Συκή η Μεσσηνιακή, στη δημώδη τσαπελοσυκιά ή αρμαθοσυκιά
16-8-2021
Συκή η Μεσσηνιακή, στη δημώδη τσαπελοσυκιά ή αρμαθοσυκιά λόγω του προορισμού της για αποξήρανση και του εμπορικού τρόπου συσκευασίας, φέτος την τσάκισαν οι καύσωνες. Καλλιέργεια αιώνων, βασικό εξαγωγικό προϊόν ήδη από το 18ο αιώνα πολύ πριν οι αγρότες της Μεσσηνίας… ανακαλύψουν τη σταφίδα.
Τα χρόνια που θυμήθηκα, ο θείος Μίμης και ο θείος Γιώργης είχαν λιγοστές συκιές αλλά πολύ περισσότερο κόπο και αγωνία. Στο πατρικό στο Φαρμίσι υπήρχε μια μεγάλη αγριοσυκιά. Προϋπόθεση καλλιέργειας καθώς για τη γονιμοποίηση (κουνούπισμα) έπρεπε να κρεμούν μπουρλιασμένα αγριόσυκα. Πρόλαβα το μπούρλιασμα στο σπίτι του θείου Μίμη στο γειτονικό χωριό το Βεΐζαγα. Μπρίσκαλα και σκληρά τα αγριόσυκα, τα τρυπούσαμε με τη μύτη του βούρλου (από αυτό και το μπούρλιασμα), κάναμε μια αρμαθιά και τη δέναμε στη συκιά.
Η αγροσυκιά στο πατρικό ήταν υπερπαραγωγή, ο θείος Γιώργος είχε ένα εισόδημα από αυτή καθώς τα πουλούσε σε άλλους καλλιεργητές, δεν είχαν όλοι αγριόσυκα και κάποια εποχή μάλιστα ήταν… είδος εν ανεπαρκεία και ως εκ τούτου περιζήτητα. Οταν πιλάλαγα στα χωριά στα χρόνια του ΚΚΕ, είχα συναντήσει αρκετούς που γνώριζαν το θείο Γιώργο ο οποίος είχε… δίκτυο ετήσιων πελατών από την περιοχή της Μεσσήνης. Η συγκομιδή σταδιακά ανάλογα με την ωρίμανση και την… πτώση στο έδαφος, πιανόταν η μέση στο σκύψιμο, το μάτι στον ουρανό για τη βροχή.
Τα σύκα ξεραίνονταν απλωμένα στις καλαμωτές, ένα ξύλινο πλαίσιο με πάτο από καλάμια κολλητά το ένα δίπλα στο άλλο. Ολα τα πλαίσια ιδίου μεγέθους έτσι ώστε όταν έπιανε η βροχή να ντανιάζονται το ένα πάνω στο άλλο και να σκεπάζονται με πλαστικό πανί σφιχτά δεμένο να μην το πάρει το σιφούνι που μπορεί να συνόδευε την καλοκαιρινή βροχή. Αυτά που τα έβρισκε πεσμένα έπεφταν κατηγορία, πολλά πήγαιναν απόσυκα, δηλαδή για οινοπνευματοποίηση με πολύ χαμηλή τιμή. Και όταν με το καλό ερχόταν η ώρα της συγκομιδής των αποξηραμένων, άρχιζε το άλλο μαρτύριο, του αποστειρωτηρίου. Εζησα για πολλά χρόνια αυτό της Στέρνας, χαζεύοντας τη διαδικασία με τους αγρότες να κουβαλάνε τα σακιά με ζώα και μηχανήματα περιμένοντας στην ουρά. Ιστορικό για την οικογένεια από διάφορες πλευρές αυτό το αποστειρωτήριο. Κατασκευάστηκε προπολεμικά σε μια εποχή έξαρσης της συνεταιριστικής ιδέας, σε οικόπεδο που δώρησαν συγγενείς στη ΣΥΚΙΚΗ, η οποία πριν λίγα χρόνια στην γενική εκποίηση περιουσιακών στοιχείων το πούλησε.
