28 Οκτωβρίου 1940, Πέτρος Πατρίκης
Πατρίκης Πέτρος του Ιωάννου (1906-1995). Νησιώτης, »κτηματίας». Κλήθηκε, αρχές Φλεβάρη του 1941, για το »Αλβανικό Μέτωπο», στην ηλικία των 35 χρόνων. Η κλάση του θα αναπλήρωνε κενά από τραυματίες και σκοτωμένους.
Είχε σπείρει τα σιτηρά, είχε μαζέψει τις ελιές, είχε ξελακκώσει και κλαδέψει τα σταφιδάμπελα… Υπέγραψε και τη διαθήκη του στην »αγαπητή του Παναγιώτα» και έφυγε.
Ντύθηκε τη στολή του απλού φαντάρου στο Ναύπλιο. Εκεί φωτογραφήθηκε για να στείλει ενθύμιο στους οικείους του.
Με πλοίο φτάνει στην Αμφιλοχία (Κραβασαράς). Φωτογραφίζεται (3 Φλεβάρη ’41) μαζί με άλλους στρατιώτες… σίγουρα Νησιώτες (αλλά ποιοι;) και γράφει λίγα λόγια -λογοκρισία- και πολλά χαιρετίσματα (σύμφωνα με παρελθοντική συνήθεια -ονομαστικά!-) σε 8 συγγενικά πρόσωπα.
Μεταφέρεται -οδικά- στα Ιωάννινα. Εκεί στο άλσος της κεντρικής πλατείας βγάζει μια ακόμα φωτογραφία, που τη χαρακτηρίζει, για ευνόητους λόγους »τελευταία». Σ’ αυτή αναφέρει και τα ονόματα -έστω ελλιπώς- και των άλλων »πατριωτών» δηλ. Νησιωτών: Νίκος, Κώστας, Γιάννης, Γιώργης Ζαχαρόγιαννης και ένας φίλος του. Ο ίδιος εικονίζεται απ’ αρ. 2ος.
Έπειτα η πορεία συνεχίζεται προς τη Β. Ήπειρο (Αλβανία). Η Κορυτσά, η Χειμάρρα, το Τεπελένι… είναι τόποι που πάτησε. Η αποστολή του: Τραυματιοφορέας. Μαζεύει ζώντα θύματα της ιταλικής »Εαρινής Επίθεσης»… Οι θρήνοι των πληγωμένων και οι ποικίλοι κρότοι των όπλων τον σημάδεψαν για πάντα.
Τέλος… »Υποχώρηση»!
Επιστρέφει στη Μεσσήνη σώος, αλλά όχι αβλαβής. Ψείρες, ποδόπονοι, εντυπώσεις φρίκης καθηλωτικές. Μεγάλωσα -στα μετέπειτα χρόνια- με την ανατριχίλα της εξιστόρησής τους… Αναμένοντας πια τους… »Βαρβάρους» -που βέβαια ήρθαν!- έκρυψε τρόφιμα (λάδι, κρασί, ελιές, σιτάρι…) σε πιθάρια, που χώθηκαν σε λάκκους βαθιά στη γη. Σκεπάστηκαν με ταψιά, χώμα και δεμάτια από κληματόβεργες. Ακολούθησαν χρόνια πολύ δύσκολα, που συνεχίστηκαν και μετά την Απελευθέρωση…
Ας είμαστε όλοι καλά, να θυμόμαστε τους προγόνους μας και να μας διακατέχει πνεύμα αγωνιστικότητας σε οποιαδήποτε κατάσταση της ζωής μας…




