Ηλίας Μπιτσάνης «μετακομίσεις» VΙΙ
Μετά του Μουτρουζάνου στου Πανόπουλου και κατά τα τέλη του 1967 πάλι πίσω στου Γαλανόπουλου που στο μεταξύ είχε μετακομίσει οικογενειακά στην Αθήνα. Η περίοδος της εφηβείας και της απομάκρυνσης από το γενέθλιο τόπο. Παλιά γειτονιά και αγαπημένη αλλά εκεί ζήσαμε την πρώτη πικρή εμπειρία: Ο πατέρας απολύθηκε από τη δουλειά γιατί «έβριζε το Βασιλέα και διάβαζε Τα Νέα» κατά πως είχαν ρουφιανέψει, «Τα Νέα» ήταν το περιτύλιγμα της «Αυγής». Κατέφθασε στο σπίτι ο μπάρμπα Γιώργης Σαραντόπουλος που ήταν αποθηκάριος στην Ενωση (υπήρχαν και κάτι αποθήκες στη δυτική πλευρά της Καπετάν Κρόμπα κατά την Παλιά Βρύση), απολυμένος και αυτός, το σοκ ήταν ολοφάνερο, έψαχναν να δουν τι θα κάνουν. Και ο μπάρμπα Γιώργης μονολογούσε και επαναλάμβανε «ρε Βαγγέλη τουβλιά μου ήρθε ντούβ στο κεφάλι». Μου έμεινε το «ντουβ» και ως παρατσούκλι του μπάρμπα Γιώργη. Κοντά στου Ευαγγελισμού ήταν, ζορίσανε τα πράγματα, μαύρο Πάσχα και πλήρης συμπαράσταση από την οικογένεια (έστελνε χρήματα ο θείος – και νονός μου – Χρήστος, βοηθούσαν και οι άλλοι) αλλά και από φίλους που έσπευδαν αλληλεγγύως και ανεξάρτητα από πολιτική τοποθέτηση να βοηθήσουν όπως μπορούσαν. Ο πατέρας δίδασκε πρακτική αριθμητική – αετός ήταν σε αυτό – καθόσον στην εξορία είχε μάθει άριστα… λογιστικά. Και αυτό διευκόλυνε όσους έψαχναν να βρουν τρόπο να καταφέρουν την επαναπρόσληψη, κάτι που έγινε μετά από ένα χρόνο αφού κρίθηκε αναγκαίος για την υπηρεσία και επέστρεψε ως λογιστής αντί γεωπόνος. Τότε ήρθαμε πιο κοντά με τον Ακη και το Σάκη Τσιριγώτη, τα παιδιά της κυρίας Ελένης Τζώρτζη που τους έκανε και μάθημα αν δεν με απατά η μνήμη μου. Ενα σπίτι ατελείωτο, υπάρχει και σήμερα, μυστηριακό για εμάς που είχαμε ζήσει σε μικρότερα και ενίοτε σε χαράπατα, μεγάλος κήπος, αποθήκες που εξερευνούσαμε ανακαλύπτοντας παλιά βιβλία και αντικείμενα. Και η πρώτη «προσβάσιμη» εγκυκλοπαίδεια σε τόμους, του «Ελευθερουδάκη». Της έδινα και καταλάβαινε όταν είχα χρόνο, ξεφυλλίζοντας και αναζητώντας πληροφορίες για πρόσωπα και πράγματα. Τότε αρρώστησε και ο κύριος Νίκος, θυμάμαι με δέος τη νεκρική σιωπή στο απέραντο σκοτεινό χώρο, λίγο πριν περάσει τον Αχέροντα. Μεγαλώναμε και μαζί η ακτίνα δράσης, το γυμνάσιο ενοποίησε τις γειτονιές, βοήθησε να γνωριστούμε καλύτερα και να γίνουμε φίλοι παιδιά από διάφορα δημοτικά σχολεία, Κυρίως από το 1ο Δημοτικό που… γειτονεύαμε