Λουκουμάδες
8-10-2021
Τους μυρίζω από… χιλιόμετρα αν βοηθάει το αεράκι, τώρα το ψιλόβροχο τους ανακάλεσε στη μνήμη. Η πρώτη αίσθηση πως μπήκαμε για τα καλά στο φθινόπωρο: Λουκουμάδες!
Δεν είμαι απολύτως βέβαιος για την ένταση της μυρουδιάς, μπορεί να είναι και η ιδέα μας ξέρετε καμιά φορά. Ναι, και η μνήμη… μυρίζει απίστευτα. Ο αγαπημένος φίλος Γιώργης Μαρκόπουλος πέρναγε έξω από το φούρνο του Καίσαρη μετά από χρόνια μετανάστης στο «κλεινόν άστυ» και του μύριζε… ξύλο που καιγόταν παρότι πλέον ο φούρνος ήταν «γερμανικός» κατά πως λέγαμε και μόνο ξύλο δεν έκαιγε. Του τόλεγε ο Προκόπης και δεν το πίστευε, μέχρι που πήγε και ρώτησε το Νίκο.
Στο ζαχαροπλαστείο του Αδαμόπουλου (των αδελφών για την ακρίβεια) στο Νησί, στην ουρά όταν το επέτρεπε ο οικογενειακός… προϋπολογισμός. Ηταν φίλοι του πατέρα και ένα φεγγάρι γείτονες για την ερμηνεία της προτίμησης ανάμεσα στα τρία ζαχαροπλαστεία της πόλης (Βαλσαμάκη-Λαδά και Δελήγιωργα). Φίλοι πατριώτες μου θύμισαν και τον Ηλία Μπαχαρίδη που έφτιαχνε λουκουμάδες (σύμφωνα με ορισμένους τους καλύτερους) στη Φεσσά, δίπλα στου Σακελλαρόπουλου. Τότε οι λουκουμάδες είχαν… τρύπα. Επιανε ο μάστορας το ζυμάρι, έχωνε το δάχτυλο για να κάνει την τρύπα και το εκσφενδόνιζε στο καυτό λάδι. Και μετά η μερίδα στο ευμεγέθες χωνάκι από λαδόκολα με μέλι, καρύδι και κανέλα από πάνω.
Κάποιες φορές έφερνε ο πατέρας… αυτοβούλως. Ημουνα βέβαιος ότι είχε κερδίσει στην πρέφα, ήταν από τους κορυφαίους στην πόλη καθόσον μαθηματικά «τετράγωνος» και από μνήμη εκπαιδευμένος και δυνατός. Πλην όμως ως γνωστόν στατιστικώς στο παιχνίδι… δεν κερδίζεις ποτέ. Αλλοτε με… παραγγελιά:
Κατέφθανα στη Λέσχη (μοναδικό κεντρικό καφενείο τότε) και με το άνοιγμα της πόρτας θύμιζε το «μες στους καπνούς και τις βρισιές». Κόσμος και λαός γύρω από τα μικρά μαρμάρινα τραπέζια, πρέφα θορυβώδης, τα καπίκια κάτω από την τσόχα που έπινε ένα μέρος του τραπεζιού. Υπήρχε και η απαγόρευση βλέπετε. Ο σερβιτόρος πηγαινοερχόταν στα τραπέζια, ξεφώνιζε από μακρυά τους καφέδες με το που έπαιρνε την παραγγελία (άντε τώρα να φτιάξεις έναν «πολλά βαρύ και όχι»), το ταμπής πίσω από το «παραθυράκι» άκουγε την παραγγελία και έβανε το μπρίκι στη φωτιά. Και άμα δεν έπαιζαν πρέφα έπιαναν την πολιτική συζήτηση «χαϊμός κυρίου» κατά πως λέμε όταν τα πολιτικά πράγματα.. έπαιρναν φωτιά ακόμη και χειμώνα. Στο κεντρικό τραπέζι ο γέρο Κούτσικας, δήμαρχος τότε, με τον καφέ, την εφημερίδα και… μισή ασπιρίνη. Δεν είχε πονοκέφαλο, την έπινε από πεποίθηση ότι κάνε καλό. Είχε ένα καρφιτσάκι στο πέτο (να δείτε τι αποτυπώνει το παιδικό μυαλό και να… προσέχετε) και το έβαζε στην σχισμή με αποτέλεσμα να κόβεται ισομερώς στα δύο.
Εκεί λοιπόν τσίγκλαγα τον πατέρα για την παραγγελιά: “Με έστειλαν για λουκουμάδες”. Στα 30-40 μέτρα ήταν το ζαχαροπλαστείο, χτύπαγα και κανένα τεμάχιο κάντιο στο όρθιο, οι λουκουμάδες στο χωνί και βολίδα για το σπίτι για να μην κρυώσουν.
Μετά στην Αθήνα που αλλού; «Αιγαίον» στην Πανεπιστημίου με κάθε ευκαιρία αλλά και αυτό πριν λίγο καιρό έβαλε λουκέτο.
Τώρα τους φτιάχνουμε καμιά φορά το χειμώνα και στο σπίτι, χωρίς… τρύπα. Εξαιρετική γεύση, αγνά υλικά αλλά η μουρουδιά… είναι του ζαχαροπλαστείου: Στην Οθωνος στου Μπαλίκη, παλαιότερα στη Λεΐκων στο Coral, στην αγορά στου Θαρουνιάτη. Και σε πολλά ακόμη σημεία στην Καλαμάτα. Αλλα μένουν, άλλα αλλάζουν, άλλα μετακομίζουν. Εκείνο που δεν αλλάζει είναι η αίσθηση του λουκουμά που πέφτει στο καυτό λάδι. Και φέρνει το φθινόπωρο για να προϋπαντήσει το χειμώνα…
Και πολύ πολύ παλιά στου Ζαχαρόγιαννη!!! 
Βασίλειος Χριστόπουλος
Να θυμίσω και τους λουκουμάδες του Τερζόπουλου ή Κουκλάκη, δίπλα από του Δεληγιώργα, μετά το στενό που υπάρχει και οδηγούσε στο δικαστήριο τότε, δηλαδή στο ισόγειο του παλαιού κεντρικού κτηρίου που μίλαγαν οι πολιτικοί αλλά και ο καρνάβαλος!
Takis Kyriakopoulos
Βασίλειος Χριστόπουλος Πόλη Ωραία τα λέτε κ δίπλα Ήταν το κουρείο
Βασίλειος Χριστόπουλος
Takis Kyriakopoulos Ναι, νομιζω του Κουσκουλα.
Takis Kyriakopoulos
Βασίλειος Χριστόπουλος κ απέναντι ο Κατσής
Προβολή Σχολίων