Σε αυτό το αποστειρωτήριο έπιασε για πρώτη φορά δουλειά ο πατέρας μου το 1952, ο Γρηγόρης, ένας φίλος του από το χωριό «καθάρισε» το φάκελλο στα κεντρικά της Χωροφυλακής. Τότε γνώρισε τη μάνα μου και παντρεύτηκαν, ο παππούς ήταν «λογιστής» στο συνεταιρισμό και ως αριστεροί έπιασαν φιλίες. Ο Βαγγέλης όμως έκανε πολύ γρήγορα καλούς φίλους στο χωριό γιατί στάθηκε έντιμα σε μια αμαρτωλή ιστορία όπως ήταν τα αποστειρωτήρια. Ολο το χωριό βεβαιώθηκε πως η κατάταξη των σύκων ήταν αντικειμενική, ότι η πλάστιγγα λειτουργούσε κανονικά και πως η σχέση με τους εμπόρους ήταν καθαρή. Και αφού δεν μπήκε στη συναλλαγή μαζί τους πήγαν να του τη στήσουν αλλά τον πληροφόρησαν οι χωρικοί και φυλαγόταν. Το αποτέλεσμα ήταν η απομάκρυνση μετά τη δεύτερη χρονιά και ευτυχώς που βρέθηκε ένας σπουδαίος άνθρωπος της προπολεμικής αριστεράς με υψηλό κύρος, ο Παναγιώτης Σταυρόπουλος, ο οποίος «περιθάλποντας» τους κυνηγημένους από το μετεμφυλιακό καθεστώς τον προσέλαβε ως γεωπόνο στην Ενωση Συνεταιρισμών Μεσσήνης.
Για πολλές δεκαετίας τα αποστειρωτήρια αποτέλεσαν μηχανικό διαφθοράς και εκμαυλισμού. Οι διοικήσεις της ΣΥΚΙΚΗΣ διόριζαν τους δικούς τους για να τους τακτοποιήσουν και να εξασφαλίσουν την υποστήριξή τους. Και αυτοί με τη σειρά τους σε πολλές περιπτώσεις οργίαζαν σε βάρος των παραγωγών. Εκαναν την ποιοτική κατάταξη αυθαίρετα και με βάση τις γνωριμίες, τις αντιπάθειες ή τις υποδείξεις από τους μηχανισμούς εξουσίας. Επαιρναν τα πρώτα σαν δεύτερα και μετά τα έδιναν στους εμπόρους ως… πρώτα μοιράζοντας τη διαφορά. Πείραζαν τις πλάστιγγες και έκλεβαν κιλά, μετέρχονταν κάθε κόλπο για να κερδίσουν. Αμαρτωλή, πολύ αμαρτωλή ιστορία, οι παλιοί έχουνε να διηγούνται πολλά πράγματα γιαυτό το μηχανισμό.
Παντρεύτηκε ο πατέρας στη Στέρνα και έτσι πολλά καλοκαίρια βρισκόμασταν εκεί. Ο παππούς σύκα δεν είχε, η γιαγιά κρατούσε μια συκιά και έφτιαχνε τα σύκα συσκευασμένα στο ξύλινο κασελάκι από τα λουκούμια, βρασμένα για αποστείρωση, με ρίγανη μεταξύ τους ως απολυμαντικό, δεν θυμάμαι καλά τη διαδικασία μόνο τη μοναδική γεύση τους έχει κρατήσει η μνήμη και το κασελάκι της συσκευασίας.
