Μαυροματαίικο πηγάδι, 1995
Το πηγάδι με το » ξωτικό » στου Μαυροματιού το » τρίστρατο » !
Α’ φωτογραφία : Το απεικονίζει
όπως στέκει » εξωραϊσμένο «, με
τα αμφισβητούμενα γούστα τού σήμερα…
Β’ φωτογραφία : Το προβάλλει
όπως έστεκε » σφραγισμένο «
και «παραχωμένο» γύρω στο έτος 1995.
Γ’ φωτογραφία : Μας εκθέτει ένα
παλιό, αυθεντικό κομμάτι μαρμάρου των χειλιών τού πηγαδιού, ένα συγκινητικό
φιλιατρό, που σμίλεψαν
ραβδωτά τα σκοινιά των κουβάδων σε κείνα τα αμέτρητα
ανεβοκατεβάσματά τους, που γίνονταν με τον μόχθο κυρίως των
γυναικών τού βαθύτερου παρελθόντος τού χωριού !
Κοντά στο πηγάδι αυτό η
απλο’ικότητα της γιαγιάς μου
Πηνελόπης Λυκούρα, εκεί γύρω
στα 1920 ανατρίχιασε απ’ την
παρουσία… ξωτικού ! Ήταν κι η
γιαγιά μου μια απ’ τις πολλές
γυναίκες της περιοχής τού τότε
καιρού, που το κλειστό πνεύμα
της το διαμόρφωσε όχι η σχολική γνώση, αλλά η πολύμορφη
παράδοση, που μαζί με τα καλά της στοιχεία σέρνει πίσω της
και πολλά μυθεύματα και φαντασιοπληξίες. Όχι πως σήμερα δεν επιβιώνουν οι πλαστές διηγήσεις- που βρίσκουν και εύπιστους αποδέκτες- αλλά είναι
αυτές πιο εξευγενισμένες και
μαεστρικά συγκαλυμμένες….
Η γιαγιά , λοιπόν, νομίζοντας
πώς άρχισε να χαράζει η μέρα – ενώ επικρατούσε μεσονύχτια
αστροφεγγιά- σηκώνεται απ’ τον
ύπνο , ξυπνά και τη μεγάλη της
κόρη και ετοιμάζονται να ζυμώσουν το βδομαδιάτικο
ψωμί της οικογένειας. Όμως
ανακαλύπτουν πως δεν υπάρχει
επάρκεια νερού, γιατί ανερώτητα κι ασυμπλήρωτα ξοδεύτηκε το αποθηκευμένο ! Έτσι μάνα και
κόρη ζαλώνονται τις βίκες και τη βαρέλα και ντουγρού για το κοντινό, κοινοτικό πηγάδι. Ησυχία
και ημίφως…Ρίχνουν τον κουβά, ανεβάζουν τον κουβά, γεμίζουν τις βίκες… Μισογεμίζουν και τη βαρέλα …και τότε άρχισαν στα πόδια τους τα…πετροβολήματα !
— Ξωτικό θα ‘ ναι, είπε η γιαγιά
μ’ όλη της την αφέλεια και την
ευπιστία σε αόρατες υπάρξεις !
Μη μιλάμε και μας πάρει τη φωνή!
Όμως της κόρης τα χέρια άρχισαν να τρέμουν. Το νερό απ’ τον κουβά, άλλο κύλαγε μες στη
βαρέλα κι άλλο έξω της! Ρίχνει
ξανά τον κουβά στο τρίσβαθο
πηγάδι. ..άλλες πέτρες τούς ήρθαν! Χάθηκε εντελώς η ψυχραιμία ! Αρπάζουν τα δοχεία, να φύγουν. Το μακρύ σκοινί του κουβά, σαν ουρά του… ξωτικού,
σερνάμενο και συρίζοντας, τις ακολουθούσε! Το νερό της μισοάδειας βαρέλας στην πλάτη της κόρης τραμπαλιζόταν, δυσκολεύοντας αγωνιωδώς
την περπατησιά της! Οι πέτρες
τις ακολουθούν. Φτάνουν επιτέλους στην αυλόπορτά τους, τρυπώνουν στο σπίτι τους και κάνουν τον σταυρό τους, που γλύτωσαν απ’ το κακό τους συναπάντημα !
Το γεγονός αυτό καταχωρήθηκε
στον μακρύ κατάλογο των «αερικών, στοιχειών, ξωτικών
και φαντασμάτων» και αναπαραγόταν λεκτικά για καιρό σε συντροφιές με ομο’ι’δεάτισσες !
Μετά από χρόνους πολλούς…που ο νους της κόρης » ξάνοιξε», διηγιόταν αυτή πια το περιστατικό, αλλά περιγελώντας το, με τη βεβαιότητα πως γειτονικό, κρυφό ζευγαράκι γλυκαινόταν νυχτιάτικα πίσω απ’ τις εκεί καλαμιές και οι …νεροκουβαλήτρες του… μεσονυχτίου του χάλασαν την ώρα την αισθαντική !
Το αφήγημα αυτό είναι διασκευασμένο απόσπασμα από το
κείμενό μου «Το τώρα και το άλλοτε» , που πρωτοδημοσιεύτηκε
σε συνέχειες στην εφ.
» Η ΜΕΣΣΗΝΗ «, το 1999 και που αργότερα συμπεριλήφτηκε στο βιβλιαράκι » Νησιώτικα Αργιολόγια «.
Αλέξης Ζορμπάς
Στα χρόνια της κατοχής, εκεί, στο παραμυθένιο πηγάδι μας, κατέβαιναν οι αντάρτες και τους καμαρώναμε. Πολλές φορές κι ο ο μπάρμπα Στάθης ο Κανναβός και μας έδινε προκηρύξεις και τις πετάγαμε τις Κυριακές στις εκκλησίες μας.. Ο Θανάσης ο Βέβες στη γραφομηχανή και μαζί με τον Τάκη τον Αλεβίζο τις τυπώναμε στον ξύλινο πολύγραφο, στο περιβόλι μου, μετά το Μαυροματέικο γιοφύρι. Ο Θανάσης ο Δαμουράς, τις μοίραζε στο Καρτερόλι με το Χριστοφιλόπουλο και στα γύρω χωριά. . Αετόπουλα.. Άγια χρόνια.. Που ο εμφύλιος τα έσβησε… Όχι όμως για πάντα.. Καθημερινή παρέα στη μνήμη μας.. Τώρα στα γεράματα..
Τσακανίκος Μιχαήλ
Εξωραισμένο ναι (μπορουσε σιγουρα να εχει συντηρηθεί καλύτερα) αλλά στέκει ορθιο (κ μας επαναφέρει τις μνήμες όταν περνάμε απο εκει)
Οχι σαν τα αλλα που ισοπεδώθηκαν κ τσιμεντώθηκαν όπως τα καλντερίμια
Ευχαριστώ
Προβολή Σχολίων


