Ο μπάρμπα- Κώστας ο Λούτσος (Κωνσταντίνος Αλεξόπουλος)
16-2-2021
ΤΩΡΑ … ΦΤΥΣΕ ΜΕ
Ο πόλεμος του 40 , η κατοχή και ο εμφύλιος που ακολούθησε, γύρισαν την Ελλάδα πολλά χρόνια πίσω. Όταν πια τελείωσαν αυτές οι πολύ δύσκολες εποχές τα πράγματα παίρνουν σιγά-σιγά το δρόμο τους . Αρχίζει η επανεκκίνηση σε όλους τους τομείς. Ο ρυθμός ανάπτυξης – όπως λένε οι οικονομολόγοι- είναι εντυπωσιακός . Όμως η καθημερινότητα της υπαίθρου αλλάζει με αργούς ρυθμούς.
Ο μπάρμπα- Κώστας ο Λούτσος (Κωνσταντίνος Αλεξόπουλος κατά τα δημοτολόγια της κοινότητας Αβραμιού) έχει πια μεγαλώσει. Μπαίνει στη τρίτη ηλικία. Εξακολουθεί να διατηρεί το μαγαζάκι του ( το χάνι του Λούτσου) και πολλές από τις συνήθειες του, προσαρμοζόμενος στις νέες συνθήκες .
Το φορτηγό αυτοκίνητο που είχε πριν το πόλεμο δεν υπάρχει πια. Ήταν και αυτό ένα κομμάτι της ζωής του. Με αυτό μετέφερε προπολεμικά μούστο και κρασιά από το οινοποιείο του Λυναρδάκη (το κατάστημα όπως το έλεγαν τότε) που λειτουργούσε στη παραλία (τώρα είναι παραλία Βελίκας ,τότε ανήκε στο Αβραμιού).
Το φορτηγό αυτό –όπως και όλα τα μεταφορικά μέσα της εποχής – επιτάχτηκε για τις ανάγκες του πολέμου και από τότε αγνοείται η τύχη του. Το αγάπαγε αυτό το φορτηγό ο Μπάρμπα Κώστας, αλλά μια φορά τον είχε στενοχωρήσει πολύ. Ήταν τότε που πήγαινε αγώι στην Καλαμάτα και του έσβησε στις γραμμές του τραίνου στο Ασπρόχωμα και δεν έλεγε να πάρει μπρος με τίποτα. Είχε εξαντληθεί να γυρίζει τη μανιβέλα όταν πέρναγε από εκεί ένας λατερνατζής. Τότε σταμάτησε τη μανιβέλα και αφού είπε του λατερνατζή, «Βάρα μου ένα ζεϊμπέκικο», άρχισε να χορεύει και όταν έφτασε στο τσακίρ κέφι επιχείρησε να βάλει φωτιά στο φορτηγό να το κάψει. Ευτυχώς τον πρόλαβαν κάτι περαστικοί. Από τότε σταμάτησε να κάνει μεταφορές ο ίδιος και πήρε οδηγό το Βραχώρη (Κώστα Αντωνόπουλο από το Αβραμιου).
Τώρα – μετά το πόλεμο – για τις μεταφορές έχει το κάρο του- τη σούστα , όπως έλεγαν τότε τα μονόκαρα με αναρτήσεις – πού το έχει αναλάβει ο ανιψιός του Μιχάλης και κάνει αυτός τις μεταφορές. Μεταφέρει τα πάντα. Από τα κεραμίδια που παράγουν οι ίδιοι στο καμίνι τους και τα αγροτικά προϊόντα που παράγονται στη περιοχή μέχρι τα προικιά στους γάμους. Ο Μιχάλης φτάνει με το κάρο μέχρι τη Τρίπολη για να μεταφέρει λάδι, σύκα και μούστο σε ασκιά.
Η γυναίκα του μπάρμπα Κώστα , η Αγάπη, που την είχε «κλέψει» από τη Μάνη είναι στο μαγαζάκι , το χάνι. Το κουμάντο όμως το κάνει ο μπάρμπα Κώστας .Αυτός κάνει τις επαφές, κλείνει τις συμφωνίας , κρατάει το ταμείο και επιβλέπει τα πάντα. Έχει και τις παρέες του, κάνει τις πλάκες του που έχουν μείνει στην ιστορία, πίνει και το κρασάκι του η τα ούζα του ανάλογα με την περίσταση και παρόλο που έχει κατι παλιά βροχικά ,καπνίζει πολύ .Αυτό το κάπνισμα είναι που του φέρνει το βήχα και έμεινε παροιμιώδης η φράση, «Βήχει σα το Λούτσο».