Αυτά τα καλοκαίρια είδα και τη διαδικασία τυποποίησης από μικρεμπόρους. Ο μπάρμπα Γιάννης ο Κατσίποδας από το Νησί νοίκιαζε την αποθήκη του μπάρμπα Σταύρου Λαμπρόπουλου, σχεδόν από το σπίτι του παππού. Και μαζί με την αποθήκη νοίκιαζε και ένα καμαράκι που έμενε η οικογένειά του. Με το Βασίλη το γιό του ήμασταν συνομήλικοι, πήγαμε πολλά χρόνια μαζί σχολείο και παραμένουμε καλοί φίλοι μέχρι τώρα. Εκεί στην αποθήκη οι γυναίκες δούλευαν ακατάπαυστα φτιάχνοντας τσαπέλες, με μια διαδικασία μεταξύ οικοτεχνίας και μικρής βιοτεχνίας. Τα χρόνια πέρασαν και το 1982 παντρεύτηκα τη Βούλα, είχε βγάλει μέχρι τότε άπειρες εργατοώρες δουλεύοντας τα καλοκαίρια στα σύκα, κάνοντας όλες τις δουλειές και ζώντας όλες τις αγωνίες, την έχει πληρώσει η μέση της. Πήγα και εγώ ως… γαμπρός να βοηθήσω τον πεθερό να κόψει τα κολορίζια από τις συκιές. Πήρα φόρα αλλά άμαθος καθώς ήμουν έπεσα άτσαλα, στις δυό ώρες είχαν βγάλει τα χέρια καυτρούλες και δεν μπορούσα να κρατήσω το τσεκούρι. Γύρισα στην Καλαμάτα με το… λεωφορείο για να μην χάσει ο πεθερός μου το μεροκάματο και έκτοτε… δεν ξαναπήγα στις συκιές. Οι οποίες μετά από 1-2 χρόνια ξεριζώθηκαν καθώς στα διάκενα είχαν φυτευτεί ελιές που μεγάλωσαν και σήμερα είναι ένας υπολογίσιμος ελαιώνας παρά την κληρονομική κατάτμηση.
Τα σύκα όμως είναι σύκα, μας φιλεύουν οι συγγενείς, αλλά όπως να το κάνουμε θέλουμε και τα δικά μας. Εχουμε τρεις μεγάλες συκιές που κάνουν εξαιρετικά σύκα αλλά καμία δεν είναι τσαπελοσυκιά. Κάποια στιγμή στην πίσω πλευρά του σπιτιού φύτρωσε μια συκιά την οποία δεν έκοψα και συνέχισε να μεγαλώνει μέχρι που έγινε κανονικό δέντρο. Αλλά από σύκα… τζίφος. Οπότε κάποια στιγμή φέραμε το μπάρμπα Στέλιο από τη Βελίκα να μας την κεντρώσει τσαπελοσυκιά. Εξαιρετικός μάστορας, εφτά ελιές και μια συκιά όλα τα κεντράδια έπιασαν. Εβαλε δύο στη συκιά, μου είπε να προσέχω όταν μεγαλώνουν να μην μου τα ξηλώσει ο αέρας μέχρι να ριζώσουν για τα καλά. Τα πρόσεχα, τα κούρευα, τα έδενα για να μειώσω την επίπτωση του αέρα αλλά εδώ είναι το… σπίτι των ανέμων. Και με έναν γερό αέρα μου ξήλωσε τα κεντράδια από τη βάση τους. Φώναξα τον Αντρέα που ήταν βοηθός του και μας βοηθά στα κτήματα και μου είπε μην το πειράζεις, θα πετάξει αυτό που έμεινε μέσα. Οπερ και εγένετο αλλά σε μια δεύτερη φάση μου ξήλωσε το ένα από τα δύο. Πέρυσι εκείνο που σώθηκε έκανε κάνει τα πρώτα τσαπελόσυκα και από εκείνο που καταστράφηκε έχει πετάξει πάλι μια κλάρα. Φέτος μάζεψα… ένα μπολάκι σύκα που άρχισαν να πέφτουν. Του χρόνου λέω να φτιάξω και… καλαμωτή, μικρή βεβαίως, και για λόγους… εκπαιδευτικούς των πιτσιρικιών!
Μπουρλιασμα αγριοσυκων σε βούρλα, τα οποία φυλαγονταν μουσκευμενα σε νερό για να είναι ελαστικά.Τα μαζευαμε απο το ποταμι κοντα στην Πιλαλιστρα.Υπεροχη η γραφή σας κε Μπιτσανη.
