Βαμβακοκαλλιέργεια, 1930-1940

Κάποιοι Νησιώτες το έχουν ακούσει από μεγαλύτερους, η μεγάλη πλειοψηφία όμως αγνοεί ότι προπολεμικά καλλιεργήθηκε βαμβάκι στον κάμπο και μάλιστα με τη μορφή της επιχειρηματικής γεωργίας καθώς ασχολήθηκαν με την καλλιέργεια κεφαλαιούχοι ετεροεπαγγελματίες προσδοκώντας μεγάλα κέρδη. Και αυτό σε “ανταγωνισμό” με το ρύζι το οποίο όμως νίκησε κατά κράτος και αποτέλεσε για δεκαετίες βασική καλλιέργεια.
Μια συνοπτική εικόνα της βαμβακοκαλλιέργειας δίνει στη μελέτη του “Ο κάμπος της Μεσσηνίας και αι ορειναί λεκάναι αυτού” ο Ν. Αϊβαλιωτάκης, που εκπονήθηκε γύρω στο 1940 για λογαριασμό της ΑΤΕ:
“Η καλλιέργεια του βάμβακος μέχρι του 1910 ήτο γνωστή μεν εις την περιφέρειαν ταύτην, εγίνετο όμως εις πολύ μικράν έκτασιν, με μικράν παραγωγήν προοριζομένην δια τας στοιχειώδεις ανάγκας του καλλιεργητού (κατασκευή βαμβακερών υφασμάτων, εφαπλωμάτων, προσκεφάλων κλπ.). Η καλλιέργεια αύτη δεν ήτο εύκολον ν, αναπτυχθή, διότι οι καλλιεργηταί επεδίδοντο εις συμφερωτέρας καλλιεργείας (μαύρη σταφίδα, αμπέλους, λαχανικά) και διότι το εισόδημά τους τότε από σταφίδα ήτο επαρκέστατον δια να ζήσουν άνετα και δεν τους επίεζε η ανάγκη να προσανατολισθούν προς άλλας καλλιεργείας και να εκμεταλλευθούν εδάφη τα οποία δεν ήτο δυνατόν να καλλιεργηθούν με τας συνήθεις καλλιεργείας. Κατά το έτος 1930 η Γεωργική Υπηρεσία έκαμε πειράματα δια την εισαγωγήν και πάλιν της εν λόγω καλλιεργείας, εδοκιμάσθησαν δε εν μικρώ αι ποικιλίαι Acala. Ingold, Σακελλαρίδης κ. α. Τα πειράματα ταύτα εγένοντο κυρίως εις την περιοχήν της πόλεως Μεσσήνης. Η δοκιμαστική αύτη καλλιέργεια εστέφθη υπό επιτυχίας, τα καλύτερα δε αποτελέσματα έδωσε η ποικιλία Acala. Κατά την επακολουθήθασαν τριετίαν δεν εγένεο καλλιέργεια, και τούτο δέον ν’ αποδοθή αφ’ ενός μεν εις τας τιμάς, αι οποία ήσαν χαμηλαί, αφ΄ ετέρου δε εις την μικράν ζήτησιν, ήτις ωφείλετο εις την έλλειψιν ωργανωμένου εμπορίου λόγω μη υπάρξεως σημαντικής παραγωγής. Κατά το 1934 αι τιμαί εβελτιώθησαν κατά πολύ, ήρχισε δε και πάλιν καλλιεργούμενος ο βάμβαξ, εν εκτάσει πλέον. Ούτω κατά το έτος αυτό εκαλλιεργήθησαν υπό τριών κυρίως επιχειρηματιών περί τα 250 στρέμματα, ευρισκόμενα παρά την κοίτην του ποταμού Παμίσου, και τούτο καθ’ όσον τα εδάφη ήσαν τα ελαφρότερα και ως εκ τούτου ευκολώτερον καλλιεργήσιμα. Κατά το έτος τούτο η καλλιέργεια επέτυχαν, αποδω΄σασα 150-200 οκάδας κατά στρέμμα και αι τιμαί του βάμβακος ήσαν ευνοϊκώταται (18-20 δραχμές κατ’ οκάν συσπόρου).
