται που αποδίδουν. Είμαστε βέβαιοι ότι κατά τον 19ο αιώνα υπήρχαν αρκετές απ’ αυτές μεταξύ των σπιτιών, πολλές από τις οποίες μεγάλου μεγέθους. Και είναι το πιο πιθανό πως παρόμοια ήταν η εικόνα και νωρίτερα, επί Τουρκοκρατίας. Υπάρχει ένα ερώτημα σχετικά με την αντοχή των δένδρων σε τέτοιο υψόμετρο ειδικά κατά το κρίσιμο διάστημα της ανθοφορίας τους τον Απρίλιο – Μάιο καθώς είναι δένδρα ευαίσθητα στον παγετό. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως το μικροκλίμα εντός του οικισμού με τις πολλές εστίες θέρμανσης, αποτρέπει τη λίμναση του αέρα τις ξάστερες νύχτες και την πτώση της θερμοκρασίας σε χαμηλά επίπεδα, αλλά πρέπει να έχουμε υπ’ όψη μας ότι κατά τη χειμερινή περίοδο το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων μετακινούνταν στα παραχειμάσια πεδινά μέρη. Πάντως η συλλογή των καρυδιών ήταν ένας ισχυρός λόγος για να έρχονται κατά τον Οκτώβριο οι μεταναστεύσαντες Γαρζενικιώτες στο χωριό και ένα αντικίνητρο για να μην πωλούν, ίσως ,τις ιδιοκτησίες τους στους εναπομείναντες κατοίκους. Μία από τις αναφερόμενες στα έγγραφα καρυδιές υπήρχε στο επάνω μέρος του οικοπέδου μέχρι τη δεκαετία του 1950. Όσον αφορά τους συμπλησιαστές στην ιδιοκτησία του Δ, Κόσιβα, τα πρόσωπα, αν και μας φαίνονται σήμερα εντελώς άγνωστα, ξέρουμε την ταυτότητά τους. Ανατολικά βρισκόταν, και βρίσκεται στα ίδια όρια και σήμερα, το σπίτι και η αυλή των αδελφών Ιωάννη, Χαράλαμπου και Θεοδώρου Ευσταθίου, γιών του Ευστάθιου Δημόπουλου και αδελφών του Βασιλείου ιερέως Ευσταθίου, του προγόνου των σημερινών οικογενειών με το επώνυμο Παπαβασιλείου. Έφερε δε η οικογένεια και το παρωνύμιο Σούρλας. Βόρεια το οικόπεδο συνόρευε με κήπο / αγρό της οικογένειας Διαμαντόπουλου ή Ντόκα, το σπίτι των οποίων βρισκόταν εκεί που σήμερα είναι περίπου το επάνω, νεότερο Δημοτικό σχολείο. Δυτικά, συνόρευε με κήπο των οικογενειών Γκάβετα και Λαμπρόπουλου ή Κατσούρου. Το σπίτι της οικογένειας Γκάβετα, κατά πάσα πιθανότητα βρισκόταν εκεί που μέχρι τα τελευταία χρόνια ήταν το καλύβι και φούρνος της οικογένειας κληρονόμων Γεωργίου Β. Παπαχατζή, αποκάτω από τον οικότοπο του Δ. Κόσυβα. Η οικογένεια Κατσούρου σχεδόν με βεβαιότητα απέκτησε ιδιοκτησία στο συγκεκριμένο σημείο, μάλλον από αγορά ή συγγένεια, καθώς το σπίτι τους ήταν δίπλα στη σημερινή πλατεία του χωριού κάτω από το σπίτι της οικογένειας Γιάννη Μπακάλη και σήμερα κληρονόμων Κωνστ. Ιω. Γιαννακόπουλου. Είναι ο κήπος που ανήκε παλαιότερα στην Νότα Βαρουξή – Νιάρχου και σήμερα στους κληρονόμους Παντελή Β. Παπαχατζή. Τον κήπο αγόρασε ο Δημήτριος Παπαβασιλείου, παππούς της Νότας Νιάρχου το έτος 1883 από την την αναφερόμενη στα έγγραφα χήρα Αθανασίου Γκάβετα. Νότια του οικοτόπου περνούσε μονοπάτι, ο σημερινός μικρός αμαξιτός ασφαλτόδρομος. Να σημειώσουμε πως τα όρια της ιδιοκτησίας του Δ, Κόσιβα, παραμένουν ακριβώς τα ίδια μέχρι σήμερα, διακόσια χρόνια μετά, έχουν αλλάξει μόνο τα ονόματα των γειτόνων….
