Άγιος Δημήτριος, 1960

Η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου στη Μεσσήνη (Νησί) μάλλον τη δεκαετία του 1960. Σημείο αναφοράς της περιοχής που απογράφεται την εποχή των Ενετών το 1700 ως “Λιμοχώρι”, ονομασία που έφθασε μέχρι τα νεότερα χρόνια.

Οι πόλεις και οι σημαντικοί οικισμοί δεν δημιουργούνται σε μια νύχτα. Είναι αποτέλεσμα μιας εξελικτικής διαδικασίας όταν συντρέχουν πολιτικοί, οικονομικοί και κοινωνικοί λόγοι. Ετσι το Νησί μπορεί να παίρνει τη θέση του στην ιστορία το 1293 μέσω της γαλλικής εκδοχής του «Χρονικού του Μορέως» που περιγράφει την κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους, η διαπίστωση όμως αυτή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι στην περιοχή προϋπήρχε οικισμός (ενδεχομένως και οικισμοί) από τη βυζαντινή εποχή.
Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, η κατάσταση στην Πελοπόννησο φαίνεται να σταθεροποιείται μετά τα μέσα του 10ου αιώνα, όταν σταματούν οι επιδρομές των Σαρακηνών πειρατών. Την ίδια περίοδο οι βυζαντινοί με βάσεις τη Μεσσήνη-Βουλκάνο και το κάστρο Φαρών-Καλαμάτα, απώθησαν τους Σλάβους στα βουνά. Ετσι εδραιώνεται η βυζαντινή κυριαρχία στην περιοχή του μεσσηνιακού κάμπου. Το 1082 με χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Αλέξιου Κομνηνού εγκαθίσταται στην Πελοπόννησο η οικογένεια των Μελισσηνών στους οποίους παραχωρείται και η περιοχή του κάμπου. Είναι η περίοδος κατά την οποία σχεδόν εξαφανίζεται η μικρή ιδιοκτησία και οι μικροϊδιοκτήτες πληθαίνουν τις τάξεις των δουλοπάροικων. Εξαιρετικά εύφορη η περιοχή, συγκέντρωσε το ενδιαφέρον για καλλιέργεια, αλλά ο βάλτος και οι αρρώστιες αποτελούσαν ανασταλτικούς παράγοντες για την ανάπτυξη οικισμών.
Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ
Οι καλλιεργητές της γης κατοικούσαν μέσα στα κτήματα, σε καλύβες αρχικά απομονωμένες μεταξύ τους. Η εντατικοποίηση της καλλιέργειας από τους φεουδάρχες ιδιοκτήτες πολλαπλασίασε τις καλύβες. Οταν οι καλύβες πλήθαιναν συγκροτούσαν οικισμό, και κάπως έτσι αρχίζει η ιστορία του Νησιού.
Στην περιοχή άρχισε να πυκνώνει η κατοίκηση και να εντατικοποιείται η εκμετάλλευση. Η σπανιότητα τοπωνυμίων με γενική πτώση ονομάτων ιδιοκτητών είναι ενδεικτική του ιδιοκτησιακού καθεστώτος στην περιοχή και της φεουδαρχικού τρόπου εκμετάλλευσής της. Ετσι μπορούμε να υποθέσουμε ότι την περίοδο αυτή εμφανίζονται τοπωνύμια που γεφυρώνουν τις ιστορικές εποχές, προσδιορίζουν τα χαρακτηριστικά της περιοχής και αποκαλύπτουν πτυχές της ιστορίας της. Στους λειμώνες (λιβάδια), μακριά από τα έλη του βάλτου, συγκεντρώνονται οι καλλιεργητές και συγκροτούν το «Λιμοχώρι». Σύμφωνα με παλαιότερες μαρτυρίες, κατά τη διάρκεια εκσκαφών σε αυτή τη συνοικία έχουν βρεθεί μικρά πηγάδια που παραπέμπουν σε εγκαταστάσεις της βυζαντινής εποχής. Την περιοχή δίπλα στο ποτάμι οι κάτοικοι την αποκαλούν «Νησί» και έμελλε να είναι το όνομα της μεσαιωνικής πόλης. Στη νότια πλευρά και προς την παραλία δεσπόζουν οι «Φυλακές», που υποδηλώνουν τα μέτρα προστασίας των κατοίκων από τους θαλάσσιους επιδρομείς. Περιοχή σε λοφοσειρά, δεσπόζει του Μεσσηνιακού Κόλπου και κατά την αρχαία ελληνική το όνομα υποδηλώνει την παρουσία πύργων (ή οχυρών εν γένει θέσεων) από τους οποίους γινόταν η φρούρηση της περιοχής. Ο αινιγματικός «Κομός» παραπέμπει ενδεχομένως σε λιμενική εγκατάσταση, καθώς μάλιστα μέχρι την περιοχή αυτή ήταν πλωτός ο Πάμισος σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις.