Η επιτυχία αύτη ενεθάρρυνε πολλούς επιχειρηματίας και το επόμενον έτος (1935) αμέσως η καλλιεργηθείσα έκτασις ανήλθεν εις 3.000 στρέμματα. Δέν να σημειώσωμεν ότι κατά το έτος τούτο τα 90% και πλέον της σπαρείσης εκτάσεως εκαλλιεργήθησαν από ομάδα επιχειρηματιών (ιατρών, συμβολαιογράφων, δικηγόρων, ξενοδόχων, κουρέων) οίτνες προς τον σκοπόν τούτόν ενοικίασαν αγρούς. Η επιτυχία κατά το έτος τούτο επίσης εξησφαλίσθη διότι η απόδοσις κατά μέσον όρον ανήλθε εις 180 οκάδας ανά στράμμα και η τιμή ήτο επίσης εξαιρετική (20-23 δραχμές κατ’ οκάν). Η επί 2 έτη συνεχής επιτυχία ενεθουσίασε έτι περισσότερον και το επόμενον έτος εσπάρησαν 7.000 στρέμματα. Λόγω όμως των βροχών, οίτινες ημπόδισαν το φύτρωμα του σπόρου ή παρέσυραν αυτόν, δεν εφύτρωσε ο βάμβαξ, παρ’ ότι σε πολλά σημεία εσπάρη εκ νέου. Επίσης λόγω των πρώιμων και πολλών βροχών κατά την εποχήν της συγκομιδής και της εμφανίσεως εντόμων και ασθενειών (εκ της Earia 40% καταστροφή, εκ του ρόδινου σκώλικος, όστις ενεφανίσθη εις το τέλος της συγκομιδής, εζημιώθη η παραγωγή κατά 10%), η μέση απόδοσις κατήλθεν εις τας 30 οκάδας ανά στρέμμα, η δε τιμή του λόγω της κακής ποιότητος του προϊόντος, εκυμάνθη μεταξύ 5-19 δραχμών κατ΄ οκάν αναλόγως της ποιότητος.
Η ανωτέρω καταστροφή επέδρασεν ελάχιστα εις την ψυχολογίαν των επιχειρηματιών είτε διότι ο χρόνος είχε εξαξαλείψει την εικόνα της καταστροφής, είτε διότι παρέμεινεν ακόμη η εντύπωσις της πλουσίας εσοδείας των δύο προηγούμενων ετών και το επόμενον έτος εσπάρησαν πάλι αρκεταί εκτάσεις. Η σπαρείσα έκτασις ανήλθεν εις την υπό μελέτην περιφέρειαν εις 5.380 στρέμματα (σ. σ. από το σχετικό πίνακα φαίνεται ότι τα 3.500 εσπάρησαν στην περιφέρεια Μεσσήνης ενώ τα υπόλοιπα ήταν διασκορπισμένα σε 25 κοινότητες).
Η μέση παραγωγή κατά το έτος αυτό ανήλθεν εις 50 οκάδας κατά στρέμμα και η τιμή πωλήσεως αυτού εις 5-10 δραχμάς κατ΄οκάν αναλόγως της ποιότητος. Κατά το 1938, παρ’ ότι αι αποδόσεις του περυσινού έτους ήσαν μέτριαι, εσπάρησαν ελάχιστα στρέμματα (300 περίπου) εις την ιδίαν ως άνω περιφέρειαν. Τούτο οφείλεται κυρώις εις το ότι η καλλιέργεια της ορύζης κατά το παρελθόν έτος (1937) απέδωσε άριστα αποτελέσματα και οι αγροί οι σπειρόμενοι δια βάμβακος εκαλλιεργήθησαν δια ορύζης”.

ΠΑΝΙΚΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ

Το 1935 είναι η καλύτερη χρονιά για την βαμβακοκαλλιέργεια σε απόδοση και τιμή, αλλά αρχικά τα πράγματα πάνε στραβά: “Οι βαμβακοκαλλιεργητές της πόλεώς μας είνε πανικόβλητοι από της χθες εξ αφορμής της αιφνιδίως εμφανισθείσης καταστρεπτικής ασθενείας του βάμβακος η οποία είναι κεραυνοβόλος και απειλεί να εξαφανίση σύμπασαν την βαμβακοκαλλιέργειαν εντός ελαχίστου χρονικού διαστήματος ένα δεν ληφθούν σύντονα κατασταλτικά μέτρα εγκαίρως και εντός της σήμερον ει δυνατόν.