χωροταξικά αν και περίεργα όσον αφορά την κατανομή. Κατά την ανατολή οι εξορμήσεις οδηγούσαν στους κήπους και τα μποστάνια δίπλα σε μπεζεστένια και τα «Γαρδελιά» μέχρι το παγοποιείο. Χαζεύαμε τα άλογα που γύριζαν με δεμένα μάτια γύρω από το πηγάδι, έβγαζαν με ειδική συνδεσμολογία αλυσίδας «κουβάδων» το νερό και το έριχναν στα αυλάκια. Και παρατηρούσαμε το αυλάκι δίπλα στις πέτρες που περιτριγύριζαν το υψωματάκι όπου ήταν χτισμένα τα μπεζεστένια. Που να πάει τότε το μυαλό μας πως ήταν τα υπολείμματα του φράγκικου κάστρου αναψυχής όπου «διέτριβε» η Ιζαμπώ. Χαμόσπιτα, κήποι αλλά και μεγάλα σπίτια με αποθήκες για κάθε χρήση στου Μισιρλέου και του Καρτερολιώτη. Κατά το νότο η ζώνη επαφής επεκτάθηκε και τα επόμενα χρόνια βρεθήκαμε μαζί με το Γιώργο τον Πλατάρο και το Νίκο τον Κροντήρη. Το μπακαλικάκι του Γιώργη Ρωμανού το λειτούργησε ο ιδιοκτήτης του κτηρίου ο μπάρμπα Παναγιώτης Πλατάρος. Το κράταγε πολλές φορές η κυρά Νία, συμμαθητής μου ο Γιώργος, μικρότεροι ο Τίμος και ο Γιάννης. Από δίπλα ο φούρνος του Θοδωράκη Δρινέα που κατάστρωνε πρωτοποριακά σχέδια βοηθούντος του… χόρτου. Απέναντι ο πάπα Χρήστος. Από δίπλα στο στενό ο Μιχάλης με το ποδήλατο καροτσάκι, με το σάμαλι και το παστέλι. Ο κυρ’ Θάνος ο Κροντήρης είχε το μαγαζί στην κάτω αγορά. περνάγαμε από εκεί μεγαλύτεροι, μου έχει μείνει (στην ιδέα ή τη φαντάσια) η φράση σε πινακίδα «σπάγγια, έλαια, πετρέλαια». Το σπίτι ήταν επί της Καπετάν Κρόμα, λοξά απέναντι από το παλιό Ταμείο. Κατά το βορρά πλέον φθάναμε μέχρι τον Συνοικισμό. Συμμαθητής ο Πέτρος Αντωνάκος, πιο μικρός ο Φώτης, στα μεγαλύτερα ώρες ατελείωτες στο χώρο του «Σινέ Μεσσήνη». Θερινός και εμείς τσαμπατζήδες, τον άλλο καιρό γήπεδο (κάτι σαν 5 Χ 5) και σε μια εσοχή το μονόζυγο (στο οποίο μάλλον οφείλω μέρος της περιαρθρίτιδας) για έλξεις, περιστροφές και… κόλπα. Με την άδεια του κυρ Γιώργη και τη φροντίδα της κυρά Αλεξάνδρας για το κέρασμα. Απέναντι ο κυρ Βασίλης ο Ντρες με την επιχείρηση αναψυκτικών, συμμαθητής ο Γιώργης (τον χάσαμε πριν μερικά χρόνια) και ο Σταύρος (που έφυγε πολύ νωρίς). Σε αυτό το σπίτι “με μωσαϊκά” έγιναν τα πρώτα πάρτι, πικαπ και σινγκλάκια με ροκ και μπλουζ, πολύ κακό το μεθύσι με βερμούτ και… ξηροί καρποί. Η παρέα μου συμπληρώθηκε με το πέρασμα του χρόνου με τον Παναγιώτη Ηλιόπουλο, ο μπάρμπα Θόδωρος ο πατέρας του («Αβέρωφ» στο παρατσούκλι), παλιός εστιάτορας, διαχειριστής του κυλικείου