Ηλίας Μπιτσάνης «μετακομίσεις» VΙ
Ηλίας Μπιτσάνης
«Νομάδες» στο Νησί, δεν είχαμε «ρίζα» και «τόπο», στο νοίκι μετακινιόμαστε συχνά. Ετσι βρεθήκαμε από το τέλος 1963-αρχές 1964 και για τέσσερα χρόνια στη Δαγρέ. Στην «καρδιά» του γουρνοπάζαρου. Κάθε Σάββατο… γενικός χαμός. Υπαίθριο ζωεμπόριο, γουρούνια, κατσίκια, πρόβατα, πουλερικά ανάλογα με την εποχή. Βρώμα και δυσωδία, μια δεκαετία νωρίτερα είχε διώξει την «εβδομαδιαία αγορά» ο δήμαρχος Τσούσης από το πάρκο που γινόταν ήδη από την εποχή του μεσοπολέμου. Και παραπέρα τα γύφτικα σε μια «ειρηνική» συμβίωση με τους γείτονες. Παίζαμε μαζί με τα γυφτόπουλα, κάποια έρχονταν και στο σχολείο μέχρι κάποιες τάξεις. Εκεί είδα μια και μοναδική φορά μια «αρχαϊκή» κηδεία ηλικιωμένου, του γέρο Ηρακλή. Με κτερίσματα. νομίσματα, λίρες και αντικείμενα να τον συντροφεύουν στο ταξίδια για τα αιώνια σκηνώματα. Ζήσαμε την απαγωγή και τις συνέπειές της. Πλάκωσαν οι συγγενείς της νύφης με τα μπιστόλια, πολιορκούσαν το σπίτι του γαμπρού, πήγαιναν οι πυροβολισμοί σύννεφο. Με τις ώρες κλεισμένοι στα σπίτια, όπου βρέθηκε ο καθένας, όταν διαπιστώσαμε ότι… δεν έπαιζαν τους συμπεθέρους και στην ανταλλαγή πυροβολισμών μπορεί να έτρωγες και καμία αδέσποτη. Κοίταζα από το παραθυράκι του μπάνιου. Μια άλλη κοινωνία που συμβιώναμε χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα αποδεχόμενοι τη διαφορετικότητα του συνοικισμού που βρισκόταν ανάμεσα στα σπίτια μπαλαμών, με παλιά και καινούργια κτίσματα αλλά και τσαντήρια. Καραχαλαίοι και Κυριμοπουλαίοι, ένα μπέρδεμα γενικώς η κοινωνία και οι σχέσεις των φατριών. Πέρναγα από εκεί μέχρι που τελείωσα το γυμνάσιο, το κτήριο ήταν ακριβώς δίπλα σε αυτή την περιοχή. Οπως και η Ενωση Συνεταιρισμών στην οποία ήταν υπάλληλος (γεωπόνος αρχικά και λογιστής στη συνέχεια) ο πατέρας μου. Αυτός ήταν και ο λόγος της μετοίκησης. Να είμαστε δίπλα στο σχολείο και τη δουλειά του πατέρα, ο ιδιοκτήτης του σπιτιού ήταν ο πρόεδρος της Ενωσης. Ο γερόΠανος (όπως τον λέγαμε) ο Πανόπουλος. Από το Βουρνάζι, τον περισσότερο καιρό έμενε στην Αθήνα. Το σπίτι ένα τυπικό κτίσμα της δεκαετίας του 1950, ο ιδιοκτήτης κράταγε ένα μεγάλο δωμάτιο που έμενε όταν ερχόταν στο Νησί. Στην βόρεια πλευρά υπήρχε ένα υπόγειο που είχε το νοικοκυριό της η καλοσυνάτη κυρά Αννα, η γυναίκα του που ερχόταν μαζί του κάποιες εποχές του χρόνου. Οταν έλειπε κοιμόμουν στο δωμάτιό του, ήταν το μεγαλύτερο από όλα. Ενα τεράστιο κρεββάτι, ζεστός χώρος και μυρουδιά τυπωμένου χαρτιού. Σε μια βιβλιοθήκη βρίσκονταν στιβαγμένα ταξινομημένα αλλά άδετα τα τεύχη της εγκυκλοπαίδειας «Ηλιος». Ως εκ τούτου… λογική η παρουσία των ποντικιών. Επειδή ο χειμώνας ήθελε χουζούρι, φρόντιζα να φοράω… κάλτσες στον ύπνο. Αλλά η ανατομία του ποδιού με «πεταχτό» το μεγάλο δάχτυλο, φρόντιζε γαι τον αερισμό του σχηματίζοντας την ανάλογη τρύπα. Μέχρι που ένα βράδυ ξύπνησα γιατί κάποιος με γαργάλαγε στην πατούσα. Οταν έβγαλα την κάλτσα διαπίστωσα ότι δράστης ήταν ο… ποντικός του δωματίου. Από τότε… έκοψα τη συνήθεια και κοιμόμουν άνευ κάλτσας. Είχε καταφθάσει και το καινούργιο απόκτημα, μια στόφα «Σείριος» για μαγείρεμα και θέρμανση το χειμώνα. Την είχαμε στο βορινό δωμάτιο που ήταν η κουζίνα και ζέσταινε όλο το σπίτι όταν ανοίγαμε τις πόρτες του μικρού διαδρόμου. Τις ζεστής ημέρες τη βγάζαμε το βράδυ στο μικρό υπερυψωμένο συμπαγώς μπαλκόνι με τα καγκελάκια και το φυτεμένο παρτέρι. Δίπλα ακριβώς στην είσοδο υπήρχε ένα μεγάλο γιασεμί που σκόρπιζε αρώματα. Απέναντι όλο και κάποιοι γείτονες έβγαιναν στο πεζοδρόμιο. Ο μπάρμπα Λιάς και η κυρά Ασημίνα, τα παιδιά τους ο Γιώργος, η Κούλα, η Αθανασία, μακρυνοί συγγενείς από το σόι της μάνας του. Ο κυρ Γιώργης ο «τσατσαράς» στο παρατσούκλι που είχε δίπλα στο σπίτι του την κορδέλα και η γυναίκα του η Τριαντάφυλλη. Είχαν ένα παλληκάρι το Λάκη, κοφτερό μαθηματικό μυαλό, πέρασε στο Πολυτεχνείο αλλά έμπλεξε με τα σκληρά και έφυγε νωρίς.. Οταν θέλαμε σκιά πιάναμε τη βορεινή μικρή αυλή: Μια μπουρνελιά, ένα αγιόκλημα, μια κληματαριά σε ένα ελάχιστο χώρο. Συνδεόταν με ένα μικρό διάδρομο με την είσοδο που άφηνε μια λαχίδα γης παράλληλα σε αυτόν. Εκεί έκανα τις πρώτες μου… καλλιέργειες. Μικρά κομματάκια γης με σιτάρι, φακές, φασόλια για την πρακτική εφαρμογή των όσων μαθαίναμε στη φυτολογία. Ρούγα δεν είχε η γειτονιά αλλά είχε άπλα, γυρίζαμε ακατάπαυστα. Πιο κάτω πίσω από τα γύφτικα ήταν το σπίτι του Μίμη, αγαπημένου φίλου, γέφυρα με το γενέθλιο τόπο που κόπηκε βίαια πριν λίγο καιρό με τον απρόσμενο θάνατό του. Πολύ φτωχή οικογένεια αλλά η κυρά Βούλα είχε πάντα κάτι να φιλέψει. Θυμάμαι τις κουταλίδες της το χειμώνα, το ζυμωτό ψωμί με λάδι και σκορδόφυλλο από το μικρό κηπάκι που φύτευε τα πάντα. Μάστορας βορειοπηειρώτης ο μπάρμπα Βασίλης, σε μια ξελόντζα είχε τα σύνεργα για το γάνωμα των χαλκωμάτων, η μυρωδιά του κασσίτερου σκόνη «τρύπαγε» τη μύτη. Εκεί στο ραδιόφωνο ακούσαμε με αγωνία το συναρπαστικό τελικό τελικό του Παγκόσμιου το 1966, και τη φασαρία με το αμφισβητούμενο γκολ του Χαρστ στην παράταση, μέχρι σήμερα γίνεται κουβέντα αν η μπάλα είχε χτυπήσει μέσα ή έξω. Μια άλλη ιστορικής στιγμή της μπάλας έζησα στο μπαλκόνι του σπιτιού, τον τελικό κυπέλλου το 1964. Φανατικός Ολυμπιακός