Η εκδηλωθείσα καταστρεπτική νόσος συνίστατι εις την εμφάνισιν βακτηριδίων χρώματος καφέ, τα οποία από της κορυφής του φυτού κατέρχονται προς τον κορμόν. Τοιαύτη δε είναι η επίδρασίς των ώστε, υπερχίλια φυτά βάμβακος του τμήματος του κ. Ζαλμά εις τα οποία η ασθένεια εξεδηλώθη την μεσημβρίαν χθες, το βράδυ της αυτής ημέρας είχον ξηρανθεί.
Οι βαμβακοκαλλιεργηταί της πόλεως είναι ανάστατοι εκ της εμφανισθείσης αυτής επαράτου νόσου η οποία απειλεί να καταστρέψει εξ ολοκλήρου τας βαμβακοφυτείας εις την καλυτέραν περίοδον της αναπτύξεώς των, και ζητούν την ταχίστην αποστολήν γεωπόνων, οι οποίοι μελετώντες την ασθένειαν να υποδείξουν πάραυτα τον καλύτερον και αποτελεσματικώτερον τρόπον καταπολεμήσεώς της.
Η αποστολή των γεωπόνων πρέπει να είναι ταχίστη διότι λόγω της καταπληκτικής ταχύτητος μεθ’ ής εκδηλούνται αι συνέπειαι της νόσου, κρίνεται ότι αν επέλθη έστω και επί μικρόν καθυστέρησις, θα καταστή εκτάκτως δυσχερές το έργον της περισώσεως των βαμβακοφυτειών της Μεσσήνης από βεβαίων καταστροφήν” [“Σημαία” 6/7/1935]
Μετά τον αρχικό πανικό το κλίμα αλλάζει σε λίγες ημέρες και εμφανίζεται αισιοδοξία: “Η βαμβακοκαλλιέργεια η οποία εκτείνεται εις 4.800 περίπου στρέμματα, παρά τα πλήγματα τα οποία εδέχθη εκ της ξηρασίας και εκ της τελευταίως εμφανισθείσης ασθενείας φαίνεται ότι θ΄αποδώση τους αναμενόμενους καρπούς. Εις την χειροτέραν περίπτωσιν η καλλιέργεια βάμβακος εις έκτασιν ενός στρέμματος απαιτούσα έξοδα 1.200 δρχ. εν τω συνόλω, θα αποδώση έσοδον τουλάχιστον 2.500 δρχ., ενώ εις την καλυτέραν το έσοδον τούτο πρέπει ν’ ανέλθη εις 3.500 με 4.000 δρχ.
Με τους υπολογισμούς αυτούς οι οποίοι πλησιάζουν να γίνουν πραγματικότης, είναι φυσικόν να επικρατή μεγάλος ενθουσιασμός μεταξύ των αγροτικών πληθυσμών. Η απογοήτευσις από την καλλιέργειαν της σταφίδος ωθεί έτι περισσότερον τους Μεσσήνιους προς την βαμβακοκαλλιέργειαν, η οποία έχει ήδη προκαλέσει αμέριστον την προσοχήν των αγροτών, δια των μεγάλων ελπίδων τας οποίας εμπνέει. Τον ενθουσασμόν αυτόν ουδόλως έπληξεν η εμφανισθείσα εσχάτως ασθένεια εις τον καλλιεργούμενον βάμβακα. Οι καλλιεργηταί βεβαώις εταράχθησαν. Αλλά το γεγονός ότι εις ορισμένας μόνον περιοχάς εσημειώθη το κακόν και ότι περισσότερον δεν επεξετάθη μέχρι της στιγμής προεκάλεσε ανακούφισιν.