στο γυμνάσιο, έφυγε νωρίς. Νομίζω ήμασταν στην τρίτη τάξη, το κυλικείο από εκεί και ύστερα το κράτησε η κυρά Παρασκευή. Πηγαίναμε συχνά στο σπιτάκι που ζούσαν πίσω από τον Αγιάννη. Ηταν η μόνη επαφή με τη γειτονιά, αλλά από δίπλα έμενε ο… τελευταίος (με σειρά αναφοράς) της παρέας, ο Γιώργος Ξυνός. Τσάρκες στις γειτονιές, κανά σινεμά, μπάλα την Κυριακή και φυσικά διάβασμα, Οταν και όσο μας έπαιρνε ή θέλαμε. Με συντροφιά το ράδιο, ολονυχτίς (από τότε μου έμεινε το… χούι) έλυνα ασκήσεις γεωμετρικών τόπων από τα Τογκάκια αλλά και από το βιβλίο των Ιησουϊτών, απαντούσα στα δι’ αλληλογραφίας φροντιστήρια, έλυνα και έστελνα ασκήσεις στον «Ευκλείδη». Οσο υπήρχαν καθηγητές με έμπνευση, μετά το ρίξαμε στη χαλάρωση αλλά… αφυπνισθήκαμε εγκαίρως έχοντας τις απαραίτητες βάσεις. Κάποιες φορές κατά το τέλος διαβάζαμε και ομαδικά, τις νύχτες συνήθως στο ταρατσάκι του Νίκου Κροντήρη. Εκεί πρωτοκαπνίσαμε κάπου στα 17, μια μικρή συνεταιρική κασετίνα «Καρέλια» και μετά μασούλημα δυόσμου από τη γλάστρα για να φύγει η βρώμα της νικοτίνης. Με το νου μας μήπως ξυπνήσει η κυρία Τασία για να μας φροντίσει. Εντάξει εκείνα τα φεγγάρια είχαν υπήρχαν και «σκιρτίματα» αλλά τι σημασία μπορεί να έχουν τώρα τα πρόσωπα, της ηλικίας ήταν και «πνίγονταν» σε ένα περιβάλλον με αυτονόητους περιορισμούς. Σε αυτό το διάστημα ζήσαμε εκ του μακρόθεν τα μεγάλα αθλητικά γεγονότα. Ηταν Απρίλης του 1968 και μέσα στην απογοήτευση για την απόλυση του πατέρα, με το αυτί κολλημένο στο Vega και τη φωνή του Γεωργίου, πήδησα από τη χαρά μου για τη νίκη της ΑΕΚ επί της Σλάβια για το κύπελλο κυπελλούχων στο μπάσκετ, από το δωμάτιο της γωνίας στο δρόμο. Πάντως το 1971 και το κύπελλο πρωταθλητριών να έπαιρνε στο Γουέμπλεϋ ο Παναθηναϊκός ήταν αδύνατον να πηδήσω. Γιατί το άκουγα στην ταράτσα του Πετρουλάκη καθόσον η κυρία Κούλα είχε αναλάβει να μας φροντίζει καθώς ο πατέρας μου βρισκόταν στην Αθήνα για μια πολύ σοβαρή εγχείρηση στο πνευμόνι, «παράσημο» των ξυλοδραμών στη Μακρόνησο. Δεν πήρε ο Παναθηναϊκός το κύπελλο, όμως εγώ απόλαυσα το άρωμα της τεράστιας γαρδένιας που διατηρούσε η κυρία Κούλα σε ένα μεγάλο σιδερένιο βαρέλι και μοσχοβολούσε η γειτονιά από το μπαλκόνι. Στο μεταξύ είχαμε μεγαλώσει και οι… μεγάλοι περισσότερο. Ο Παναγιώτης ο Θωμόπουλος ήταν γυμναστής, στο σπίτι του βρισκόταν πολύ συχνά και ο δικός μου γυμναστής ο Γιώργης Νταλαχάνης από του Κόκλα, ο δεύτερος