τότε ο πατέρας μου, Παναθηναϊκός εγώ, ήταν η μόνη φορά που δεν τσακωθήκαμε, ακούγαμε την περιγραφή και απλώς περιμέναμε πότε θα… μπουκάρουν οι φίλαθλοι, όπως και έγινε όταν χάνονταν εκείνα που δεν χάνονται και υποψιάστηκαν ότι μπορεί το παιχνίδι να είναι σικέ για να γίνει επαναληπτικός και να κονομίσουν. Δεν έμεινε τίποτε στη λεωφόρο, μετά έγινα Απολλωνάκι για να γλυτώσω από τη φανατίλα. Στη γειτονιά με το Μίμη και άλλους που μαζεύονταν, περνάγαμε ώρες στους δρόμους. Γουβίτσα με δεκάρες στις γιορτές, κλίτσικας, κλωτσάγαμε και καμία μπάλα. Πηδάγαμε στον επιμήκη στενό περιφραγμένο χώρο ανάμεσα στην Ενωση και τον ΑΣΟ και μαζεύαμε γραμματόσημα και άλλα αντικείμενα που πετούσαν. Ανάλογη αναζήτηση κάναμε και στον σκουπιδότοπο δίπλα στο νεκροταφείο, μέσα από το γήπεδο ήταν πολύ κοντά. Φτάναμε μέχρι την Πρόνοια λίγο πιο πέρα. Οι σεισμοί της Μεγαλόπολης μας βρήκαν πάνω στις… ελιές και κοντέψαμε να τσακιστούμε καθώς χόρευε η γη. Γειτονιά με την έννοια ενός χώρου που μαζεύονταν όλοι μαζί δεν υπήρχε, τα σπίτια άλλωστε ήταν κατά μήκος του δρόμου. Απέναντι από την ανατολική του πλευρά υπήρχε το μπακάλικο που ψωνίζαμε. Το είχε ο κυρ Βασίλης, ένας μεγαλωμένος άνθρωπος χωρίς παιδιά, ευγενής και φιλικός με την πιτσιρικαρία του δημοτικού που μαζευόταν στο πεζοδρόμιο τα διαλείμματα. Μια χρονιά, μάλλον το 1965, με τον πατέρα μου οργάνωσαν φωτιά στα καρναβάλια και γλέντησε η γειτονιά. Στο σπίτι αυτό μας πέτυχε η δικτατορία. Νύχτες αγωνίας καθώς περιπολούσαν χωροφύλακες και ΤΕΑτζήδες που σταματούσαν έξω από το σπίτι (ήταν το τελευταίο στη γραμμή πριν τις ελιές και δεν ήξερε αν έρχονται για τον πατέρα ή κάνουν περιπολία ρουτίνας. Ο θείος Μίμης ήδη είχε συλληφθεί την πρώτη ημέρα, αφέθηκε ελεύθερος αργότερα. Η κυκλοφορία ελεγχόμενη, απαγορευόταν μετά τη δύση του ηλίου. Ο γυμνασιάρχης όμως ο Αλειφέρης δεν κυκλοφορούσε… ούτε την ημέρα. Υπερβολικά αυστηρός, πήγαινε η καμπάνα σύννεφο και ως εκ τούτου προέκυπταν οι επιθέσεις με… γιαούρτια στις γωνίες. Εκοψε που έμενα και με φορτώθηκε να του αγοράζω κάθε μεσημέρι τον «Ελεύθερο Κόσμο». Δεν ήταν χουντικός, απλώς φοβισμένος μέχρι εκεί που δεν παίρνει, μάλλον παλιός αριστερός κατά πως ψιθυριζόταν. Είχε μια πόρτα σιδερένια με κρύσταλλο, από μια τρύπα μου έδινε το νόμισμα. Πήγαινε στου Τσούρνου, έπαιρνα την εφημερίδα και κατ’ εντολήν του μαζί με τα ρέστα την περνούσα κάτω από την πόρτα. Δεν την άνοιγε ποτέ. Στεκόταν όωμς δίπλα στο παράθυρο και ζωγράφιζε με τις ώρες έχοντας κάποιες φορές τραβήξει την κουρτίνα και διακρινόταν η σκιά του. Συνήθως όμως την τραβούσε για να μπορεί να