Πληροφορούμεθα ότι κατόποιν ενεργειών του προϊσταμένου της Γεωργικής Υπηρεσίας του Νομού κ. Βελώνη κατέρχεται εντός των ημερών ο ειδικός φυτοπαθολόγος κ. Σαρηγιάννης δια την εξακρίβωσιν της τελευταίως ενσκηψάσης ασθενείας εις τον βάμβακα” [“Σημαία” 12/7/1935]
Και οι καλές ειδήσεις συνεχίζονται: “Η εξέλιξις της βαμβακοκαλλιέργειας παρουσιάζεται αρίστη. Διεπιστώθη ήδη απολύτως ότι η βαμβακοκαλλιέργεια δύναται ν’ αποτελέση την κυριοτέρων πηγήν πλούτου εν Μεσσηνία, δεδομένου ότι αι εξαφανισθείσαι ασθένειαι δεν προεκάλεσαν ειμί ασημάντους καταστροφάς, αναποφεύκτους άλλωστε. Ο ενθουσιασμός των καλλιεργητών είναι απαραμείωτος. Αναμένεται μόνον η κάθοδος των ειδικών υπαλλήλων της Αγροτικής Τραπέζης δια την μελέτην των παραγωγικών έργων. Εκ της εκτελέσεως αυτών εξαρτάται κυρίως η πρόοδος της βαμβακοκαλλιέργειας” [“Σημαία” 23/7/1935]

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗ ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΟΠΟΙΗΣΗ

Ενα εξαιρετιά ενδιαφέρον κείμενο εμφανίζεται στη “Σημαία” τον Αύγουστο, προέρχεται από τον ανταποκριτή της στη Μεσσήνη “Δ. Οικονομ.” ο οποίος στο πρώτο μέρος παρουσιάζει τον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης της βαμβακοπαραγωγής και την προλεταριοποίηση των φτωχών αγροτικών στρωμάτων: “Η βαμβακοκαλλιέργεια της Μεσσήνης με τις σημαντικές σ’ απόδοση ικανοποιήσεις των δύο τελευταίων ετών, αρχίζει ήδη να γίνεται μια από τι ςπιο γόνιμες και πλουτοφόρες πηγές της αγροτικής μας περιφερείας. Και ως τοιαύτη από τον κύκλον όλων εκείνων των ανθρώπων της πόλεώς μας που διαθέτουν χρηματικά κεφάλαια και είναι πρόθυμοι να συνεχίσουν την βαμβακοπαραγωγήν, μελετάται μετά την πλήρη αποπεράτωση των υδραυλικών έργων Παμίσου και την εξυπηρετικήν εκτέλεση των παραλλήλων αρδευτικών έργων ν’ αναπτυχθή εις ευρυτάτην κλίμακα. Ολόκληρος ο Μεσσηνιακός κάμπος πρόκειται να μεταβληθή εις γεωργικήν περιοχήν καθαρώς βαμβακοπαραγωγικήν της οποίας τα ωφέλη θα είναι – ως κατ’ αυτούς προβλέπονται – πολλά και κοινά δι’ ολόκληρον την περιφέρειαν Παμίσου-Καλαμών, της οποίας το οικονομικό πεδίο εν σχέσει με τους βιωτικούς όρους, θα βελτιωθή σημαντικά κατά βάσιν. Υστερα λοιπόν από ένα τέτοιο ασφαλές γεγονός και χάριν των αναγνωστών της αγαπητής “Σημαίας”, θελήσαμε να επισκαφθούμε τα εκατέρωθεν της δημοσίας οδού Μεσσήνης-Καλαμών εκτεινόμενα και μεταξύ του Παμίσου και του ρέματος “Λυγδού” περιεχόμενα βαμβακοφυτεμένα μέρη και να εξετάσουμε εκ του πλησίον, παίρνοντας και την γνώμην των πιο ειδικών, τους όρους τους ευνοούντας την ανάπτυξιν του βάμβακος, τη μέλλουσα να λάβη καλλιεργητική επέκταση και τα γενικά ωφέλη που εξ αυτής μπορούν να προκύψουν. Μολονότι ημείς εκ των προτέρων δεν διστάζωμεν από του να μη αποκρύωμεν τους δικαιολογημένους φόβους μας, που είναι και εντατικαί φήμαι προερχόμεναι μεσ’ από τους