Κάθε Σάββατο πηγαίνει στο Νησί. Έτσι και εκείνο το Σάββατο κινήσανε με το κάρο για το Νήσι. Ο δρόμος χαλικοστρωμένος με μπαλάστρο από το ποτάμι της Βελίκας και η σούστα με σκληρές αναρτήσεις χωρίς βέβαια αμορτισέρ και αναπαυτικά καθίσματα για τη απορρόφηση των κραδασμών έκανε κουραστικό το μικρό αυτό ταξίδι με το κάρο από το «χάνι» του Λούτσου μέχρι το Νησί . Σίγουρα όμως ήταν καλύτερα από το να πηγαίνανε με τα πόδια, όπως κάποιοι άλλοι που δεν είχαν μεταφορικό μέσο.
Όταν φτάσανε στο Νησί ο Μιχάλης πήγε στού Κουρεμένου το Χάνι για να πεταλώσει το άλογο και ο μπάρμπα Κώστας πέρασε πρώτα από το μπακάλικο του Τσερπέ να δώσει παραγγελίες για το μαγαζί. Κανά δυό κουτιά σαρδέλες κάποια φελιά μπακαλιάρο ένα κουτί ρέγγες, κατι φασόλια, τέτοια πράγματα γιατί το μαγαζάκι του είχε και μπακαλική. Τυρί και μυζήθρα δεν παράγγειλε, αυτά τα έπαιρνε από κάποιους ντόπιους τσοπάνηδες και από τους Βλάχους που κατέβαιναν από την Αρκαδία για να ξεχειμωνιάσουν τα κοπάδια τους. Μετά ο μπάρμπα Κώστας πήγε στο ζαχαροπλαστείο των Βαλσαμάκη και Λαδά. Ηταν και τα ζαχαροπλαστεία του Αδαμόπουλου και του Δελήγιωργα τότε στη πλατεία, όμως οι χωριάτες πήγαιναν στο ζαχαροπλαστείο των Βαλσαμάκη και Λαδά.
Εκεί ο μπαρμα Κώστας θα εύρισκε την παρέα του. Πράγματι τους βρήκε εκεί. Ήταν ένας που εμπορευότανε σταφίδα και σύκα, ένας αγροτοσυνεταιριστής που κάθε Σάββατο πήγαινε στο Νησί για δουλειές του συνεταιρισμού, ένας τσαμπάσης που ανακατευότανε με άλογα και κανα δυό Νησιώτες , όλοι ανθρωποι της πιάτσας. Πίνανε το καφεδάκι τους και σχολιάζανε τα τοπικά νεα όπως τα διαβάζανε στις τοπικές εφημερίδες Σημαία και Θάρρος που πάντα διέθετε για τους πελάτες του το μαγαζί.
Είχε περάσει η ώρα ,είχαν φύγει οι πρωινοί πελάτες για τις δουλείες τους και είχαν απομείνει άλλες δυό παρέες. Η μια παρέα ηταν ένα αντρόγυνο με το μοναχοπαίδι τους που τελείωνε το δημοτικό. Εκείνη την ημέρα δεν είχανε σχολείο και βρήκαν την ευκαιρία να πάρουν και το παιδί μαζί τους για να του αγοράσουν παπούτσια μια και πλησίαζε και το Πάσχα. Το παιδί όμως δεν ήθελε παπούτσια , ήθελε σώνει και καλά ποδήλατο και γινόταν ένας καυγάς τρικούβερτος. Από την ώρα που ανέβηκε στο ποδήλατο – το μοναδικό που υπήρχε στο χωριό – ενός μεγαλύτερου ξαδέλφου του, το ποδήλατο του είχε γίνει έμμονη ιδέα. Οι γονείς βέβαια του είχανε αδυναμία, αλλά και το παιδί ήταν μικρό και το ποδήλατο ήταν ακριβό για τα οικονομικά τους. Έτσι προσπαθούσαν να αποφύγουν την αγορά αυτή με συμβουλές και υποσχέσεις ότι θα του το πάρουν αργότερα όταν μεγαλώσει και πάει καλά στα μαθήματα.
