Νησώτικο πανηγύρι, φλιπεράκια
Ηλίας Μπιτσάνης
Από το “αμερικάνικο όνειρο” και την οχλοβοή, στα Νησιώτικα σκοτάδια και την “μεταπανηγυρική μελαγχολία”. Ηρθαν στο πανηγύρι για 1-2 χρόνια κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 1960, μετά απαγορεύτηκαν την εποχή που ήταν στην κυβέρνηση ο Γ. Παπανδρέου ως «τυχερά παιχνίδια». Τα φλιπεράκια με μακρυά ιστορία, απαγορευμένα από τα μέσα της δεκαετίας του 1940 στην Αμερική, τα έσπαγαν με βαριοπούλες. Νομιμοποιήθηκαν 30 χρόνια αργότερα όταν στο δημοτικό συμβούλιο της Νέας Υόρκης ένας δεινός παίκτης έπεισε τους συμβούλους ότι ήταν ζήτημα δεξιοτεχνίας και ότι τύχης η πορεία της μπίλιας. Στο Νησιώτικο πανηγύρι τα θυμάμαι στημένα σε μια μακρυά διάταξη κάτω από παράγκες (καθόσον λειτουργούσαν με ηλεκτρικό ρεύμα), στη βόρεια πλευρά της πλατείας. Εκείνα της γενιάς του 1950 με τα πτερύγια στη μέση να σπρώχνουν τη μπίλια. Θέαμα φαντασμαγορικό τα βράδια με το ημίφως κάτι σαν «american dream» με φωτάκια που αναβόσβηναν, γίνονταν έντονα σε κάθε σύγκρουση που συνοδευόταν από διαφορετικούς ήχους. Απαγορευμένα τότε για εμάς που ήμασταν πιτσιρικάδες, αλλά άκρως εντυπωσιακά, μια λάμψη από… Λας Βέγκας όπως το είδαμε αργότερα σε ταινίες (εκεί δεν απαγορεύτηκαν ποτέ καθόσον η πόλη του τζόγου). Κέρματα… μάζευαν οι πανηγυριώτες, έκαναν καμία φορά τα στραβά μάτια αλλά μετά από μια δυό το πολύ… αποκρούσεις το μηχάνημα κατάπινε τη μπίλια και μαζί το χρήμα. Οχι που είχαν δηλαδή καλύτερη τύχη οι μεγαλύτεροι που είχαν… εξασκηθεί σε εξορμήσεις στην Καλαμάτα (δεν θυμάμαι στο Νησί φλιπεράκια αλλά ως πιτσιρικάς τότε μπορεί να είχα… χάσει επεισόδια). Το έμβολο για την εκτίναξη της μπίλιας, τα κουμπιά για τις… αποκρούσεις. Εκαναν σκορ, εκστασιάζονταν αλλά στο τέλος τους… έτρωγε η τρύπα. Καμιά φορά το μηχάνημα μπορεί να τους έκανε τη χάρη για δόλωμα, αλλά έφευγαν ξεπενταριασμένοι. Παραδίπλα… ξεχαρμανιάζαμε στα ποδοσφαιράκια αλλά εκεί δεν υπήρχε έπάθλο πέρα από τη συμφωνία ότι βάζει κέρμα στην τρύπα ο… χαμένος. Οι μεγαλύτεροι δεν έχαναν φυσικά την ευκαιρία να το κάνουν… τζόγο βάζοντας στοιχήματα. Ολα τα πράγματα είχαν την «αγαθή» και την πονηρή πλευρά τους. Πήγαινε το γκάπα γκούπα της μπάλας σύννεφο, το πράγμα ήθελε εξάσκηση, χρειάστηκε να μεγαλώσουμε για να τα καταφέρουμε ως συχνότεροι επισκέπτες στου Μπληγούρη ολοχρονίς. Απόκοντα και τα τζουκ μπόξ, ένα ταίρι με τα φλιπεράκια, τεχνολογία εποχής, κάθε περιφερόμενος παραγκολόγος έφερνε το δικό του, άκοπο χρήμα ήταν. Και άκουγες από παντού ήχους της «καζαντίδειας» εποχής, άντε και κανένα ελαφρολαϊκό αργότερα στην άνθησή του. Και κούνιες (δεν τις συμπάθησα ποτέ, μου προξενούσαν ναυτία), και αλογάκια για τους μικρότερους. Και σκοποβολή με τα φλόμπερ και τα βελάκια με έπαθλο ένα μπουκάλι βερμούτ, άντε και κανένα λικέρ για να πέσει ελαφρύ. Από δίπλα το… ακέφαλον πτώμα, ο ταχυδακτυλουργός που έβγαζε κουνέλια από το καπέλο και… τεμάχιζε την παρτενέρ στο όρθιο… μπαούλο και την… επανασυναρμολογούσε, κόλπα από… Χουντίνι. Σαν σήμερα είχαν πλέον ξεστήσει, για εμάς και την πόλη άρχιζε ο χειμώνας. Επιστροφή στο κλίμα του σχολείου που είχε διαταραχθεί για πολλές ημέρες, στην σκληρή καθημερινότητα που είχε διακοπεί ευχάριστα. Η πλατεία άδειαζε, κάτι λίγοι έκοβαν χιλιόμετρα ως εναλλακτική επιλογή του καφενείου ή για να ξεθολώσουν από την πολύωρη παραμονή. Η επιλογές διασκέδασης περιορισμένες στις μεγάλες γιορτές συλλογικής μνήμης γεννούσαν προσμονή όταν πλησίαζαν και ένα αίσθημα θλίψης όταν τελείωναν…