εργατικούς κύκλους έρχονται να ενισχύσιυν. Η εργατική τάξη δεν θα πρόκειται δηλαδή να λάβη μέρος εις τα κοινά, ως λέγουν, αγαθά καθ’ όσον μηχαναί οργώματος, σποράς, βοτανίσματος, σκαλίσματος τας οποίας έχουν κατά νουν οι κεφαλαιούχοι της βαμβακοπαραγωγικής επιχειρήσεως να προμηθευτούν και αι οποία θα εκτελούν τας μόνας σπουδιαοτάτας εργασίας, θα αντικαταστήσουν τας εργατικάς χείρας, η εργασία των οποίων θα περιορισθή μόνο στο τσάπισμα στο στο μάζεμα κατά το στάδιο της ωριμάνσεως […]
[…] Ας μας επιτραπή να ανοίξωμεν και μια σπουδαίαν παρένθεση. Το ότι σε κάθε επικερδή επιχείρηση είτε βιομηχανική είναι, είτε γεωργική, πάντοτε τα κλειδιά κατέχει η κεφαλαιοκρατική τάξη, χαρακτηριστικό γεγονός της σημερινής κοινωνίας περιτράνως και στη μικρή αυτή περιοχή της γεωργ΄πιας μας, αποδεικνύει ότι η ενοικίασις των προς καλλιέργειαν προοριζομένων αγρών εκ μέρους των κεφαλαιούχων. Αύτη θα συνίσται εις 250-300 δραχμάς κατά στρέμμα. Και ως εκ τούτου δεν επιτρέπεται να θεωρώμεν τον γεωργόν, όπως σήμερον τον έχουμε καταντήσει, ως ακένωτον πηγήν πλούτου εις στιγμήν που ούτε και τα ίδια του τα κτήματα δεν μπορεί να εκμεταλλευτή ή κι. Αν δυνηθή εργαζόμενος νυχθημερόν να παράγη προϊόν τι εμπορεύσιμο, να ικανοποιείται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μη μπορεί να εξασφαλίση τα αναγκαιούντα ζωής αν όχι ανέτου, τουλάχιστον υποφερτής. Και υπό των συνεπειών μιας τοιαύτης καταστάσεως πιεζόμενος αδράχνει την αξίνα ή τον κασμά στα γερά του χέρια και από εργάτης μεταβάλλεται εις προλετάριον εργάτην, προσπαθούντα να ζήση πουλώντας την χερική του δύναμη ως εμπόρευμα στους κεφαλαιούχους, προς καλλιέργειανξ των ιδίων του κτημάτων που προς αυτούς ενοικιάζει η πωλεί. Και όλα αυτά τα αναφερόμενα στυγνά περιστατικά που επιτρέπουν βαθμιαίως την προλεταριοποίησιν των αγροτών, πρέπει να σημειώσωμεν πως δεν είναι εγκαφαλικά αποκυήματα της κακής ώρας, αλλά σκέψεις αποκρυσταλλομένες και προερχόμενες μέσ’ από την αγροτικήν μας ζωή, που επί χρόνια ολόκληρα ζούμε και επί σειράν ετών μελετούμε. Χαρακτηριστικό γεγονός του φαινομένου τούτου είναι η αύξηση του πληθυσμού της πόλεώς μας δια συνεχών μετοικήσεων εκ των γύρω γεωργικών χωριών, η αύξησις της εργατικής τάξεως, η δημιουργία αγροτοτσιφλικάδων και γι ανα ρθούμε στο θέμα μας, η κατά πενηντάδας κάθοδος, απ’ όλα τα χωριά του Μεσσηνιακού κάμπου, εργατών στη βαμβακοπαραγωγική περιοχή μας. Επίκαιρη πάνω σ’ αυτό το ζήτημα είναι η εκφρασθείσα γνώμη υπό του κ. Δημ. Ανδρουσινού φαρμακοποιού Μεσσήνης και συνάμα βαμβακοπαραγωγού 200-300 στρεμμάτων, ως εν συνεχία αναφέρωμεν. Μας λέγει πως η βαμβακοκαλλιέρφεια της Μεσσήνης εκ μέρους κεφαλαιούχων τινών, αποβαίνει λίαν εξυπηρετική δια τον τόπον. Διότι και μια καλλιέργεια εντελώς ξένη μέχρι τούδε καθιστά γνωστή και κτήματα ακαλλιέργητα ελλείψει κεφαλαίου εκ μέρους των ιδιοκτητών-αγροτών ενοικιάζει και στους εργάτες δίνει εργασία και γενικώς την οικονομική κρίση απ΄όλους τους κλάδους δια μέσου των κοινωνικών σχέσεων προλαμβάνει. Θέλομεν να πιστεύωμεν δε πως ο κ. Ανδρουσινός εκφραζόμενος ούτως, ασφαλώς θα είχε υπ’ όψιν του “το μη χείρον βέλτιστον”. Γιατί ημείς γενικώτερα εκφραζόμνεοι και πάντοτε ευρισκόμενοι εντός του πλαισίου της Λογικής και της Δικαιοσύνης, φρονούμεν ότι θάπρεπε τα εκ της επικερδούς αυτής επιχειρήσεως απορρέοντα ωφέλη ν’ ανήκουν εξ ολοκλήρου στον αγρότη-εργάτη-βαμβακοκαλλιεργητή που και τα ίδια του κτήματα καλλιεργεί και τον ίδιο του τον ιδρώτα χύνει, για να καρπωθή τ’ αγαθά το κεφάλαιο. Να μην κρατά το κεφάλαιο δούλο τον αγρότη-εργάτη. Αλλά τούτο συμβαίνει και θα συμβαίνει σε κάθε καπιταλιστική κοινωνία σαν τη σημερινή” [13/8/1935]

ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΕΡΓΑΤΩΝ ΓΗΣ

Στο δεύτερο μέρος της ανταπόκρισης παρουσιάζεται μια συζήτηση με εργάτες γης οι οποίοι μιλούν για τη σκληρή δουλειά και την εκμετάλλευση: “Κύριος σκοπός αυτής μου της ανταπόκρισης είναι ως επί το πλείστον τα πορίσματα της βαμβακοπαραγωγικής απόδοσης και η μελέτη των ευνοούντων την ανάπτυξιν του βάμβακος όρων. Αλλά και η εξέταση των συνθηκών εργασίας των δουλευτών και από της απόψεως αυτής βέβαια δεν περιμένετε πράματα ικανοποιητικά για τους εργάτες. Αμοίβονται γλισχρότατα. Αλλά ας αφήσουμε τους ίδιους τους εργάτες να μιλήσουν, να εξωτερικεύσουν υποκειμενικά τον πόνο τους. Σ’ ερώτησή μας αν είναι ευχαριστημένοι από τη δουλειά τους και το ημερομίσθιό τους απαντούν:
– Μας ρωτάται αν είμαστε ευχαριστημένοι από τη δλουλειά μας. Αλλά σας ερωτώμεν και μεις. Πότ εκαι πως σήμερα ο εργάτης με τέτοιους όρους εργασίας μένει ευχαριστημένος; Ψηνόμαστε από το πρωί μέχρι το βράδυ μέσα σε τούτο το λιοπύρι, χύνουμε ποτάμια ιδρώτα, κοπιάζουμε σε μεγάλο βαθμό, κοπιάζουμε σε μεγάλο βαθμό εξαντλούμεθα όσο δεν παίρνει καο δεχόμαστε καρτερικά και αμόιλητα κάθε ιδιοτροπία του επιστάτη για 50 δραχμές. Μας βλέπεις τώρα που σκαλίζουμε. Αλλ’ έπρεπε να μας δεις όταν σπέρνουμε. Τα γόνατά μας λυγίζανεμ η μέση μας κοβότανε, ο ιδρώτας έτρεχε και μεις σωριαζόμαστε κατάχαμα εξαντλημένοι. Να επιστρέφαμε και με τις 50 δραχμές στο σπίτι κάτι πάει κι’ έρχεται. Επιβαρυνόμαστε οι ίδιοι με τα έξοδα της διατροφής μας. Και γι ανα τις φέρουμε ποίσω ή πρέπει να σουρθούμε με την κοιλιά ή όπως συνήθως συμβαίνει μάλλον δε κατά κανόνα να γευματίζουμε εξαντλημένοι μ’ ένα κομμάτι ξερό ψωμί, με μια ντομάτα χωρίς αλάτι και μ’ άφθονο νερό. Αλλά ως να μη μας έφτανε κι. Αυτό, τώρα παθαίνουμε και κάποιο άλλο, ιο χειρότερο. Προτιμούν περισσότερο τις γυναίκες εργάτριες γιατί λέει τους συμφέρει. Τις πληρώνουν μόνον 35 δραχμές. Αλλά μη φαντάζεσθε πως οι γυναίκες αποδίδουν στην ουσία λιγότερο από τους άντρες: Αστείο πράμα.