Η άλλη παρέα ήταν πιο μεγάλη και αλλιώτικη, όχι όμως και ασυνήθιστη στο ζαχαροπλαστείο αυτό. Καμιά δεκαριά άτομα άνδρες και γυναίκες που κάθοντουσαν απέναντι τους , δίπλα στα ράφια με τα κάθε λογής γλυκίσματα και ποτά. Όλοι τους καλοντυμένοι. Οι άνδρες κουστουμαρισμένοι και οι γυναίκες με τα καλά τους .Όλοι τους κάποιας ηλικίας, εκτός από ένα νεαρό άνδρα και ένα κορίτσι. Ήταν φανερό τι γινόταν εκεί. Ήταν η δεύτερη φάση του συνοικεσίου. Το προηγούμενο Σάββατο ο πατέρας του γαμπρού και ο αδελφός του, μαζί με τον προξενητή-συμπεθεροκόπο, είχαν πάει στο σπίτι της νύφης να τη ζητήσουν από τον πατέρα της. Είχανε συμφωνήσει σε όλα, για την περιουσία του γαμπρού , για την προίκα τη νύφης – κτήματα, μετρητά ,ρούχα και μπακίρια – για τις οικογενειακές υποχρεώσεις και για τα προσόντα των νεόνυμφων. Τώρα εδώ ήτανε η δεύτερη φάση που έπρεπε να ιδωθούν οι ενδιαφερόμενοι. Μετά στο σπίτι οι κάθε οικογένεια θα κουβέντιαζε και με τα παιδί της και αν δεν υπήρχαν τίποτα μεγάλες αντιρρήσεις – οι μικρές κυρίως των κοριτσιών , δεν είχαν σημασία ,κάμπτονταν εύκολα- τότε τα πράγματα παίρνανε το δρόμο τους. Φανερώματα στο σπίτι της νύφης , αρραβώνες και γάμος ακόμη και πιστρόφια. Όλα αυτά με γλέντια τρικούβερτα.
Οι ιδιοκτήτες πάντα γραβατομμένοι, ευγενικοί και διακριτικοί προσέδιδαν κύρος σ’ αυτές τις συναντήσεις που ήταν πολύ συνηθισμένες στο ζαχαροπλαστείο τους. Έτσι γίνονταν τότε οι γάμοι, με συνοικέσιο. Όχι πως δεν υπήρχαν και έρωτες. Φυσικά και υπήρχαν . Αλλά σπάνια κατέληγαν σε γάμο. Το κάθε τραπέζι λοιπόν είχε τα δικά του ενδιαφέροντα.
Ο μπάρμπα – Κώστας κάλεσε σε μια στιγμή το παιδί του ζαχαροπλαστείου και του έδωσε την παραγγελία για τα πράγματα του μαγαζιού του, μια νταμιτζάνα ούζο, στραγάλια, ένα κουτί λουκούμια , ένα βάζο βανίλια για να φτιάχνει υποβρύχιο με κρύο νερό από το πηγάδι του και συνέχισε τη κουβέντα με τους φίλους του. Είχε πιεί το καφέ του είχε πιεί και ένα διάφορο και ήθελε τώρα να φάει και κανά γλυκό. Αλλά πώς να φάει μόνος του το γλυκό. Έπρεπε να κεράσει και τους άλλους. Όχι πως ήτανε τσιγκούνης, κάθε άλλο. Αλλά έβλεπε ότι δεν έφταναν τα λεφτά του. Ήθελε να φάει και περισσότερα από ένα γλυκά γιατί είχε κλημαντήρα και ήθελε να κάνει και τη πλάκα του . Έτσι έβαλε το μυαλό του να δουλέψει. Και τη βρήκε τη λύση. Άρχισε να μιλάει για γλυκά. Γι’ αυτά που έφτιαχνε η γυναίκα του , για τα γλυκά του ζαχαροπλαστείου, τέτοια. Δεν ήθελε και πολύ, μπήκανε και οι άλλοι στη κουβέντα. Ο ένας έλεγε ότι του αρέσει ο μπακλαβάς , ό άλλος έλεγε ότι η γυναίκα του φτιάχνει την καλύτερη καρυδόπιτα. Λέει και ο Μπάρμπα Κώστας – Έμενα μου αρέσει το γαλακτομπούρικο. Δεν το χορταίνω. Μπορώ να φάω ένα ταψί
Γέλασαν οι άλλοι και αρχίσανε να τον πειράζουνε, – Σιγά να μη φας ένα ταψί γαλακτομπούρεκο, του λέει ο έμπορος.
