παγκόσμια του ψωμιού
16-10-2021
Και καθώς φεύγει σιγά – σιγά η μέρα που την “ανακηρύξανε” παγκόσμια του ψωμιού, η σκέψη δεν μπορεί παρά να πάει στα εκατομμύρια των ανθρώπων που λιμοκτονούν σε ολόκληρο τον κόσμο. Μια παγκόσμια ημέρα υποκρισίας χρειαζόμαστε για να θυμόμαστε τους κατατρεγμένους ενός συστήματος που θυσιάζει ανθρώπινες ζωές στο όνομα του κέρδους και της εκμετάλλευσης.
Ψωμί και αυτό σημαίνει πρώτη ύλη, σιτάρι. Δεν το είχαμε πάντα, τα προπολεμικά χρόνια ο επιούσιος αν υπήρχε το χρήμα εξασφαλιζόταν σε μεγάλο ποσοστό με τις εισαγωγές. Και ήρθε η κατοχή, ο παππούς Θανάσης στη Στέρνα ξερίζωσε 3-4 στρέμματα σταφίδα σε ένα επίπεδο σημείο, και άρχισε να καλλιεργεί σιτάρι όπως πολλοί ακόμη χωρικοί. Καλλιεργούσε “μαυραγάνι” λέει η μάνα μου, μια ιταλική ποικιλία σκληρού σιταριού με εξελληνισμένο όνομα καθώς προέρχεται από το χρώμα του άγανου που ήταν μαύρο. Στα Μανεσέικα καλλιεργούσαν “καμπέρα” αυστραλιανή ποικιλία όπως φαίνεται από το όνομα, χωρίς άγανο, που έκανε κιτρινωπό αλεύρι. Η δουλειά με το χέρι και τα ζώα, την τσάπα ο παππούς, τα βόιδα του Χαρλάμη (στενού συγγενή και γείτονα στα χτήματα) για το όργωμα. Το αλώνισμα γινόταν με τα άλογα στο σταφιδάλωνο και σε ένα σημείο σκεπασμένο με πανιά για να μην χάνεται ο καρπός. Και μετά λίχνισμα για να καθαρίσει ο καρπός και… γραμμή για τον υδρόμυλο. Ενας που είχε γίνει στο χωριό και τον χώριζε από το χτήμα το ποτάμι, δεν είχε την τύχη να λειτουργήσει. Ετσι πήγαιναν το σιτάρι σε νερόμυλο στα Στρεφέικα από το δρομάκι δίπλα στην ποταμιά. Αλλοι πιο ψηλά στο χωριό πήγαιναν στα Μανεσέικα που υπήρχε υδρόμυλος. Πρόλαβα το σιτάρι μέχρι την αρχή της δεκαετίας του 1960-1970 όταν ο παππούς φύτεψε πλέον ελιές και η καλλιέργεια του σιταριού έγινε ασύμφορη. Τον θυμάμαι να παλεύει με την τσάπα για να ανοίξουν οι λάκκοι ρίχνοντας και τα σχετικά “ξεσταύρια” του, μούσκεμα στον ιδρώτα αλλά με αντίδοτο… ρέγγα στην εφημερίδα που την έψηνε επιτόπου.
Την καλλιέργεια την πρόλαβα, όχι όμως και το αλώνισμα. Είχαν εμφανιστεί οι “κομπίνες”, οι αλωνιστικές μηχανές που τις έσουρναν και τις κινούσαν μεγάλων διαστάσεων τρακτέρ, θρυλικά τα σοβιετικά “Μπελαρούς” (Λευκορωσία έμαθα ότι σημαίνει τα νεότερα χρόνια). Στη Στέρνα στηνόταν στον ελεύθερο χώρο γύρω από το αποστειρωτήριο των σύκων, οι χωρικοί μετέφεραν με κάθε μέσο το σιτάρι τους μέχρι εκεί με σχετική ευκολία καθώς το οδικό δίκτυο ήταν διαμορφωμένο έτσι ώστε να φθάνουν εκεί τα σύκα. Οι πιτσιρικάδες τρέχαμε να περιεργαστούμε τις τεράστιες για τα μάτια μας μηχανές με τους μεγάλους ιμάντες να δουλεύουν. Τις γνώριζα από μικρός καθώς όλως τυχαίως είχα μείνει δίπλα στον Παπαζερβέα και τον Πετρουλάκη στο Νησί που έφερναν τις μηχανές μέχρι τα σπίτια τους, την απέναντι αυλή ο πρώτος, στο ειδικά διαμορφωμένο ισόγειο ο δεύτερος. Λόφοι το άγανο, πηδάγαμε από την ταράτσα στους σωρούς και μετά η φαγούρα δεν περνούσε με τίποτε, ματαίως με πλάκωνε με κρύο νερό από τη βρύση η γιαγιά Νίκη.