ελέγχει την κίνηση. Μεγάλη η γειτονιά, κόσμος πολύς τριγύρω: Η Φωτούλα δίπλα μας, ο Μιχαλάκης, ο παππάς από τη Βούταινα, ο μπαρμπα Χρήστος και η κυρά Ειρήνη με το καφενείο-μπακάλικο, ο κυρ Κώστας Αγγελόπουλος στον ΑΣΟ, ο Παναγιώτης Αργυρόπουλος, ο Κουταβάς, ο Πάνος ο Λεμπέσης (και μετά στο σπίτι του ο Βασιλοπανάγος), ο Καίσαρης, ο Πουλόπουλος, η κυρά Πανώρια και πολλοί άλλοι λίγο πιο πέρα. Στο καφενείο ο μπάρμπα Χρήστος είχε κρεμάσει μια μεγάλη φωτογραφία του Στάθη με την ποδοσφαιρική στολή, αστέρι του «Παμίσου» και πολύ καλός αθλητής. Είχε και ένα ραδιόφωνο που έπαιζε συνέχεια, από αυτό άκουσα για το ναυάγιο στη Φαλκονέρα το Δεκέμβρη του 1966. Τούτη η γειτονιά στο πέρασμα του χρόνου άλλαξε. Δεν έφυγαν μόνον οι άνθρωποι, άλλαξαν και οι γύφτοι. Νέες γενιές με την παραβατικότητα να χτυπάει κόκκινο…
[Στη φωτογραφία με την αδελφή, τον πατέρα μου και τη θεία Πότα στο μπαλκόνι της νότιας πλευράς]
Μπρατσιάκος Βασίλης Κάθε φορά που σε διαβάζω βουρκώνω. Να είσαι καλά Ηλία!
-
Βάσω Μιχαλοπούλου Σε αυτό το σπιτι ερχόμουν κι εγώ και παίζαμε με την Βούλα και την Αλέκα την αδελφή του Μίμη (είμαστε συμμαθήτριες). Όντος δεν υπήρχε γειτονιά αλλά μια αγάπη μεταξύ όλων αυτών των μεροκαματιάρηδων ανθρώπων. Μαζί μας επαιζε κάποιες φορές και η συμμαθήτριά μας η Όλγα εγγονή του μπάρμπα Χρίστου και της κυρά Ειρήνης. Λόγω της δουλειάς του πατέρα μου είχαμε πολλές επαφές με τους γύφτους της περιοχής. Οι Καραχαλαίοι ήταν αρχοντάνθρωποι και πεντακάθαροι. Οι κόρες του γερο Καραχάλιου, η Ελένη κυρίως, ήταν καλονές. Μάλιστα ξέρω ότι την Ελένη τη ζήτησε σε γάμο ο υποδιευθυντής τότε της Αστυνομίας (προ Χούντας) αλλά αυτή αρνήθηκε γιατί ήθελε να παντρευτεί άνθρωπο δικό τους. Γι αυτούς τους ανθρώπους, που τους σύγκρινα με το βιβλίο του Λουντέμη ‘Ένα παιδί μετράει τα άστρα» πολύ θα ήθελα να μάθαινα περισσότερα. Αυτός ο γυμνασιάρχης Ηλία που ήταν χουντικός ήταν ο Πάλλης μετά τον Αλιφέρη. Σαν φοιτήτρια έμαθα για την δράση του στην Πάτρα, είχε μετατεθεί εκει.Ηλίας Μπιτσάνης Δεν είχα τέτοια εικόνα για τον Πάλλη…Σταυρος Καλογεροπουλος Ηλία και εκεί πιό κάτω στη γωνία η πριονοκορδέλα του τραχανά με τα κομμένα κυπαρίσσια σωρό απ έξω στο πλάτωμα και απέναντι από του μπελεχρή το πίσω μέρος του 3ου δημ σχολείου μας που πρωί πρωί πίναμε γάλα σε ένα αλουμινένιο κατσαρόλι στο ρύθρο και υπο βροχή πολλές φορές.
Ακόμη στις 2 πρώτες τάξεις του δημοτικού είχαμε συμαθητή τον ηλία τον καραχάλιο και είμαστε φίλοι του εγώ και ο μίμης ο δημητρόπουλος.
Μετά από κάποια χρόνια που τον συνάντησα με αγκάλιασε και με φίλησε και μου είπε εσένα σταύρο σε αγαπάου.