Ένας σημαντικός – ίσως και ο σημαντικότερος – παράγοντας για την μείωση στα όρια της εξαφάνισης της καλλιέργειας της συκιάς είναι οι αμαρτωλές ιστορίες που περιγράφεις. Όμως χρησιμοποιείς παρελθοντικούς χρόνους. Νομίζω θα ταίριαζε και ο ενεστώτας…
Για άλλη μία φορά με γυρίσατε πίσω στα παιδικά μου χρόνια, τότε που τα καλοκαίρια μας τα περνούσαμε στην Άνθεια, μέσα στον ελαιώνα υπήρχαν και πολλές συκιές, η ποδιά που φορούσα ήταν αρκετά μεγαλύτερη από το μπόι μου, όλα τα παιδιά έτρεχαν σαν παιχνίδι, για να γεμίσουν πιο γρήγορα την ποδιά τους και μετέπειτα τα κοφίνια, σαν ήρωες σε αγώνα για να τα απλώσουν οι μεγαλύτεροι πάνω στις καλαμωτές, για να λιαστούν. Τα καλοκαίρια τότε σαν παιδί τα έβλεπα ως εργασία γιατί το μάζεμα των πεσμένων σύκων μας στερούσε το κολύμπι στο ποτάμι ή στην θάλασσα.
Υπέροχα χρόνια, αναζητούσαμε κάτω από τον ίσκιο των μεγάλων δέντρων, σχεδόν μας κουφοί από το τραγούδι των τζιτζικιών, καμιά φορά ως ανταμοιβή τρώγαμε φρέσκο σύκο που το γεμίζαμε με αμύγδαλα, λαχταριστό ζαχαρωτό γλύκισμα. Θεωρούσα παράξενο το να βλέπω τα αγριόσυκα κρεμασμένα με ξερό χορτάρι από τα κλαδιά που όπως αναφέρετε τα χρησιμοποιούσαν ως μπόλιασμα. Αργότερα έπεσε τρομερά η αγορά των σύκων και πάρθηκε η απόφαση από τους μεγαλύτερους στο να κοπούν τα δέντρα για να ελευθερωθούν και οι ελιές, τότε μου φάνηκε σωτηρία στην ηλικία των 6 με 7 χρόνων, αργότερα κατάλαβα το δράμα την αξία της καταστροφής.
Ως αντίδοτο έχω την μνήμη, ως λαχτάρα έχω τις εικόνες όλης της οικογένειας κάτω από το καυτό ήλιο, ως γεύση ακόμα προσμένω το φυσικό γλύκισμα του φρέσκου σύκου, αποτυπώματα στην μνήμη.
Σας ευχαριστώ κύριε Ηλία για άλλη μια φορά, η μνήμη επανήλθε..
Ο πατέρας μου γι’αυτούς τους λόγους τα τελευταία χρόνια τα πήγαινε στο Τρίκορφο, όπου κάποιος γνωστός τουλάχιστον τα έπαιρνε στη πραγματική ποιότητα και ποσότητα μέχρι τα μέσα του 90 που τις κατάργησε όλες εκτός από μία!!!
Η τροφή των αρχαίων Ελλήνων πολεμιστών.Λίγα σύκα πριν τη μάχη
Υπέροχη και αντικειμενική η όλη περιγραφή σου Ηλία!!! Από τα αγριόσυκα μέχρι το μάζεμα της πιο δύσκολης ίσως αγροτικής δουλειά όσον αφορά την συγκομιδή βέβαια!!! Αυτό το κάθε 3-4 ημέρες επαναλαμβανόμενο μάζεμα ήταν το χειρότερο πράγμα που μας συνέβαινε στα παιδικά μας χρόνια κάθε Αύγουστο!!! Αυτός ήταν και ο κυριότερος λόγος που δεν έμεινε κανένας από τους 3 μας στο χωριό!!! Η συσκευασία αυτών που κρατούσαμε για ιδία κατανάλωση -ντανέδες- λέγαμε τα καλύτερα σύκα όπως την περιγράφεις σε κουτιά από λουκούμια και τα αποστειρώναμε πλένοντάς τα στην θάλασσα τα πρώτα χρόνια. Μετά τα πηγαίναμε στο αποστειρωτήριο. Ευχαριστώ πολύ που με ξαναγύρισες τόσα χρόνια πίσω!!!
Προβολή Σχολίων