Τώρα θα μας πης γιατί δεχόμαστε να δουλέψουμε με τέτοιους όρους. Τι να κάνουμε, η ανάγκη, η πείνα, η δυστυχία βλέπεις. Κι΄αν δεν θελήσης σου την πιάνει ο άλλος τη δουλειά. Μπορούμε λοιπόν να κάνουμε διαφορετικά;
– Λένε πως ύστερα από ένα-δύο χρόνια δεν θα σας χρειάζονται καθόλου. Θα σας αντικαταστήσουν με μηχανήματα. Είναι σωστό αυτό;
Εντύπωση μούκανε πως δεν εξεπλάγη κανένας με τα λόγια μου. Μόνο δύο γυναίκες σκυμένες στη δουλειά κάτι μουρμούρισαν με δυσαρέσκεια.
– Αν είναι σωστό ρωτάτε; μ’ απαντά ένας εργάτης. Οπως σε βλέπω και με βλέπεις. Τα ξέρουμε αυτά καλύτερα από σας. Μήπως εφέτος οι περισότεροι δεν ώργωσαν, δεν έσπειραν, δεν βοτάνισαν με μηχανές; Του χρόνου θα φέρουν νέες και πιο τελειοποιημένες όλοι τους. Οι μηχανές σημαίνουν θάνατο για μας τους φτωχούς εργάτες. Αλλά να δούμε τέλος πάντων που θα καταλήξουμε” [14/8/1935]

Η ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ

Στο τρίτο μέρος το κλίμα αλλάζει και αρχίζει να παρουσιάζεται η καλλιέργεια: “Πραγματικά χάρμα οφθαλμών είναι η απέραντη εκείνη έκταση η κατάφυτη και καταπράσινη που εκτείνεται δεξιά κι’ αριστερά μπρος στα μάτια του καθενός που προσπερνά τη γέφυρα του Παμίσου και αφήνει το βλέμμα του να χάνεται στο πράσινο της Μεσσηνιακής κοιλάδας. Αυτή συγκεντρώνει όλα τα σχέδια, όλους τους κόπους, όλα τα έξοδα κι’ όλα τα κέρδη των βαμβακοπαραγωγών που ολημερίς παρακολουθούν εκ του πλησίον τη συστηματική περιποίηση πούναι μια από τις απαραίτητες ανάγκες για την τελείαν ανάπτυξιν του βάμβακος, που προσέχουν εντατικά μη τυχόν παρουσιασθή καμμία ασθένεια κι’ ενεργούν κεραυνοβόλως για την πλήρη εξαφάνισή της γιατί σκέπτονται πως η επιχείρησή τους είναι πολύ λεπτή και σοβαρή και εις περίπτωσιν αποτυχίας η ζημιά είναι πολύ μεγάλη. Σ’ όλα γενικώς τα μέρη βλέπιυμε ομίλους ανθρώπων που εργάζονται ακατάπαυστα και επιμελημένα. Προχωράμε ανάμεσα στα φυτεμένα μέρη και θαυμάζουμε τη θαλερότητα του φυτού. Φαίνεται πως στην εξαίρετη καλλιεργητική περιποίηση έρχεται σε μεγάλο βαθμό αρωγός και η σύσταση του εδάφους” [15/8/1935].
Στη συνέχεια αρχίζει να ξετυλίγεται η καλλιεργητική διαδικασία σε συζήτηση του συντάκτη με τον Δ. Ανδρουσινό, ενώ στο τέλος ανααγγέλεται το τέταρτο και τελευταίο μέρος το οποίο για άγνωστο λόγο δεν δημοσιεύεται ποτέ. Εχει αφήσει στην ιστορία όμως μια πολιτικοκοινωνική προσέγγιση σπάνια για τα δεδομένα εκείνης της εποχής. Δεν γνωρίζουμε το συντάκτη και το πλήρες όνομα, φαίνεται όμως ότι γνωρίζει τη μαρξιστική θεωρία και με βάση αυτή προσπαθεί να ερμηνεύσει το νέο φαινόμενο στη γεωργία της Μεσσήνης και του κάμπου. Το οποίο όμως αποδείχθηκε θνησιγενές καθώς τα μικρά περιώρια κέρδους και η καλή πορεία της ορυζοκαλλιέργειας στρέφουν μικρούς και μεγάλους παραγωγούς προς αυτή.

[Στη φωτογραφία συλλογή βαμβακιού στον κάμπο από τη μελέτη του Ν. Αϊβαλιωτάκη]

Προβολή Σχολίων