– Ρε άκου που σου λέου , ένα ταψί γαλακτομπούρεκο το τρώω στη καθισιά μου.
Τρώω ,δεν τρως , θα πάθεις κείνο θα πάθεις το άλλο , αρχίσανε να αγριεύουνε τα πράγματα και να δημιουργείται ένταση. – Βάζεις στοίχημα ότι το τρώου; του λέει σε μια στιγμή ο Λούτσος.
– Ωραία , πληρώνω εγώ το γαλακτομπούρεκο και βάζουμε ότι στοίχημα θέλεις ότι δεν μπορείς να το φάς. Τα πράγματα είχαν φτάσει στα άκρα. – Ωραία πλήρωσε το και αν δεν το φάω να με φτύσεις. Τώρα πιά δεν μπορεί να κάνει πίσω , άλλωστε του είπε ότι στοίχηmα θέλεις.
– Σύμφωνοι, του είπε και κάλεσε το γκαρσόνι . – Παιδί φέρε μας ένα ταψί γαλακτομπούρεκο». – Πόσα πιατέλα και μαχαιροπήρουνα να φέρω; θέλετε και χαρτί να τυλίξετε το υπόλοιπο; ρωτάει το παιδί με έκπληξη και απορία. – Όχι παιδί μου δεν τα χρειαζόμαστε αυτά, είναι όλο για τον μπάρμπα Κώστα
– Όλο; εξεπλάγει ο μικρός και πήγε στο πάγκο και με δυσπιστία ζήτησε το ταψί.
Του το δώσανε ζεστό , όπως είχε βγει προ ολίγου από το φούρνο. Το πήρε και αφού μέριασε τα ποτήρια και τα φλιτζάνια το ακούμπησε στο μαρμάρινο τραπεζάκι. – Παιδί μου φέρε μου ένα πιατέλο και μαχαιροπίρουνο, πως θα το φάω, μέσα στο ταψί; Και φέρε μου και κανά δυό ποτήρια νερό, Διαμαρτύρεται ο μπάρμπα- Κώστας. Τά έφερε το παιδί και ο Μπάρμπα- Κώστας άρχισε το έργο του. Έκοψε ένα κομμάτι το έβαλε στο πιατέλο του και το απόλαυσε με την ησυχία του . Ακολούθησε το δεύτερο μετά ήρθε το τρίτο και έφαγε και το τέταρτο. Πήρε το ένα ποτήρι νερό το σήκωσε ψηλά και χαιρέτησε – υγιαίνεται, είπε και αφού ήπιε και το νερό, έβγαλε ένα αναστεναγμό ανακούφισης και ευχαρίστησης, γύρισε σ΄ αυτόν που είχε βάλει το στοίχημα του είπε με νόημα
– Τώρα… φτύσε με Ήταν τόσο απρόσμενο το αποτέλεσμα που έβαλαν όλοι τα γέλια , ακόμη και οι ιδιοκτήτες που είχαν αντιληφτεί τη συνέβαινε αλλά και κάποιοι από την παρέα του συμπεθεριού που βρήκαν μεγαλύτερο ενδιαφέρον σε αυτόν τον πρωτότυπο αγώνα και παρακολουθούσαν με αγωνία την έκβαση του .
Λογοτεχνική περιγραφή που αποτυπώνει με ακρίβεια τις κοινωνικές συνθήκες και την καθημερινότητα της εποχής.
Το μονόκαρο δεν είχε ανάρτηση. Είχε όμως ανατροπή για να διευκολύνει την εκφόρτωση χύμα φορτίου. Η καρότσα στηριζόταταν με ένα κυλιδρικό ξύλο (α)ραμπαδόξυλο που περνούσαν σε δυο μεταλικούς κρίκους στα τιμόνια.