με επέλεγε για τους μαθητικούς αγώνες, ο πρώτος με συμβούλευε και προσπαθούσε να θεραπεύσει τους τραυματισμούς. Ο Γιάννης ο Θωμόπουλος έκανε ήδη καριέρα ως τραγουδιστής, κατέβαινε με φίρμες της εποχής. Ενα Πάσχα που θα πηγαίναμε στο χωριό αφήσαμε το κλειδί για να μείνουν στο σπίτι η Πόπη Αστεριάδη, ίσως και ο Γιάννης Κακουλίδης και κάποιοι άλλοι φιλοξενούμενοί του. Ο Νιόνιος είχε το φούρνο του Δρακόπουλου στην Παλιά Βρύση, χάζευα με τις ώρες τις εποχές που δεν είχαμε σχολείο. Σε εκείνη την περιοχή κάναμε και τις οικογενειακές εξορμήσεις για… σουβλάκι (με ολίγη από σαλάτα και τυρί). Στου Πατσαβούρα, στου Τράγου, κάποια φορά και στου Δρακόπουλου. Οταν μεγαλώσαμε και «αυτονομηθήκαμε», πήγαμε και την άλλη πάντα, στου Τσάκωνα λίγο πριν τη διασταύρωση της Μπούκας με το δρόμο της Πύλου. Μνήμη αξέχαστη η ημέρα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Οι γονείς μου προγραμματισμένα ετοιμάζονταν να έρθουν Αθήνα αλλά το πρωί που ξύπνησαν άκουσαν εμβατήρια, κατάλαβαν πως κάτι γίνεται, πήραν τηλέφωνα στη θειά μου που έμενα, δεν είχα φανεί. Οταν έφθασαν είχα καταφέρει να φθάσω στο σπίτι, με βρήκαν σε κατάσταση… διάλυσης μετά τριήμερο αϋπνίας, έντασης και αγωνίας. Αλλά στο Νησί διαδόθηκε – ίσως και λόγω της αναχώρησης των γονιών ή της αγωνίας που εξέφρασαν φεύγοντας – πως ήμουν νεκρός. Οι γείτονες πάγωσαν, η γιαγιά Θωμόπλαινα έκλαιγε και χτυπιόταν. Κράτησε μέρες το «μάζεμα» της νεκρολογίας, είχε γίνει θέμα συζήτησης στην πόλη και το σχολείο. Επεσε η χούντα, το κυνηγητό σταμάτησε και η… κυκλοφορία έγινε εύκολη. Αλλά λίγους μήνες μετά ήρθε το δημοψήφισμα. Το δεύτερο γιατί στο πρώτο της χούντας το «ναί» ήταν Παπαδόπουλος και το «όχι» βασιλιάς, άντε τώρα να… επιλέξεις. Ζόρικο και βασιλόφρων το Νησί αλλά οι αντιβασιλικοί… στα κέφια μας με τον αντιχουντικό αέρα, στο δημοκρατικό κόσμο χούντα και βασιλιάς ήταν ταυτόσημα πράγματα, για το «πάπλωμα» είχε γίνει ο καυγάς. Γυρίζαμε, κολλάγαμε αφίσσες, γυρνάγαμε στα χωριά, μας είχε δώσει το αυτοκίνητο ο μακαρίτης ο Φοίβος Κούτσικας για να γυρίζουμε τα χωριά με ψηφοδέλτια. Στο πορτ μπαγκάζ είχε ξεχάσει τον χειρόγραφο… κατάλογο των εν δυνάμει ψηφοφόρων του. Τον ξεφυλλίσαμε και μάθαμε πολλά, αλλά δεν υπήρχαν… φωτοτυπικά για να… απαθανατίσουμε το «φακέλλωμα». Αυτούς τους καταλόγους τους πήραν κάποιοι άλλο αργότερα και… γίναν νοματαίοι. Μακριά η παρένθεση για το… κλου: Τη λάτζα των