Ο οικότοπος του Δημητρίου Κόσυβα δεν παρέμεινε για πολύ στην ιδιοκτησία του Αριστείδη Δ Γιαννακόπουλου. Το μισό, επάνω τμήμα, του οικοτόπου τον μεταβίβασε στον μεγαλύτερο γιό του Δημήτριο (γεν. το 1773) και το 1898 πούλησε το άλλο μισό, κάτω τμήμα, στον Βασίλειο Προκ Παπαχατζή, Μετά δε επτά έτη, το 1905 η σύζυγος του γιου του Δημητρίου, Σταυρούλα, πούλησε και το δικό τους, επάνω τμήμα, στον ίδιο αγοραστή, τον Βασ. Παπαχατζή.. Κύριος λόγος της πώλησης του όλου κτήματας, ήταν, κατά πάσα πιθανότητα, ενδοοικογενειακές έριδες στην οικογένεια Αριστ. Γιαννακόπουλου. Τα ονόματα όμως τώρα των γειτόνων, στα πωλητηρια εγγραφα έχουν αλλάξει. Ανατολικά την ιδιοκτησία των αδελφών Ευσταθίου έχει αγοράσει από το έτος 1888 ο Κωνσταντίνος Θεοδ. Χατζόπουλος, δυτικά, όπως είπαμε, ο κήπος ανήκει στον Δημήτριο Παπαβασιλείου, στα βόρεια ο κήπος των Διαμανταίων έχει αγοραστεί από τον Δημήτριο Αργυρόπουλο, και στα νότια μόνο παραμένει ο δρόμος – μονοπάτι. Μεταξύ των δύο τμημάτων σήμερα υπάρχει στενός ανηφορικός, δημόσιος δρόμος, όπου περνά, με κάποια δυσκολία, αυτοκίνητο. Τις προηγούμενες δεκαετίες, δε, περνούσε μονοπάτι. Δεν ξέρουμε αν το μονοπάτι αυτό υπήρχε ανέκαθεν ή δημιουργήθηκε μετά τον διαχωρισμό της ιδιοκτησίας σε δύο τμήματα από τον Αριστ. Γιαννακόπουλο.
Ο οικότοπος / κήπος παρέμεινε έκτοτε στην κυριότητα του Βασιλείου Προκ. Παπαχατζή και των γιών του, μετά τον θάνατό του το έτος 1952, Παναγιώτη και Παντελή. Ο πρώτος πήρε το επάνω αναφερόμενο τμήμα και ο δεύτερος το κάτω, το οποίο περίεχει και το ερείπιο του παλαιού σπιτιού. Το έτος 1953 ο Παντελής Παπαχατζής έκτισε σπίτι στο κάτω τμήμα και το 1958 ο Παναγιώτης Παπαχατζής άλλο, δικό του, στο επάνω.
Η θέση του σπιτιού του Παντελή Παπαχατζή είναι στο ίδιο σημείο όπου βρισκόταν το σπίτι του Δημητρίου Κόσυβα, ταυτίζεται εν μέρει. Σε αυτό το σπίτι κατοικώ εγώ σήμερα, τον παλαιό οικότοπο του Δημητρίου Κόσυβα, ή «το «Κοσσυφοπέδιο», όπως το αποκαλεί μια καλή φίλη. Αν τώρα αφαιρέσει κανείς από όλη αυτή την ιστορία την παράμετρο του χρόνου, μοιάζει προσωπικά να έχω μια παράλληλη συμβίωση με τον Δημήτριο Κόσυβα και την οικογενειά του. Συμβίωση, ασφαλώς, ευχάριστη, αλλά όχι χωρίς προβλήματα. Και, μεταξύ σοβαρού κι αστείου, ο ρόλος της ιστορίας, ειδικά της τοπικής, για εμάς είναι αυτός ακριβώς. Μέσα από τη γνώση του παρελθόντος και την χρονολόγηση και ανάδειξη της ζωής των μνημείων του μικροχώρου, να βάλει το προσωπικό ισότιμα δίπλα στο ιστορικό/ διαχρονικό και να απαλλάξει τη ζωή μας από τον εγκλωβισμό στη μονοδιάστατη νοηματοδότηση του Χρόνου.
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΧΑΤΖΗΣ

Petroula Zoidou

Το επώνυμο Κοσυβσς η Κοσυφας υπάρχει και στους Γαργαλιάνους Μεσσηνίας

Kostas Galousis

Petroula Zoidou ναι είναι σωστό.
Έχουν και φαρμακείο στην πλατεία. Πολύ καλή οικογένεια.

περιοδικό Γαρζενίκος

και στο Κόσοβο έχει πολλούς Κόσυβες

 Petroula Zoidou

περιοδικό Γαρζενίκος να πάμε για κυνήγι

Χαράλαμπος Α. Μπαρμπαλιάς

Το επώνυμο μας, Μπαρμπαλιάς στο Ελληνικό – Μουλάτσι προέρχεται απ τον Λια Κόσυβα, οι πληροφορίες που έχουμε πάππου προπάππου, μας λένε ότι ο Λιας Κόσυβας ήρθε στο Μουλάτσι γύρω στα 1690 απ το χωριό Κουρουνιού και έκτοτε γράφετε ως Μπάρμπα Λιάς.
Το επώνυμο Κόσυβας απαντάτε και στο χωριό Θωκνία Μεγαλόπολης.

Φώτης Σαραντόπουλος

Το όνομα Κόσυβας υπήρχε και στα χωριά Ανεμόμυλος και Αλώνια του Δήμου Καλαμάτας

περιοδικό Γαρζενίκος

Δεν έχω ιδέα πως συνδέεται το συγκεκριμένο πουλί με ένα επώνυμο που, όντως ήταν διαδεδομένο.
Είχα συμμαθήτρια Κόσυβα στη Μεγαλόπολη απ το 1977 έως το 1981 που επιστρέψαμε στη Μεσσηνία. Αν θυμάμαι καλά Γεωργία.

περιοδικό Γαρζενίκος

Όσα περισσότερα μαθαίνουμε, τόσο πιο πολλά αντιλαμβανόμαστε ότι αγνοούμε. Από το δικό μας χωριό μετανάστευσαν μετεπαναστατικά στα παραχειμάσια το ογδόντα τοις εκατό των οικογενειών. Στην ουσία μου είναι άγνωστοι και η εποχή και οι άνθρωποι. Μια εικόνα του οικισμού μόνο χτίζουμε σιγα σιγά

Ευάγγελος Λαμπρόπουλος

περιοδικό Γαρζενίκος Τα παρατσούκλια συχνά κατέληγαν σε επώνυμα, παππού γνωστής μου οικογένειας τον γνώριζαν με το παρατσούκλι «κόσυφας» γιατί σφύριζε διάφορες μελωδίες με το στόμα σφυρίζοντας, σαν το σφύριγμα του κοτσυφιού δηλαδή, ίσως κάπως έτσι να ξεκίνησε και το συγκεκριμένο επώνυμο.
Προβολή Σχολίων