Η σούστα διέφερε, ήταν μονόκαρο με αναρτήσεις για την μεταφορά ευαίσθητου φορτίου (π.χ. κοφίνια με ντομάτες) αλλά και επιβατών και ήταν περισσότερο περιποιημένη ακόμα και με ζωγραφιές στα πλαινά τοιχώματα.
Γεώργιος Νικολόπουλος
Ωραία τα λες δάσκαλε.εγω όμως έχω ακούσει για λουκούμια.οπως και να είναι σημασία έχει η εξυπνάδα του λουτσου
Γεώργιος Νικολόπουλος
Έχουμε και μια ιστορία με λουκούμι. Με άλλον όμως πρωταγωνιστή… Καλά να είμαστε και θα έρθει η ώρα της…
πληρωσε το τιμημα ο μπαρπα Λουτσος! ενα φτυσιμο μπρος την γλυκα του γαλακτομπουρεκου δεν ειναι και πολυ μεγαλο!
Eugenia Galanopoulou
Όχι δεν τον έφτυσε! Άλλωστε το φτύσε με, είχε και την έννοια …να μη με ματιάσεις
Στάθη τα πρόλαβα αυτά και καθώς η οικογένεια της μητέρας μου είχε όλες της εκδοχές κάρων και διπλόκαρων μικρός τα παρατηρούσα. Συμπληρωματικά, τις σούστες , για ομορφιά, τις ζωγράφιζαν στα πλαινά με φρούτα και άλλα σχέδια. Σύμφωνα με τον εκλιπόντα Νίκο Μουρίκη, που κοντά στο σπίτι τους ήταν Χάνια, κάποιες σούστες τις ζωγράφιζε, ως μαθητής Γυμνασίου, ο μετέπειτα χαράκτης και ζωγράφος Τάκης Κατσουλίδης.
Εξαιρετικό δάσκαλε…μας μετέφερες με τις ωραίες » εικόνες » σου και την λογοτεχνική περιγραφή σου σε άλλες εποχές…πιο δύσκολες αλλά και πιο ανθρώπινες… σημαντικό το κείμενο σου γιατί βλέπουμε συνήθειες και μέσα που έχουν εκλείψει σήμερα…για να θυμόμαστε οι μεγαλύτεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι… περιμένουμε κι άλλες τέτοιες ενδιαφέρουσες λαογραφικές αναφορές…!!!
Στάθη έχω την εντύπωση το εργοστάσιο στου Μπιρμπίλη ήταν ιδιοκτησίας του Μποδοσάκη γιατί πριν 35 χρόνια είχα ενδιαφερθεί να το αγοράσω και είχα διαπραγματευτεί με την εταιρεία ΒΟΤΡΥΣ στην Αθήνα και όχι ιδιοκτησίας Λυναρδάκη ( ψάχτο αυτό το σημείο)
Δημήτριος Κατσούλης
Το εργοστάσιο ανήκε αρχικά στην Ελληνική Εταιρεία Οίνων και Οινοπνευμάτων, με εμπορικό σήμα το «Βότρυς» και ιδιοκτήτη τον τραπεζίτη Χαρίλαο. Το 1938 αγοράστηκε από το Μποδοσάκη και το 1973 πέρασε στην ιδιοκτησία του ομώνυμου ιδρύματος. Υπήρχαν πολλά εργοστάσια στην Πελοπόννησο.
οταν πρωτοηρθα στο Αβραμιου ακουγα αυτες τις ιστοριες απο τον μπαρμπαγιαννη( πατερα σου) και τον Χριστο Κουτσοπετρο ,νομιζα οτι ηταν μυθος.Αργοτερα εμαθα οτι πραγματι υπηρξε Ο ΛΟΥΤΣΟΣ.
Σταθη να γραψης την ιστορια , με το βλαχο και το νερο, στο χανι του Λουτσου, πιστευω να την ξερεις. Εξαλλου ειναι πολυ ωραια αυτα που γραφεις, εγω τον προλαβα τον μπαρμπα Κωστα σχεδον εβδομηνταρη.
Προβολή Σχολίων