Το Λιμοχώρι στην περιοχή του Αγίου Δημητρίου παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον γιατί κατά πάσα πιθανότητα αποτελεί τον πρώτο οικισμό στην περιοχή. Σε γραπτές πηγές, το Λιμοχώρι μαρτυρείται ιστορικά για πρώτη φορά στα τέλη του 17ου αιώνα στην απογραφή των Ενετών. Στις αρχές του 20ού αιώνα στην τοπική ιστοριογραφία εμφανίζεται ένα κείμενο του Θεόδ. Γούνα όπου για πρώτη φορά υποστηρίζεται ότι το όνομα Λιμοχώρι προέρχεται εκ παραφθοράς από το «Λιμνοχώρι» το οποίο είχε ονομασθεί έτσι λόγω «των τότε πολλών τελμάτων». Από τότε επαναλαμβάνεται διαρκώς χωρίς να υπάρχει η ελάχιστη τεκμηρίωση. Θεωρούμε απίθανη την παραφθορά, καθώς δεν υπάρχει κανένας λόγος, ενώ σε όλη τη χώρα συναντούμε ένα πλήθος από Λιμνοχώρια, συνήθως δίπλα σε λίμνες. Αντίθετα, βάσιμα μπορούμε να υποθέσουμε ότι το όνομα προέρχεται από παραφθορά του «λειμων-χώρι», το οποίο πράγματι δύσκολα προφέρεται. Και σημαίνει περιοχή με λιβάδια, κάτι το οποίο πρωτίστως την χαρακτηρίζει σε όλη την ιστορική διαδρομή μέχρι τους νεότερους χρόνους. Η εκδοχή αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι η περιοχή γύρω από το Λιμοχώρι μέσα και έξω από το σχέδιο πόλης (δεξιά και αριστερά του εθνικού δρόμου) ονομάζεται Παλιολίβαδα όπως προκύπτει από ένα πλήθος συμβολαίων. Από την αναζήτηση τοπωνυμίων σε όλη την Ελλάδα, συναντήσαμε άλλο ένα που είναι ταυτόσημο. Είναι το τοπωνύμιο «Λειμούρια» που εντοπίσαμε σε τοπικό λεξικό της Αγιάσου Λέσβου. Πρόκειται για λιόφυτη περιοχή της περιφέρειας αυτής σε μια κατηφορική πλαγιά. Σύμφωνα με την ερμηνεία «από τα πολλά νερά η πλαγιά λασπώνεται και μετατρέπεται σε ένα χλοερό λιβάδι (λειμώνας) εξ ου και η ονομασία της περιοχής [λειμών > λειμ + ουρί (κατάληξη όπως στήθος > στηθούρι) > λειμούρια]».
ΑΠΟ ΤΟ 12ο ΑΙΩΝΑ
Μια τέτοια παραδοχή οδηγεί και σε χρονολόγηση της ηλικίας του οικισμού. Γιατί η λέξη «λειμών» μπορεί να προέρχεται από την αρχαία και να εμφανίζεται ως λόγια σήμερα, ως «λειμώνας» όμως ήταν στοιχείο της δημοτικής μεσαιωνικής γλώσσας. Μπορούμε συνεπώς να συμπεράνουμε ότι το Λιμοχώρι ήταν μεσαιωνικό χωριό και έχει μεγάλο ενδιαφέρον η προσπάθεια να τοποθετηθεί ακριβέστερα στο χρόνο. Τη λύση ενδεχομένως θα μπορούσε να δώσει η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, που φαίνεται ότι είναι ο πυρήνας γύρω από τον οποίο αναπτύχθηκε το χωριό. Σε ανύποπτο χρόνο έχουμε καταγραφές οι οποίες χρονολογούν την εκκλησία από το 12ο αιώνα. Κατ’ αρχήν υπάρχει η καταγραφή της επιστημονικής αποστολής των Γάλλων στην Πελοπόννησο το 1829, με επικεφαλής τον Μπορί ντε Σεν-Βενσάν, η οποία εντοπίζει την εκκλησία και στη σχετική έκδοση σημειώνονται τα εξής: «Η εκκλησία, πιο σημαντική από όσες είχαμε ακόμη δει στο Μοριά, ήταν ολόκληρη κτισμένη από πέτρες κλεμμένες από κάποιες αρχαίες πόλεις των περιχώρων, πιθανόν τη Θουρία ακόμη και τη Μεσσήνη».