Χάθηκε νωρίς όμως μάλλον τον σκότωσαν;Ηλίας Μπιτσάνης Σταυρος Καλογεροπουλος α μπράβο, στη γωνία Δαγρέ με το μαυρομματέικο δρόμο ήταν η κορδέλα του «τραχανά», τότε μισοδούλευε. Το γάλα στο κατσαρολάκι ήταν δίπλα στις τουαλέτες, εκεί που γράφεις και το σιχαινόμουν, προτιμούσα το χυλό. Αλλά έτρωγα το τυράκι, απίστευση γεύση, πρέπει να ήταν τίγκα στα… λιπαρά. Του στρατού το τυράκι έμοιαζεΣταυρος Καλογεροπουλος Ηλίας Μπιτσάνης
Ηλία έσπαγα το κεφάλι μου να θυμηθώ το όνομα του κυρ βασίλη του μπακάλη..
Πριν λίγο σαν αστραπή το θυμήθηκα λεγόταν αντωνόπουλος παρακαλώ ας το επιβεβαιώσει κάποιος..Ηλίας Μπιτσάνης Σταυρος Καλογεροπουλος Σταύρο σίγουρα ήταν -όπουλος, ίσως θυμάται ο Μίμης ο Δημητρόπουλος που έμενε όλα τα χρόνια 50 μέτρα μακρύτεραΣταυρος Καλογεροπουλος Ηλίας Μπιτσάνης το τυρί ητάν αμερικανική βοήθεια θυμάμαι το τσίγκινο κουτί που είχε τα δύο χέρια σε χειραψία..Ηλίας Μπιτσάνης Σταυρος Καλογεροπουλος αν δεν με απατά η μνήμη και η μικρή ηλικία, ήταν σε κάτι τσιγκινά κουτιά σαν εκείνα του πελτέ μεγάλης συσκευασίαςΣταυρος Καλογεροπουλος Ηλίας Μπιτσάνης ακριβώς και στα τοιχώματα απο μέσα είχε ένα χαρτινο προστατευτικό για το τυρί το οποίο το έκοβαν σε τριγωνάκια.
Το τυρί ήταν πράγματι νόστιμο ωραίο το γάλα ήτανε χάλια ζάχαρι του βάζαμε και κακάο απο το σπίτι αλλά και πάλι νερόπλυμα ήτανε οι πιο πολλοί το χύναμε στις βρυσούλες ή όταν έβρεχε στο ρύθρο και αντί για νερό κύλαγε γάλα σακάτου!!Ηλίας Μπιτσάνης Σταυρος Καλογεροπουλος ναι, τριγωνάκια τυρένια σαν το «λαβάς» που είναι σε στρογγυλό πακέτο κομμένο σε τριγωνάκια, από μέσα ήταν κάτι σαν λαδόκολλα για να απομονώνει από τον τσίγκο και να ξεκολλάει εύκολα, ίσως υπήρχε χαρτί και σε κάθε στρώση. Το γάλα ήταν σκονόγαλα απροσδιορίστου καταγωγής και… ηλικίας, δεν πινόταν με τίποτε. Ηταν και κάπου μπροστά ή δίπλα από τους καμπινέδες, άντε να το πιείς!Σταυρος Καλογεροπουλος Ηλίας Μπιτσάνης το ωραίο ήτανε μετά κατά την ώρα του μαθήματος και μες την ησυχία μπάμ έπεφτε καθε τόσο κάποιο κατσαρόλι από κάτω το θρανίο που τα βάζαμε και γινότανε τζέρτζελο είμαστε 75 παιδιά στην αίθουσα άντε να γίνει μάθημα.
Φώναζε απειλούσε η κακομοίρα η σπανού αλλά μετά απο λίγο μπαμ άλλο.
Δεν γινόταν επίτηδες αλλά δεν χωράγανε τα ρημάδια απο κάτω το θρανίο.
Τι να πρωτοχωρέσει βιβλία κατσαρόλια τσάντα κανα αδιάβροχο ..
Τα θυμάσαι και γελάς και λές και όμως τα περάσαμε ..
Τώρα έχουν tablet τότε αντί για γομολάστιχα ψίχα ψωμί..