Το σιτάρι είχε μπει για τα καλά στη ζωή μας, ο πατέρας μου δούλευε γεωπόνος στην Ενωση Συνεταιρισμών Μεσσήνης και εκεί τον χρέωσαν με τη συγκέντρωση του σιταριού. Κεντρική η συνεταιριστική διαχείριση τότε, οι παραγωγοί προμηθεύονταν σπόρους και παράδιναν το σιτάρι. Μέσα από αυτή τη διαδικασία ο Βαγγέλης έγινε γνωστός σε όλη την περιοχή καθώς στη δύναμη της Ενωσης ανήκαν συνεταιρισμοί από 63 χωριά “ζωντανά” ακόμη εκείνη την εποχή. Μέχρι και τώρα οι πολύ μεγάλοι άνθρωποι στην περιοχή με ρωτούν… αν είμαι ο γιός του Βαγγέλη. Συγκέντρωση στο Νησί αλλά συγκέντρωση και στα χωριά, θυμάμαι που με είχε πάρει μαζί του στο Πεταλίδι. Στο Νησί πρόλαβα τη συγκέντρωση στο ισόγειο του κτηρίου στην κρεμάλα που στεγαζόταν το 4ο Δημοτικό Σχολείο. Οταν τελείωναν τα μαθήματα γινόταν… αποθήκη, ο πατέρας μου στεκόταν στο δυτικό παράθυρο και μοίραζε χαρτάκια για την προτεραιότητα των χωρικών, κατέγραφε ποσότητες, έκανε υπολογισμούς και έκοβε παραστατικά. Η πίεση να τα παραβιάσει και να εξυπηρετήσει “υμέτερους” οδήγησε σε σύγκρουση που είχε τις συνέπειές της αργότερα καθώς έσκιζε δημοσίως τα χαρτάκια αιτημάτων για ρουσφέτι. Τη δεκαετία του 1960-1970 η συγκέντρωση μεταφέρθηκε στις μεγάλες αποθήκες του νεόδμητου κτηρίου της Ενωσης στο “γουρνοπάζαρο” που είχαν κατασκευαστεί επί τούτου: Μεγάλες, ψηλές και χωριστές. Υπήρχε η εντύπωση της… αιωνιότητας στο σχεδιασμό αλλά η συγκέντρωση κράτησε λίγα χρόνια ακόμη, μετά η ελιά έφαγε το σιτάρι. Τον θυμάμαι να κάνει την απολύμανση με ένα σιδερένιο κοντάρι στην άκρη του οποίου ήταν προσαρμοσμένη μια υποδοχή για τα σωληνάρια του εντομοκτόνου για να προστατευτεί το σιτάρι. Μπορεί να ήταν και “ντι-ντι-τι”, εκείνο που θυμάμαι ήταν η… νεκροκεφαλή που σήμαινε δηλητήριο. Επέστρεφε στο σπίτι εξουθενωμένος ό, τι ώρα τελείωνε η… ουρά των χωρικών και τότε έπεφτε ή σιωπητήριο ή… ράβδος.
Και μετά το σιτάρι το… ψωμί. Στη Στέρνα ο ξυλόφουρνος ήταν σε πρώτη ζήτηση, ζύμωνε η γιαγιά κάτι καρβελάρες που τις έπιανες…. αγκαλιά για να κόψεις φέτα. Ολόκληρη πινακωτή με το πεσκίρι και τη ζύμη στα κουτάκια της… προσερχόταν για ψήσιμο. Φούρνιζε η γιαγιά με το ξυλόφτυαρο, παρακολουθούσε το ψήσιμο, το τράβαγε και το πλάκωνε με τη βρεγμένη πατσαβούρα, το ξανάβαζε μέσα, μύριζε ο τόπος… ψωμί. Για την αγκωνή σκοτωμός αλλά δεν λέγαμε όχι και στις φέτες σαν… παντόφλες. Λάδι, ρίγανη και αλάτι (άμα υπήρχε και σκορδόφυλλο η… απογείωση) ως φαγητό (ενίοτε μαζί με χειροποίητο τυρί). Λάδι και ζάχαρη ή βρέξιμο και ζαχαρούχο γάλα ή νερό και σκέτη ζάχαρη για γλυκό. Στο Φαρμίσι υπήρχε φούρνος αλλά είχε καταργηθεί το… φούρνισμα όταν θυμήθηκα εγώ. Η γειτονία με δυό κεφαλοχώρια (Θουρία και Αρφαρά) εξασφάλιζε φρέσκο ψωμί… ημέρας από επαγγελματικούς φούρνους, θυμήθηκα τον Αγγελόπουλο στη Θουρία με τον οποίο συγγένεψε αργότερα η οικογένεια.