Η συνέχεια είναι αποκαλυπτική για μια σειρά ζητήματα που αφορούν στην τοπική ιστορία: «Με αυτόν τον τρόπο στην Ελλάδα τα υλικά των κτηρίων περνούν από τον έναν τόπο στον άλλο. Κανένας δεν κοπιάζει εδώ και καιρό πια να λαξεύσει ένα κομμάτι μάρμαρο ή το παραμικρό κομμάτι οποιασδήποτε οικοδομής, αλλά θα ψάξει να βρει τις απαραίτητες μάζες έτοιμες εκεί που η αρχαιότητα τις είχε πρωταρχικά τοποθετήσει, και οι ναοί που είχε κτίσει, για τόσο καιρό αντικείμενο λατρείας των παλιών, δεν είναι πια για τους σύγχρονους παρά ένα είδος λατομείου».
Υπάρχει όμως και μια ακόμη αναφορά του σπουδαίου αρχιτέκτονα Αμπελ Μπλουέ που ήταν ο διευθυντής Αρχαιολογίας και Αρχιτεκτονικής της αποστολής, στην οποία σημειώνονται τα εξής: «Παρατηρούμε στην πόλη μια μεσαιωνική εκκλησία, αρκετά αξιόλογη αλλά και άλλες εκκλησίες μικρότερης σημασίας». Οπως φαίνεται η εκκλησία κάνει εντύπωση σε ειδικούς αλλά και στρατιωτικούς που επισκέπτονται την περιοχή συμμετέχοντας στην επιστημονική αποστολή.
«ΔΙΠΛΗ» ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Θα περάσουν κάποια χρόνια για να συναντήσουμε την επόμενη και πολύ συγκεκριμένη αναφορά για την εκκλησία. Ο σπουδαίος Γάλλος συγγραφέας και ιστορικός Ιωάννης-Αλέξανδρος Μπισόν που ερεύνησε τα μνημεία της περιοχής την περίοδο 1840-1841 γράφει: Επισκεφθήκαμε την εκκλησία του Νησιού, η οποία είναι βυζαντινής κατασκευής, του 12ου αιώνα, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον». Μετά από πολλά χρόνια ο Αθαν. Πετρίδης συνεχίζει να παρατηρεί ότι το μοναδικό μνημείο της πόλης είναι «ο ναός του Αγίου Δημητρίου φέρων τύπον βυζαντινόν». Ο βυζαντινολόγος Μπον που πέρασε από την περιοχή τη δεκαετία του 1950, αναφέρεται στην εκτίμηση του Μπισόν και τονίζει ότι δεν είδε «καμία αρχαία εκκλησία». Το παράδοξο έχει τη δική του ερμηνεία: Ο Μπον δεν γνωρίζει ότι η εκκλησία που αντικρίζει είναι κτισμένη σε δύο φάσεις. Η ανατολική πλευρά είναι αυτή στην οποία αναφέρονται όλοι οι ερευνητές του 19ου αιώνα, ενώ η δυτική που είναι και υψηλότερη, αποτελεί επέκταση της εκκλησίας μάλλον τη δεκαετία του 1920.
Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, η εκκλησία που κινεί το ενδιαφέρον όλων είναι αυτή του Αγίου Δημητρίου. Οι μαρτυρίες συγκλίνουν σε αυτό και αποτυπώνονται ευκρινώς στο σχέδιο πόλης του 1875, στο οποίο φαίνεται ο Αγ. Δημήτριος ως η μοναδική εκκλησία που υπήρχε στην πόλη και μάλιστα στις διαστάσεις της βυζαντινής της μορφής.
Η ΕΚΔΟΧΗ ΓΟΥΝΑ
Με διαφορετική συλλογιστική τοποθετεί στην ίδια περίοδο την εκκλησία του Αγ. Δημητρίου ο Θεοδ. Γούνας, στην εργασία που προαναφέρθηκε: “Η αρτισύστατος πόλις, ούσα τότε το τρίτον της νυν περιωρίζεταο Ισυσταθεισών βραδύτερον των δύο συνοικιών) μόνον εις την συνοικίαν την εκ των τότε πολλών τελμάτων Λιμνοχώρι ονομασθείσα (Λιμοχώρι σήμερον εκ κακής παραφθοράς). Τοσούτον δ’ ανεπαρκείς ήσαν αι αγροτικαί μάλλον καλύβαι ομοιάζουσαι οικίαι της πόλεως, ώστε αν αυταίς κατά την γεροντοτέρων μαρτυρίαν ώκουν μετά των ανθρώπων αναμίξ τα κατοικίδια ζώα. Τας 300 περίπου ποιμενικάς της οικογενείας, καθώς και σήμερον, εις προσευχήν εκάλη τότε ο κώδων του αγίου Δημητρίου, εκκλησίας βυζαντινής τέχνης προ της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως κτισθείσης. Δεν βεβαιούμεν απολύτως τούτο. Αλλά και όμως ότι αύτη υπό των οικιστών της Μεσσήνης εκτίσθη δυσκόλως παραδεχόμεθα. Δια τον σπουδαίον λόγον πρώτον ότι μετά την της Κωνσταντινουπόλεως άλωσιν ου μόνον η ανέγερσος χριστιανικών εκκλησιών ουδαμού επετράπη, αλλά και αι υπάρχουσαι ακόμη μετεβλήθησαν εις τζαμία και δεύτερον δια την γνησιότητα της καθαρώς βυζαντινής τέχνης του ναού. Εκξωκκλήσι λοιπόν ήτο πριν η πόλις κατωκηθή, αλλ’ υπό τινος όμως, πότε, και όπερ πάντων σπουδαιότερον διότι εκτίσθη εις τον ακατοίκητον τόπον, ιδού ζητήματα εις τα οποία ουδέν δυνάμεθα θετικόν ν’ απαντήσωμεν αποκλειομένης εντελώς μάλιστα και της απλής προϋποθέσεως ακόμη ότι κατά το Μεσαίωνα η πόλις υπήρχεν.
Το μέρος τούτο προετιμήθη δ’ υπέρ παν άλλου υπό των αποίκων, καίτοι βαλτώδες, ου μόνον δια την άφθονόν του βοσκήν, αλλά και διότι εις αυτό υπήρχεν ναός έτοιμος, ο νυν, και μάλιστα ελεύθερος αβεβήλωτος. Δεν αποκλείεται, φρονούμεν, η γνώμη ότι αφορμή της συστάσεως της πόλεως εγένετο ο ναός, αν τις εσκέφθη ότι από Ξωμώνια και πολλαί άλλαι κώμαι της Πελοποννήσου εγένοντο. Οφείλομεν να ομολογήσωμεν, ότι η πλειονότης των εν Μεσσήνη γερόντων (διότι έχουσι διαιρεθεί προκειμένολυ περί της ιστορίας του ναού της πόλεως) δεν συμφωνεί μεθ’ ημών. Υποστηρίζει ότι ιδρύθη τω 1705 υπό Δημητρίου τινός Βρισιώτου καταθέσαντος το πλείστον εξ ιδίων”.
Η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου υπάρχει στην απογραφή της εκκλησιαστικής περιουσίας που έγινε από τους Ενετούς το 1699 και μια ακόμη το 1700, αυτές είναι και οι πρώτες καταγραφές σε γραπτή πηγή για την εκκλησία.
Η χρονολόγηση της εκκλησίας το 12ο αιώνα (με όση ακρίβεια θα μπορούσε να γίνει αυτή), υποδηλώνει ότι στην περιοχή υπήρχε έντονη ανθρώπινη δραστηριότητα εκείνη την εποχή. Με δεδομένο το γεγονός ότι ήδη η κατάληξη «-χώρι» χρησιμοποιείται ευρέως το 13ο-14ο αιώνα μπορούμε να υποθέσουμε πως το Λιμοχώρι εμφανίζεται σχεδόν παράλληλα με το Νησί και τελικά ενώνεται με αυτό.
