Εθνική Τράπεζα, Πλατεία, 1930
Σε μια χθεσινή ανάρτηση φωτογραφίας από την περιοχή του κέντρου της Μεσσήνης, δεσπόζει το κτήριο της Εθνικής Τράπέζας. Το οποίο υπάρχει και σήμερα ως “αποτύπωμα” μιας εποχής στην αρχιτεκτονική αντίληψη για τη μεγαλοπρέπεια των κτηρίων της τράπεζας. Ως ένδειξη οικονομικής ισχύος και ευμάρειάς της, σε μια Ελλάδα που άλλαζε ριζικά μετά τη Μικρασιατική καταστροφή.
Το κτήριο είναι ένα από μια ολόκληρη γενιά ανάλογων της τράπεζας τα οποία κατασκευάστηκαν στη Θεσσαλονίκη και τα υποκαταστήματα στην Κόρινθο, Ναύπλιο, Μεσσήνη, Ζάκυνθο, Θήβα, Λαμία, Σέρρες, Δράμα, Μυτιλήνη, Σάμο και Ξάνθη. Ολα υπό την επίβλεψη του Νικόλαου Χ. Ζουμπουλίδη που ήταν διευθυντής της Τεχνικής Υπηρεσίας στην Εθνικής Τράπεζα από το 1927. Οπως αναφέρουν μελετητές “το αρχιτεκτονικό ιδίωμα του Ζουμπουλίδη, ήταν καλές αναλογίες, κλασικά -ίσως υπερτονισμένα πρόπυλα- επιμελημένη κατασκευή, γερμανική αυστηρότητα . Επηρεασμένος από τα ευρήματα των αρχαιολόγων στην Κνωσσό και τις Μυκήνες ο Ζουμπουλίδης εμμένει στα μινωικά και μυκηναϊκά πρότυπα σε πολλά έργα του”.
[Πολλές πληροφορίες υπάρχουν σε μελέτη σχετικά με το κτήριο της Εθνικής Τράπεζας στις Σέρρες που δημοσιεύτηκαν στο σύνδεσμο http://www.serrelib.gr/pdf/ethniki_trapeza_serron.pdf]
Ειδικότερα στη Μεσσήνη το κτήριο γίνεται στο κέντρο μιας μεγάλης σταφιδοφόρας περιοχής, κάτι που ενδιέφερε ιδιαιτέρως την Εθνική Τράπεζα λόγω και των προνομιακών σχέσεων με τον ΑΣΟ. Δείχνει να είναι “στη μέση του πουθενά” αλλά όχι μόνον αποτελεί εμβληματικό κτήριο που χαρακτηρίζει την εποχή του αστικού μετασχηματισμού, αλλά η κατασκευή του καθόρισε και τη σημερινή δομή του κέντρου της πόλης. Και θα εξηγήσω το γιατί…
Το Δεκέμβριο του 1927 πληροφορούμαστε ότι “αι εργασίαι του νέου Μεγάρου της Εθνικής Τραπέζης συνεχίζονται μετά σπουδής υπό τον επίβλεψιν του μηχανικού της Τραπέζης κ. Παπαντωνοπούλου. Τούτο θα είναι έτοιμον περί τα μέσα του επομένου έτους θα είναι δε το μεγαλύτερον και καλλίτερον μέγαρον της Μεσσήνης”.
Και δύο μήνες αργότερα ότι “αι σχετικαί εργασίαι δια τον εξωραϊσμόν της γείτονος Μεσσήνης σύμφωνα με την επιθυμίαν του κ. Κουμουνδούρου, ήρχισαν ήδη, υπό την διεύθυνσιν του μηχανικού της Εθνικής Τράπεζας κ. Παπαντωνοπούλου”.
Από το συνδυασμό των δύο πληροφοριών καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η διαμόρφωση του πάρκου και της πλατείας είναι έργο του Παπαντωνόπουλου, ο οποίος προσπάθησε να δημιουργήσει ένα χώρο σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, αντίστοιχο του μεγαλοπρεπούς κτηρίου της Εθνικής Τράπεζας.
Η φωτογραφία έχει ληφθεί γύρω στα 1930 και είναι του συγγραφέα, ιστορικού, λαογράφου και φωτογράφου Πέτρου Καλονάρου ο οποίος υπηρετούσε ως καθηγητής Γαλλικών στη Μεσσήνη. Μεταξύ των έργων του περιλαμβάνεται και “Το Χρονικόν του Μορέως, Το ελληνικόν κείμενον κατά τον κώδικα της Κοπεγχάγης μετά συμπληρώσεων και παραλλαγών εκ του Παρισινού”. Η εκδοχή αυτή είναι και η μόνη που αναφέρεται στην Ιζαμπώ και το Κάστρο στο Νησί.
Δεξιά στη φωτογραφία μπροστά από τα “δημοτικά μαγαζία” που ανέφερα στη χθεσινή ανάρτηση, διακρίνεται η εξέδρα που είχε κατασκευαστεί για τις παραστάσεις της Φιλαρμονικής.
Μετά την απόκτησιν μουσικής, δια την οποίαν σεμνυνόμεθα, και η οποία τιμήν προσδίδει εις το πανταχόθεν εγκαταλελειμένον Νησί, έρχεται να επισφραγίση την τελειοποίησιν αυτής ευγενής και αξία επαίνου πράξις του λαμπρού υφ’ όλας τας απόψεις αιδεσιμωτάτου οικονόμου μας κ. Κοροβέση, όστις εδώρησεν ολόκληρον το ποσόν δια την κατασκευήν λιθίνης εξέδρας, εφ’ ής θα παιανίζει η μουσική μας. Αδολα και ειλικρινή συγχαρητήρια προς τον λειτουργόν τούτον του Υψίστου όστις βαθέως αντιλαμβάνεται τον προορισμόν του”.