Ευτυχώς βέβαια..Ηλίας Μπιτσάνης Σταυρος Καλογεροπουλος έτριζε ολόκληρο το χαράπατο, μάθημα γινόταν στον όροφο για όσους δεν είχαν την «τύχη» να γνωρίζουν τις συνθήκες, φάγαμε τους σεισμούς της Μεγαλόπολης χωρίς να κλείσουν τα σχολεία με δεκάδες παιδιά στις τάξεις. Το σκέφτεσαι σήμερα και καταλήγεις στο συμπέρασμα ότι σε κάποιες περιπτώσεις… κατά τύχη γλυτώσαμεΣταυρος Καλογεροπουλος Ηλίας Μπιτσάνης ειδικά εκείνη η μεσαία αίθουσα που ήταν ‘τυφλή’ για να πας ή να φύγεις έπρεπε να περάσεις μέσα απο την άλλη συνήθως την ανατολική της.Ηλίας Μπιτσάνης Σταυρος Καλογεροπουλος μόνο στη μεσαία δεν έκανα μάθημα, ήταν ό, τι πρέπει για… κλειστοφοβικούς. Νομίζω μια χρονιά πρέπει να μας έκανε συνδιδασκαλία η κυρία Στέλλα για λίγες ημέρες..Voula Bitsani Ηλίας Μπιτσάνης Αυτή τη γεύση τυριού την έχω βρει στο Cheddar. Λατρεμένη γεύση. Η μάνα και ο πατέρας μας προέτρεπαν να μην παίρνουμε συσσίτιο για να μένει για τα άπορα παιδιά. Καθημερινά είχα ανταλλαγή του κολατσιού μου με το υπέροχο αυτό τυρί.Βάσω Μιχαλοπούλου Μου κάνει μεγάλη εντύπωση η έκταση από την οποία έπαιρνε μαθητές το 3ο Δημοτικό. Τώρα το σπίτι σας ήταν πολύ κοντά στο σχολείο και λίγο πιο κάτω στον κεντρικό δρόμο έμενε και η δασκάλα μας η Αγγελική η Νεστορίδου- Αποστολοπούλου. Ενώ σε ένα στενάκι μετά το σπίτι σας έμενε ο θείος μου Στέλιος Γιαννακόπουλος ένας λεβεντάνθρωπος υπέροχος και η αδελφή του η Γεωργία. Ηλία όντως οι χωροφύλακες σας περιτριγύριζαν τότε μάλιστα έίχαν κάνει και παρατήρηση στον πατέρα μου για τις σχέσεις μου μαζί σας, αλλά ο πατέρας μου – προς τιμή του- τους αγνόησε. Διαβάζοντας όλα αυτά τα βιώματά σου μου φαίνονται τόσο οικία σαν να είμαι η δίδυμη αδελφή σου. ΕυχαριστώΗλίας Μπιτσάνης Βάσω Μιχαλοπούλου ναι ήταν ο κύριος Στέλιος και πιο πίσω ο Χαριτόπουλος. Ευτυχώς υπήρχαν και καλοί άνθρωποι που αγνοούσαν τους διώκτεςEleni Mpompou Τα καλάμια στον τοίχο , θα προορίζονταν για τους μπαξέδες να υποθέσω !!!
Η για καμιά μεσοτοιχία !!!!Ηλίας Μπιτσάνης Eleni Mpompou ήταν ξύλα από την κορδέλα του «τσατσαρά» που τα… παρκάριζε στον τοίχο και υπήρχε γκρίνια γιατί κράταγε υγρασίαΤάσος Αυρηλιώνης μπορεί να μην. είμαι από. την Μεσσήνη αλλά τις αναρτήσεις σου αυτές τις. διαβάζω με ενδιαφέρον και με εντυπωσιάζεις με τον τρόπο που περιγράφεις βιώματα σου από τα. παλιά.. είναι σαν να. ήμουνα καλού. εκεί γύρωΘεοδόσιος Καραμάνος Τα ιδια και στην Αργολίδα, να ξερεις Ηλια, οπως τα περιγραφεις, με ολες τις φιγούρες και τα επαγγελματα της εποχης!
Και η συνύπαρξη με τους τσιγγανους, φιλικότατη και αρμονική τοτε!