Η ΠΕΡΙΦΟΡΑ
Σύμφωνα με παλιά παράδοση στη γιορτή του Αγ. Δημητρίου γίνεται λιτάνευση στους δρόμους της πόλης, της εικόνας που υπάρχει στο φερώνυμο ναό. Ο μύθος θέλει να γίνεται αυτό επειδή όταν το 1912 ανακοινώθηκε η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης στις 26 Οκτωβρίου την ώρα της λειτουργίας, ο παπάς του Αγ. Δημητρίου (Γεώργιος Ζαφειρόπουλος) μαζί με τους επίσημους και το εκκλησίασμα πήραν την εικόνα και την περιέφεραν στους δρόμους. Το χαρακτήρισα μύθο επειδή δεν έγινε κάτι τέτοιο και έχει ενδιαφέρον να διερευνήσουμε αυτή την ιστορία και τα πραγματικά περιστατικά. Συμπτωματικά τι ακριβώς έγινε στο Νησί (Μεσσήνη) εκείνη την ημέρα, το περιγράφει ο ανταποκριτής της εφημερίδας “Θάρρος” στις 31 Οκτωβρίου: “Αμα τη αναγγελία προχθές Παρασκευήν περί ώραν 9 μ. μ. της καταλήψεως της Θεσσαλονίκης ολόκληρο η πόλις εδονείτο από τους πυροβολισμούς οίτινες καθ’ άπασαν την νύκτα ερρίπτοντο, σχηματισθείσης δε πολυπληθούς διαδηλώσεως, ής προηγείτο η Φιλαρμονική, ο κλήρος και άπασαι αι αρχαί, περί ώραν 10 μ. μ. ετελέσθη εν τη πλατεία των Αλωνίων δέησις υπέρ των Ελληνικών όπλων. Χθες δε πάλιν περί ώραν 10 πρωινήν εν τω Μητροπολιτικώ Ναώ του Αγ. Ιωάννου ετελέσθη δοξολογία επί τη καταλήψει της Θεσσαλονίκης μετά το πέρας της οποίας ο συνεργάτης μας δικηγόρος κ. Ι. Καλαμαριώτης εξεφώνησε ενθουσιώδη λόγον από του άμβωνος, προξενήσαντα εντύπωσιν αρίστην.
Το Δημοτικόν Συμβούλιον του Δήμου μας συνελθόν εις έκτακτον συνεδρίασιν το απόγευμα του Σαββάτου εψήφισε την μετωνομασίαν της πλατείας Αλωνίων εις πλατείαν “Κωνσταντίνου του Διαδόχου”. Το γεγονός αυτό ετηλεγραφήθη αμέσως προς την Αυτού Υψηλότητα τον Διάδοχον εις Θεσσαλονίκην”.
Οπως φαίνεται λοιπόν δεν έγινε γνωστή η κατάληψη της Θεσσαλονίκης την ώρα της λειτουργίας, αλλά αντιθέτως αργά το βράδυ, για να γίνει ακόμη αργότερα δέηση στην πλατεία και γιορτή την επομένη στον Αγιάννη όπως ήταν φυσικό.