φιλοβασιλικών στο Νησί είχε ανατεθεί σε άνθρωπο ο οποίος δεν μπορούσε να μοιράσει σε δυό γαϊδούρια άχυρο. Κάποιος πονηρός του είπε να έρθει να γράψει φιλοβασιλικά συνθήματα στον τοίχο του σπιτιού που μέναμε (στου Γαλανόπουλου) από τη μεριά της Καπετάν Κρόμπα. Κάτι είχα ψιλιαστεί, πήρα χαμπάρι να πλησιάζουν, πήγα γρήγορα και γέμισα έναν κουβά νερό και όταν επιχείρησε να πλησιάσει για να γράψει… του τον έφερα καπέλο και το έβαλε στα πόδια. Την ημέρα των εκλογών εκλογικός αντιπρόσωπος σε μια από τις αίθουσες του Δημαρχείου (μουσείο Κατσουλίδη σήμερα), αντιπρόσωπος της αβασίλευτης (20 χρονών τότε), της βασιλευομένης ο επωνομαζόμενος «τσίγκος, πάφιλας και ντενεκές». Δεκέμβριος και ψοφόκρυο, παράγγειλε τσάι. Αντιβασιλικός ο καφετζής του το έφερε χωρίς… κουταλάκι. Εντάξει, δοκίμασε να ανακατάψει τη ζάχαρη με το το δάχτυλο και μαδήθηκε σαν κοτόπουλο, έλεγε για καιρό το πάθημά του. Ψιλοψαρωμένος λόγω ηλικίας και περιβάλλοντος, το νου μου στην κάλπη και λίγο πριν κλείσει απίστευτη φασαρία. Κάποιος ζητούσε να πάρει πίσω το ψηφοδέλτιο και να… ρίξει άλλο. Ηταν ο φουκαράς ο λαντζέρης των φιλοβασιλικών ο οποίος δεν ήξερε να διακρίνει ούτε τα χρώματα (πράσινο η αβασίλευτη, καφέ η βασιλευομένη), εμπιστεύτηκε ένα συμμαθητή του και όταν το έμαθαν οι «εγκέφαλοι» που κρύβονταν θεώρησαν πως τον ξεγέλασαν. Εκείνο τον καιρό αποχτήσαμε πρόσβαση εκτός από την ταράτσα και στο δωμάτιο πάνω σε αυτή. Εκεί στέγασα το… φροντιστήριο, έκανα και τα πρώτα μου μαθήματα στο Νησί σε μετεξεταστέους ή αδύνατους μαθητές στα μαθηματικά. Και θυμάμαι έναν χωροφύλακα που με έψαχνε αλλά με το σύνδρομο τη δικτατορίας έκανα πως δεν ήμουν εκεί. Τελικά διαπίστωσα πως δεν ήμουν… καταζητούμενος αλλά απλώς ο άνθρωπος είχε μάθει πως ήμουν καλός στα μαθηματικά και ήθελα να κάνω μάθημα στην κόρη του. Οπερ και έγινε με επιτυχή κατάληξη το Σεπτέμβρη του 1975 πλέον. Στο σπίτι αυτό πρωτομπήκε η ασπρόμαυρη τηλεόραση αλλά πριν παίξει καλά-καλά, μετακομίσαμε για μια ακόμη φορά. Τέλη 1975, αρχές 1976 πήγαμε στου Νίκου του Κουρή στη Σταδίου…
[Στη φωτογραφία Χριστούγεννα του 1974, στην ταράτσα δίπλα στο δώμα που διακρίνεται. Από αριστερά ο Παναγιώτης Ηλιόπουλος, ο μεγαλύτερος αδερφός του Γιώργος, ο Πέτρςο Αντωνάκος και ο υπογραφόμενος με μαλλί, χωρίς μουστάκι και με… πίπα που έγινε από σύνεργο «μεταμφίεσης» στη χούντα (μαζί με γυαλιά από… σκέτο τζάμι), βραχυχρόνια συνήθεια μετά]
