Ηλίας Μπιτσάνης «μετακομίσεις» ΙΙ
Δεύτερος σταθμός της εσωτερικής μετακίνησης στο Νησί μετά του Πατσαβούρα, το σπίτι του Γιάννη Καλοφωλιά (Κατσουλόγιαννη) στη σημερινή Χαρ. Τρικούπη. Ενα στενό κάθετα στο δρόμο κατά την πανηγυρίστρα (Μητροπολίτου Χρυσοστόμου σήμερα). Μείναμε κάπου ένα χρόνο το 1957. Διώροφο μοιρασμένο στα τέσσερα, η μάνα μου συμπλήρωσε τα αναπόφευκτα κενά μνήμης. Εκείνο που θυμάμαι είναι πως μέναμε στον όροφο και μισό-μισό με τον κυρ Σωτήρη τον Παπαζερβέα, ανεβαίναμε από την ίδια σκάλα, μόλις είχε γεννηθεί ή γεννήθηκε στη συνέχεια ο Τάκης. Φίλος του πατέρα μου με αλωνιστικές μηχανές και τρακτέρ, ακριβώς απέναντι έμενε σε ένα μικρό σπιτάκι η μάνα του, η κυρά Χρυσούλα. Εκεί σε μια μεγάλη αυλή βρίσκονταν παρκαρισμένα τα μηχανήματα. Μπορεί να σκεφθεί κανένας το δέος ενός πιτσιρικά 3,5 χρονών που τα έβλεπε σαν… θηρία. Κρεβατοκάμαρα, σαλονάκι και κουζινάκι εμείς (δυτικά), κρεβατοκάμαρα, σαλόνι (ανατολικά) και κουζίνα στο πατρικό του ο κυρ Σωτήρης με τη γυναίκα του και τον Τάκη. Οπως θυμάται η μάνα μου, στο ισόγειο έμενε ο ιδιοκτήτης με τη γυναίκα του και ξεχωριστά ο αδερφός του Θανάσης Καλοφωλιάς, τραπεζικός υπάλληλος, ανύπαντρος ακόμη. Μεγάλη η αυλή και όπως όλες εκείνης της γειτονιάς, περιτοιχισμένες με ψηλό συμπαγή τοίχο ίσαμε το μπόι της πόρτας. Εκεί υπήρχε μια μεγάλη κληματαριά, όταν είχε καλοκαιρία και χρειαζόταν τσουκάλι για μακαρόνια, η μάνα μου έβαζε φωτιά στα ξύλα και τα έβραζε… υπαιθρίως. Οικονομία στη… γκαζιέρα που ήθελε καύσιμο. Πιτσιρικάς εγώ, δεν με «έντωναν» από το σπίτι. Καμιά φορά πήγαινα βόρεια στη διπλανή αυλή που ήταν τεράστια και παίζαμε με τα άλλα παιδιά της γειτονιάς. Μάστοροι ορισμένοι συγγενείς τους, είχαν ρουλεμάν σε ξύλινα πατίνια και σιδερένιες μπίλιες. Και πάνω στο παιχνίδι και στον παιδικό τσακωμό για το τίποτα, μου σκάει ένα γειτονόπουλο στο κεφάλι ένα στεφάνι από βαρέλι και με παίρνουν τα αίματα. Ενα μικρό σημάδι υπάρχει ακόμη στο κούτελο κρυμμένο στην άκρη των μαλλιών, με έτρεχαν στους γιατρούς για να σταματήσει η αιμορραγία. Οι διαδρομές κοντινές και πάντοτε συνοδευόμενες. Μέχρι το μπακαλικάκι του Δελήγιωργα στη νότια άκρη του δρόμου που ψωνίζαμε τα πρόχειρα όταν δεν πηγαίναμε στου Ψυχογιόπουλου στο σημερινό στενό της Γεωργιάδη στη πλατεία. Συγγενής όπως και ο αδερφός του Φώτης που είχε τη Λέσχη, εμβληματικό καφενείο από την εποχή του μεσοπολέμου, εκεί είχαν παρουσιαστεί οι μεγαλύτεροι θίασοι προπολεμικά καθώς ήταν και… θεατρική σκηνή. Με το