Που έφτιαχναν καλάθια, σαμαρια, καρεκλες, γανωματήδες, έκοβαν τα πορτοκάλια,σε συνέργεια, και κατέβαιναν απο Μακεδονία τον χειμωνα, και εμεναν στα χωρια μας, φερνοντας Αρκουδα με χαλκα θυμαμαι και με ντεφι την γυρνουσαν στα καφενεια της εποχης
για μερομακατο.
ΥΓ νασαι καλα Ηλία Που μας ταξιδεύεις στα Αθωα παιδικα μας χρόνια, και στην ηθογραφία της εποχης!Katerina Bruno Εξαιρετικό! Μόνο μια επισήμανση… Ο Πάνος Πανόπουλος ήταν από το Αριστοδήμιο και όχι από το Βουρνάζι.Ηλίας Μπιτσάνης Katerina Bruno ευχαριστώ, ΧασάμπασαKamarinopoulou Lina Το σπίτι στο οποίο μένουμε!!!Παναγιώτης Παπαμικρούλης Ηλία, ο αγώνας του 1964 ήταν ΗΜΙ-τελικός. Δεν έγινε επαναληπτικός κ θεωρήθηκε κυπελλούχος η ΑΕΚ, νικήτρια του άλλου ημιτελικού.Vasiliki Kalogeropoulou ΜΕ ΕΝΑΝ ΚΑΡΑΧΑΛΙΟ, ΤΑΣΟ ΙΣΩΣ ; ΠΗΓΑΙΝΑ ΚΙ ΕΓΩ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ. ΤΟ ΠΡΩΙΝΟ ΤΟ ΕΦΤΙΑΧΝΕ Η ΜΑΝΝΑ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΤΗΣ ΚΟΡΩΝΙΟΥ, ΣΥΜΜΑΘΗΤΡΙΑΣ ΜΟΥ, ΠΟΥ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥΣ ΗΤΑΝ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ ΑΡΙΣΤΕΡΑ. ΤΟ ΓΑΛΑ, ΑΝΤΙΘΕΤΑ ΑΠΟ Ο,ΤΙ ΛΕΤΕ ΗΤΑΝ ΠΕΝΤΑΝΟΣΤΙΜΟ, ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ ΕΠΑΙΡΝΑ ΣΚΟΝΗ ΚΑΙ ΕΤΡΩΓΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ, ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΥΡΙ, ΓΙΑΤΙ ΤΟΤΕ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΗΤΑΝ ΑΚΟΜΗ ΑΓΝΑ ΟΛΑ. ΑΛΛΟ ΑΝ ΤΟ ΠΑΡΑΑΡΑΙΩΝΑΝ ΜΕ ΝΕΡΟ ΚΑΙ ΕΧΑΝΕ ΤΗ ΝΟΣΤΙΜΙΑ ΤΟΥ. ΜΕΤΑ Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΑΥΤΗ, ΑΥΤΟΚΤΟΝΗΣΕ ΣΤΗ ΜΠΟΥΚΑ, ΓΙΑΤΙ ΕΙΧΕ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΕΙΠΑΝ…ΠΩΣ ΔΕ ΜΑΣ ΕΡΙΞΕ ΚΑΝΑ …ΒΙΤΡΙΟΛΙ ΣΤΟ ΓΑΛΑ…ΔΕΝ ΗΞΕΡΑ ΟΤΙ Ο ΑΛΕΙΦΕΡΗΣ ΕΜΕΝΕ ΣΤΟ ΝΗΣΙ…Ο ΜΠΑΚΑΛΗΣ, ΠΟΥ ΖΥΓΙΖΕ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΝΙΑ ΣΤΟ ΓΟΥΡΝΟΠΑΖΑΡΟ, ΝΑΙ, ΛΕΓΟΤΑΝ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ….ΟΣΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΛΓΑ, ΤΗΝ ΕΓΓΟΝΗ ΤΗΣ κ. ΕΙΡΗΝΗΣ, ΤΗΝ ΠΑΝΤΡΕΥΤΗΚΕ Ο ΤΑΚΗΣ Ο ΚΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΔΙΠΛΑ ΜΑΣ ΣΤΟ ΣΤΕΝΟ.Olga Alexandropoulou Το θυμάμαι αυτό το σπίτι!! Ερχόμουν πολύ συχνά γιατί εκεί απέναντι ήταν και το σπίτι του παππού μου!!
Προβολή Σχολίων