Στο Νησί οι φούρνοι πολλοί και αλλάζαμε… προμηθευτή ανάλογα με τις μετακινήσεις στο ενοίκιο. Πολλά χρόνια ψωμί από της “Καισαρούς”, ο φούρνος ήταν απέναντι από τη σημερινή του θέση, ογκώδης και ψαρωτική για τους μικρούς, φυσιογνωμία εκείνης της εποχής. Πολλά χρόνια επίσης από του Δρακόπουλου και μετά στην ίδια θέση από το Νιόνιο Θωμόπουλο, γείτονα και καλό φίλο. Ο φούρνος ήταν στην Παλιά Βρύση δίπλα στον “αρύακα” και εκεί στα μεγαλύτερα χρόνια περνούσα ώρες ολόκληρες. Καμιά φορά παίρναμε και από του Δρινέα που έπεφτε κοντά. Θρυλικό ψωμί η… κουλούρα, την περνάγαμε… βραχιόλι να την μεταφέρουμε αν είχε κρυώσει, χώραγε το χέρι μας μέσα. Λευκό και αφράτο πάντα βεβαίως το ψωμί, η κατοχή δεν ήταν και… μακρυά και ό, τι την θύμιζε ήταν… εξοριστέο. Θυμάμαι μια περίοδο το ψωμί ήταν με το ζύγι. Το έβαζε πάνω στη ζυγαριά ο φούρναρης και να ήταν λιποβαρές έκοβε ένα κομμάτι από άλλο καρβέλι και συμπλήρωνε το κιλό. Και ένα φεγγάρι στη χούντα έβαλαν και… σταφίδα στο ψωμί (δεν θυμάμαι αν ήταν προαιρετικό) αλλά γρήγορα αποσύρθηκε.
Μακρινές εποχές για σήμερα, εποχές που ξύπναγες το πρωί, όλο και κάποιος φούρνος σκόρπιζε ψωμένια αρώματα στην ατμόσφαιρα και σε έκοβε μια… λιγούρα. Και μόνο ψωμί χωρίς πολλές επιλογές, σήμερα μπαίνεις στο φούρνο και προσπαθείς να θυμηθείς τι είδους… ψωμί πήρες την προηγούμενη, χαζεύεις αρτοσκευάσματα, γλυκά και σάντουιτς, βάλε και το take away για καφέ και νερό, μερικές φορές αναψυκτικά και γάλατα και έχεις μια πλήρη εικόνα των τεράστιων διαφορών.
Αυτό που κρατήσαμε είναι το σπιτικό ψωμί, η μάνα μου μέχρι πριν λίγο καιρό ανάπιανε ακόμη προζύμι και φουρνίζε στην κουζίνα όταν είχε όρεξη, έχουμε και εμείς προμηθευτεί προζύμι και συχνά μπαίνουμε στον… πειρασμό του φουρνίσματος. Πειρασμός γιατί πλακώνεις μετά το λαδομπούκι και στην ηλικία μας τα κιλά όσο εύκολα παίρνονται, τόσο δύσκολα χάνονται…
* Η Παγκόσμια Ημέρα Ψωμιού καθιερώθηκε με πρωτοβουλία της Διεθνούς Ένωσης Αρτοποιών και Ζαχαροπλαστών έχει σύνθημα “Φτιάξτε ψωμί μόνοι σας ή αγοράστε το από τον φούρνο της γειτονιάς σας”. Φυσικά όχι τυχαία, το μήνυμα στην εποχή της βιομηχανίας και του σούπερ μάρκετ είναι κάτι παραπάνω από σαφές…
Προβολή Σχολίων