Ένα εμβληματικό κτήριο
Το κτήριο είναι ένα από μια ολόκληρη γενιά ανάλογων της τράπεζας τα οποία κατασκευάστηκαν στη Θεσσαλονίκη και τα υποκαταστήματα στην Κόρινθο, Ναύπλιο, Μεσσήνη, Ζάκυνθο, Θήβα, Λαμία, Σέρρες, Δράμα, Μυτιλήνη, Σάμο και Ξάνθη. Ολα υπό την επίβλεψη του Νικόλαου Χ. Ζουμπουλίδη που ήταν διευθυντής της Τεχνικής Υπηρεσίας στην Εθνικής Τράπεζα από το 1927. Οπως αναφέρουν μελετητές “το αρχιτεκτονικό ιδίωμα του Ζουμπουλίδη, ήταν καλές αναλογίες, κλασικά -ίσως υπερτονισμένα πρόπυλα- επιμελημένη κατασκευή, γερμανική αυστηρότητα . Επηρεασμένος από τα ευρήματα των αρχαιολόγων στην Κνωσσό και τις Μυκήνες ο Ζουμπουλίδης εμμένει στα μινωικά και μυκηναϊκά πρότυπα σε πολλά έργα του”.
Ειδικότερα στη Μεσσήνη το κτήριο γίνεται στο κέντρο μιας μεγάλης σταφιδοφόρας περιοχής, κάτι που ενδιέφερε ιδιαιτέρως την Εθνική Τράπεζα λόγω και των προνομιακών σχέσεων με τον ΑΣΟ. Δείχνει να είναι “στη μέση του πουθενά” αλλά όχι μόνον αποτελεί εμβληματικό κτήριο που χαρακτηρίζει την εποχή του αστικού μετασχηματισμού, αλλά η κατασκευή του καθόρισε και τη σημερινή δομή του κέντρου της πόλης. Και θα εξηγήσω το γιατί…
Το Δεκέμβριο του 1927 πληροφορούμαστε ότι “αι εργασίαι του νέου Μεγάρου της Εθνικής Τραπέζης συνεχίζονται μετά σπουδής υπό τον επίβλεψιν του μηχανικού της Τραπέζης κ. Παπαντωνοπούλου. Τούτο θα είναι έτοιμον περί τα μέσα του επομένου έτους θα είναι δε το μεγαλύτερον και καλλίτερον μέγαρον της Μεσσήνης”. Και δύο μήνες αργότερα ότι “αι σχετικαί εργασίαι δια τον εξωραϊσμόν της γείτονος Μεσσήνης σύμφωνα με την επιθυμίαν του κ. Κουμουνδούρου, ήρχισαν ήδη, υπό την διεύθυνσιν του μηχανικού της Εθνικής Τράπεζας κ. Παπαντωνοπούλου”. Από το συνδυασμό των δύο πληροφοριών καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η διαμόρφωση του πάρκου και της πλατείας είναι έργο του Παπαντωνόπουλου, ο οποίος προσπάθησε να δημιουργήσει ένα χώρο σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, αντίστοιχο του μεγαλοπρεπούς κτηρίου της Εθνικής Τράπεζας.
Συνδεδεμένο με την πόλη, την οικονομική και κοινωνική ζωή της περιοχής το κτήριο δεσπόζει και σήμερα στο κέντρο της. Αλλά την εποχή της ιδιωτικοποίησης των πάντων, πολλά πράγματα αλλάζουν. Το ίδιο και η ιδιοκτησία του κτηρίου. Η οποία από καιρό πέρασε σε ιδιωτική εταιρεία “συμμετοχών και ακινήτων”. Μαζί με άλλα ακίνητα της Εθνικής Τράπεζας σε διάφορα σημεία της χώρας καθώς στο τέλος αντί για τράπεζες θα υπάρχουν μόνο μηχανήματα αυτόματης ανάληψης και ηλεκτρονικές συναλλαγές. Κτήρια που χτίστηκαν και συντηρήθηκαν από τα τεράστια κέρδη της τράπεζας σε βάρος των ανθρώπων του μόχθου, κάποια στιγμή θα γίνουν πολυκαταστήματα και καφετέριες. Ο, τι θέλει η “αγορά” και με ό, τι ικανοποιείται η “επιθυμία” των καταναλωτών. Και σίγουρα τα κέντρα πολιτισμού είναι… εκτός προγράμματος και ενδιαφέροντος
Η φωτογραφία έχει ληφθεί γύρω στα 1930 και είναι του συγγραφέα, ιστορικού, λαογράφου και φωτογράφου Πέτρου Καλονάρου ο οποίος υπηρετούσε ως καθηγητής Γαλλικών στη Μεσσήνη. Μεταξύ των έργων του περιλαμβάνεται και “Το Χρονικόν του Μορέως, Το ελληνικόν κείμενον κατά τον κώδικα της Κοπεγχάγης μετά συμπληρώσεων και παραλλαγών εκ του Παρισινού”. Η εκδοχή αυτή είναι και η μόνη που αναφέρεται στην Ιζαμπώ και το Κάστρο στο Νησί.
[Πολλές πληροφορίες για την αρχιτεκτονική του κτηρίου υπάρχουν σε μελέτη σχετικά με το κτήριο της Εθνικής Τράπεζας στις Σέρρες που δημοσιεύτηκαν στο σύνδεσμο:
http://www.serrelib.gr/pdf/ethniki_trapeza_serron.pdf]