Φώτη οι γονείς μου είχαν στενή σχέση, το σπίτι του ήταν στο πλάτωμα ανατολικά του Δελήγιωργα. Πηγαίναμε πολύ συχνά εκεί, ερχόταν και ο παππούς Θανάσης που πέρα από τη συγγένεια είχε και ιδιαίτερους φιλικούς δεσμούς. Εκείνη την εποχή πέθανε ο Φώτης, θυμάμαι σαν όνειρο το ξενύχτι γιατί κοιμήθηκα στην αγκαλιά του παππού. Μικρή η ακτίνα δράσης, την εικόνα της περιοχής τη… συναρμολόγησα στις επόμενες μετοικήσεις που ήταν στην ίδια περιοχή. Αλλά… μην ανοίξεις την πόρτα σε σκυλί και… παιδί. Κάπως έτσι έγινε και αποφάσισα στο φόρτε του πανηγυριού να εξερευνήσω την περιοχή. Διέλαθα της προσοχής των μεγαλύτερων, έκανα κατά του Πατέντα στην πανηγυρίστρα που υπήρχε ο γνωστός συνωστισμός, μπλέχτηκα με το πλήθος και έβαλα τα κλάματα. Θυμάμαι ότι με περισυνέλεξαν οι χωροφύλακες, τότε υπήρχε «μεταβατικό» αστυνομικό τμήμα στου Καρτερολώτη, απέναντι από το τέρμα της Μητροπολίτου Χρυσοστόμου. Κλάμα εγώ και για να με μωρώξουν μου πρόσφεραν… γκουρμέ πιάτο: Σταφύλι φράουλα τραγανό, ψωμί και τυρί. Κάτι τέτοια σερβίρουν σήμερα τα μαγαζιά και… γλύφουν τα δάχτυλα οι «αστοί» που ανακαλύπτουν την… πυρίτιδα. Δώστου από εδώ, δώστου από εκεί, ποιανού είσαι, πως σε λένε, που μένεις, στο τέλος έφθασαν στον πατέρα μου (τα γραφεία της Ενωσης ήταν στην αγορά. Μερλοπούλου σήμερα) και με παρέλαβε (άνευ μπερνταχίου). Εκείνη τη χρονιά έγινε το «σώσε» με τις πατάτες, σάπιζαν απούλητες στους δρόμους, τις πέταγαν στον Πάμισο, τις έφερναν στις αποθήκες του Μισερλαίου απέναντι από τα μπεζεστένια. Οι αγρότες εξαγριωμένοι μπούκαραν στην Ενωση, το κτήριο έβλεπε και στην Κολοκοτρώνη. Οι υπάλληλοι πήδησαν να σωθούν από την οργή των εξεγερμένων, ο πατέρας έμεινε να τους καλμάρει, ρισκάρισε τον ξυλοδαρμό αλλά τα κατάφερε τουλάχιστον να μην τα κάνουν γης μαδιάμ. Κάπου ένα χρόνο μείναμε εκεί, αργότερα το σπίτι το αγόρασε ο κυρ Σωτήρης και υπάρχει μέχρι σήμερα…
[Ο εξαιρετικός πίνακας προς επιβεβαίωση της περιγραφής είναι του πολύ καλού φίλου Νίκου Παναγιωτόπουλου και απαθανατίζει το σπίτι από ιδανική γωνία: Διώροφο, με διπλή είσοδο – απ’ ευθείας και από την αυλή – με ψηλή μάντρα όπως και αυτό ακριβώς βορειότερα]
αξία μνήμης για την τοπική ιστορία ….τη Λέσχη που λες …ποιανού Φώτη δε λες….. Αν το ξέρεις και θες συμπληρώνεις έτσι για τα διαβάσματα των νεωτέρων…
Ο Θανάσης ήταν πρώτος ξάδερφος της μητέρας μου η οποία ήταν Καλοφωλιά..
Ο Θανάσης είχε παντρευτεί την Νίτσα Μαχαίρα επίσης συγγενείς της μητέρας μου..
Κρίμα που ο Θανάσης έφυγε τόσο νωρίς..