Μένει να διερευνήσουμε την υπόθεση της λιτανείας και φαίνεται ότι υπάρχει λογική εξήγηση. Εκείνο που ελάχιστοι γνωρίζουν είναι πως το 1935 καθιερώθηκε για πρώτη φορά η 26η Οκτωβρίου ως εθνική γιορτή. Γράφει η “Ακρόπολις” στις 27/10/1935: “Με εξαιρετικήν επισημότητα επανηγυρίσθη χθες, η δια πρώτην φοράν καθιερωθείσα ως εθνική εορτή επέτειος της καταλήψεως της Θεσσαλονίκης. Την πρωίαν εις τον Μητροπολιτικόν Ναόν ετελέσθη πανηγυρική δοξολογία”. Ανάλογος γιορτασμός έγινε σε όλη την Ελλάδα και στο Νησί προφανώς αυτός ο γιορτασμός έγινε στον εορτάζοντα Αγ. Δημήτριο για να ακολουθήσει προφανώς η λιτάνευση καθώς παντού έγιναν εκδηλώσεις ανάλογες με αυτές των εθνικών επετείων, με παρελάσεις στρατιωτικών τμημάτων και συναθροίσεις μαθητών, σωματείων κλπ. Παρέλαση μαθητών ως συμπληρωματική ή αντί της στρατιωτικής έγινε για πρώτη φορά την επόμενη χρονιά. Ξεκίνησε την 25η Μαρτίου όταν ο Μεταξάς ήταν υπουργός Στρατιωτικών και ουσιαστικά πρωθυπουργός, θέση την οποία πήρε με… ανάθεση από το Βασιλιά Γεώργιο Β΄ μετά από 20 ημέρες. Και έγινε με πολύ μεγαλύτερη αυστηρότητα την επόμενη εθνική γιορτή στις 26 Οκτωβρίου 1936 όταν ήδη είχε επιβληθεί η δικτατορία Μεταξά και από τα δημοσιεύματα φαίνεται ότι επιχειρείτο απ’ ευθείας σύνδεση της γιορτής με την 4η Αυγούστου. Με την εκμετάλλευση του γεγονότος ότι ο Μεταξάς ως υψηλόβαθμος επιτελικός αξιωματικός είχε διαπραγματευτεί μαζί με τον Βίκτωρα Δουσμάνη την παράδοση της Θεσσαλονίκης από τον Τούρκο στρατηγό Ταξίν Χασάν Πασά. Ετσι ο Μεταξάς πηγαίνει στη Θεσσαλονίκη για τους πανηγυρισμούς και επιθεωρεί παρέλαση των μαθητών που… δεν του άρεσε. Πάλι στην “Ακρόπολις” και το φύλλο της 17/10/1936: “Το παράστημα των μαθητών δεν ικανοποίησεν απολύτως τον πρωθυπουργόν, ο οποίος εδήλωσεν ότι θα καλέσει δια την Τετάρτην το απόγευμα τους καθηγητάς και θα τους δώσει διαταγάς δια την αρτιωτέραν εμφάνισιν των μαθητών και μαθητριών”. Ετσι το μαθητικό… τσούρμο που εμφανιζόταν καμμιά φορά σε διάφορες γιορτές σαν σε… διαδήλωση, μπήκε στα στρατιωτικά καλούπια συμφώνως “προς τας διαταγάς” που έδωσε ο Μεταξάς στους καθηγητές. (Καμία πρόθεση ανακίνησης του θέματος των παρελάσεων, απλώς… προέκυψε στη ροή και έχει ένα ενδιαφέρον).
Με δεδομένα όλα αυτά, φαίνεται πως είναι πολύ πιθανόν η λιτανεία της 26ης Οκτωβρίου να αποτελεί τη συνέχεια των εκδηλώσεων της ημέρας ως “εθνικής γιορτής”, που γιορταζόταν όπως ήταν λογικό στον Αγ. Δημήτριο.

[Η φωτογραφία από το λεύκωμα των ΓΑΚ Μεσσηνίας για το Νησί]

Ηλίας Μπιτσάνης
23-12-2018
Ενας κύκλος από 22 σημειώματα που καλύπτουν πολύ μεγάλος μέρος της ιστορίας του γενέθλιου τόπου, της Μεσσήνης (Νησιού), έκλεισε με το χθεσινό. Σε αυτή τη σειρά και με αφετηρία παλιές φωτογραφίες, δημοσιεύτηκε ένα πλήθος αδημοσίευτων στοιχείων που καταγράφει την πορεία του τόπου και την ανθρώπινη δραστηριότητα σε αυτόν. Δεν ολοκληρώθηκε καθώς υπάρχουν πολλά ακόμη αδημοσίευτα στοιχεία, αλλά κάποια στιγμή θα επανέλθω μετά τις γιορτές για να ολοκληρωθεί κατά το δυνατόν το εγχείρημα. Ως μια προσπάθεια να φωτιστούν άγνωστες πτυχές της τοπικής ιστορίας καθώς δεν διασώθηκαν μαρτυρίες και τα όσα έχουν μείνει στη συλλογική μνήμη είναι ελαχιστότατα και πολλές φορές χωρίς τεκμηρίωση. Με αποτέλεσμα πολλές φορές να ανατρέπονται. Δεν γνωρίζω πόσους μπορεί να ενδιαφέρει αυτό το εγχείρημα, προσωπικά το αντιλαμβάνομαι ως μια “κατάθεση” ιστορικής μνήμης η οποία σε κάποιος μπορεί να φανεί χρήσιμη.

Κλείνοντας αυτό τον κύκλο – άλλωστε μπήκαμε για τα καλά στις γιορτές και η καθημερινή ενασχόληση για να γραφτεί ένα τέτοιο κείμενο είναι πολύωρη – παρουσιάζω μια ακόμη άγνωστη ιστορία για να διαφανεί πόσα ακόμη μπορούμε να μάθουμε ερευνώντας.
Πρόκειται για ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε στην καλαματιανή εφημερίδα “Φως” το καλοκαίρι του 1906 και αναφέρεται στην ανακάλυψη παλιάς εκκλησίας στην περιοχή του Αγ. Δημητρίου: “Χθες μετά μεσημβρίαν εκ δημοσιογραφικού καθήκοντος ορμώμενοι μετέβημεν εις την γείτονα πόλιν Μεσσήνην, όπως ιδίοις όμμασι ίδωμεν τα ευρεθέντα χριστιανικά αρχαιολογικά κειμήλια.
Μεταβάντες εις το μέρος εκείνο, όπου ευρέθησαν τα ανωτέρω, ίδομεν λείψανα τειχών, άτινα ανήκον εις Ναόν κτισθέμντα απί Τουρκοκρατίας.
Εκ του υπάρχοντος δε εν τω μέσω τείχους και εκ δύο θρόνων άνευ κογχών δύναται τις να συμπεράνη ότι ήσαν δύο Ναοί.
Προς δυσμάς του Ναού υπάρχωσι δύο θόλοι μικροί μη συνεχόμενοι εις τον ένα εκ των οποίων (μεσημβρινοδυτικόν) ευρέθη εικών μικρά καλλίστης τέχνης, εν καλή καταστάση ευρισκομένη και ήτις εικονίζει την αγίαν Αικατερίνην, κύκλω της οποίας υπάρχωσιν απεικονισμένα τα μαρτύρια, ά υπέστη η αγία.
Εκ των χαρακτήρων δε των κάτωθι της εικόνος γραμμάτων εικάζομεν ότι είναι του Θ’ αιώνος. Μετά τους ανωτέρω χαρακτήρας ευρίσκεται σημείωσις δια σεσυρμένης γραφής, δι’ ής δηλούται ότι η εικών εκομίσθη εξ Αλεξανδρείας κατά το 836”.
Δεν γνωρίζουμε τι έγινες τελικά αυτή η εικόνα, το ρεπορτάζ όμως αποκαλύπτει το σημείο που βρέθηκε ο ναός με την βοήθεια του… συνήθους οράματος που οδηγεί σε ανακάλυψη εικόνων. Ως σημείο αναφέρεται η συνοικία “Τσιαλμαίων”, υποθέτω “Τσαμαίων”: “Ο εφημέριος του Αγ. ΔημητρίουΓεωργ. Νασιόπουλος προ ετών έβλεπε από καιρού εις καιρόν κατ’ όναρ την Αγ. Αικατερίνην, ήτις τον προέτρεπε να εκσκάψη ωρισμένον μέρος εν τη συνοικία Τσιαλμέων, το οποίον εχρησίμευεν ως αποθήκη όλων των ακαθαρσιών των οδών, και εξαγάγη την κάτωθι ευρισκομένην εικόναν.
Ο ιερεύς δεν έπαυσε του να παρωτρύνη τους κατοίκους, όπως προβώσιν εις την εκσκαφήν του ρηθέντος μέρους, τέλος δε βλέποντες την μεγάλην του ιερέως υπομονήν προέβησαν εις την εκκαθάρισιν και εκσκαφήν του μέρους, ένθα ανευρέθησαν τα ανωτέρω.
Ηδη οι κάτοικοι συλλέγουσιν εράνους προτιθέμενοι να αναγείρωσι Ναόν καθαρού βυζαντινού ρυθμού, όμοιον προς τον της εν Σαμαρίνη Μονής του Ανδρονίκου”.

Δεν διατίθεται αυτόματο εναλλακτικό κείμενο.
Προβολή Σχολίων