Εθνική Τράπεζα, Πλατεία, 1930

Σε μια χθεσινή ανάρτηση φωτογραφίας από την περιοχή του κέντρου της Μεσσήνης, δεσπόζει το κτήριο της Εθνικής Τράπέζας. Το οποίο υπάρχει και σήμερα ως “αποτύπωμα” μιας εποχής στην αρχιτεκτονική αντίληψη για τη μεγαλοπρέπεια των κτηρίων της τράπεζας. Ως ένδειξη οικονομικής ισχύος και ευμάρειάς της, σε μια Ελλάδα που άλλαζε ριζικά μετά τη Μικρασιατική καταστροφή.
Το κτήριο είναι ένα από μια ολόκληρη γενιά ανάλογων της τράπεζας τα οποία κατασκευάστηκαν στη Θεσσαλονίκη και τα υποκαταστήματα στην Κόρινθο, Ναύπλιο, Μεσσήνη, Ζάκυνθο, Θήβα, Λαμία, Σέρρες, Δράμα, Μυτιλήνη, Σάμο και Ξάνθη. Ολα υπό την επίβλεψη του Νικόλαου Χ. Ζουμπουλίδη που ήταν διευθυντής της Τεχνικής Υπηρεσίας στην Εθνικής Τράπεζα από το 1927. Οπως αναφέρουν μελετητές “το αρχιτεκτονικό ιδίωμα του Ζουμπουλίδη, ήταν καλές αναλογίες, κλασικά -ίσως υπερτονισμένα πρόπυλα- επιμελημένη κατασκευή, γερμανική αυστηρότητα . Επηρεασμένος από τα ευρήματα των αρχαιολόγων στην Κνωσσό και τις Μυκήνες ο Ζουμπουλίδης εμμένει στα μινωικά και μυκηναϊκά πρότυπα σε πολλά έργα του”.

[Πολλές πληροφορίες υπάρχουν σε μελέτη σχετικά με το κτήριο της Εθνικής Τράπεζας στις Σέρρες που δημοσιεύτηκαν στο σύνδεσμο http://www.serrelib.gr/pdf/ethniki_trapeza_serron.pdf]

Ειδικότερα στη Μεσσήνη το κτήριο γίνεται στο κέντρο μιας μεγάλης σταφιδοφόρας περιοχής, κάτι που ενδιέφερε ιδιαιτέρως την Εθνική Τράπεζα λόγω και των προνομιακών σχέσεων με τον ΑΣΟ. Δείχνει να είναι “στη μέση του πουθενά” αλλά όχι μόνον αποτελεί εμβληματικό κτήριο που χαρακτηρίζει την εποχή του αστικού μετασχηματισμού, αλλά η κατασκευή του καθόρισε και τη σημερινή δομή του κέντρου της πόλης. Και θα εξηγήσω το γιατί…
Το Δεκέμβριο του 1927 πληροφορούμαστε ότι “αι εργασίαι του νέου Μεγάρου της Εθνικής Τραπέζης συνεχίζονται μετά σπουδής υπό τον επίβλεψιν του μηχανικού της Τραπέζης κ. Παπαντωνοπούλου. Τούτο θα είναι έτοιμον περί τα μέσα του επομένου έτους θα είναι δε το μεγαλύτερον και καλλίτερον μέγαρον της Μεσσήνης”.
Και δύο μήνες αργότερα ότι “αι σχετικαί εργασίαι δια τον εξωραϊσμόν της γείτονος Μεσσήνης σύμφωνα με την επιθυμίαν του κ. Κουμουνδούρου, ήρχισαν ήδη, υπό την διεύθυνσιν του μηχανικού της Εθνικής Τράπεζας κ. Παπαντωνοπούλου”.
Από το συνδυασμό των δύο πληροφοριών καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η διαμόρφωση του πάρκου και της πλατείας είναι έργο του Παπαντωνόπουλου, ο οποίος προσπάθησε να δημιουργήσει ένα χώρο σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, αντίστοιχο του μεγαλοπρεπούς κτηρίου της Εθνικής Τράπεζας.

Η φωτογραφία έχει ληφθεί γύρω στα 1930 και είναι του συγγραφέα, ιστορικού, λαογράφου και φωτογράφου Πέτρου Καλονάρου ο οποίος υπηρετούσε ως καθηγητής Γαλλικών στη Μεσσήνη. Μεταξύ των έργων του περιλαμβάνεται και “Το Χρονικόν του Μορέως, Το ελληνικόν κείμενον κατά τον κώδικα της Κοπεγχάγης μετά συμπληρώσεων και παραλλαγών εκ του Παρισινού”. Η εκδοχή αυτή είναι και η μόνη που αναφέρεται στην Ιζαμπώ και το Κάστρο στο Νησί.

Δεξιά στη φωτογραφία μπροστά από τα “δημοτικά μαγαζία” που ανέφερα στη χθεσινή ανάρτηση, διακρίνεται η εξέδρα που είχε κατασκευαστεί για τις παραστάσεις της Φιλαρμονικής.

Σταυρούλα ΣαραντοπούλουΗλία ο Παπαντωνοπουλος έχει σχέσει με Νέα Κορώνη;
Ηλίας ΜπιτσάνηςΔεν γνωρίζω Βούλα, λογικά από την κεντρική υπηρεσία της Εθνικής Τράπεζας ήταν…
Σταυρούλα ΣαραντοπούλουΗλίας Μπιτσάνης Ηλία επειδή έχω και εγώ στο σπίτι έναν που σου μοιάζει σε ένα βαθμό ανακάλυψε ότι ο αρχιτέκτονας Ζουμπουλιδης το 1915 είχε δουλέψει για τρία χρόνια στον Δήμο Βόλου.
Ηλίας ΜπιτσάνηςΣταυρούλα Σάραντοπουλ ναι υπάρχει στο κείμενο που έχω αναρτήσει…
Παναγιώτης ΣγούροςΚ επιτεταγμενο απο τους ΓΕΡΜΑΝΟΥΣ ΝΑΖΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ…
29-5-2024

Ηλίας Μπιτσάνης

Συντάκτης
Διαχειριστής
Η είδηση για την πώληση του οικοπέδου από την Κοινότητα στην Εθνικής Τράπεζα, εφημερίδα «Σημαία» 16/9/1925
Και η μαρμάρινη πλάκα στο εσωτερικό του κτηρίου
10-4-2022
“Υστερη” φάσης του αστικού μετασχηματισμού στο Νησί, γύρω στα 1930, όταν έζησε εδώ ο (και) φωτογράφος Πέτρος Καλονάρος. Το κτήριο της Εθνικής Τράπεζας μόλις έχει κατασκευαστεί. Το οποίο υπάρχει και σήμερα ως “αποτύπωμα” μιας εποχής στην αρχιτεκτονική αντίληψη για τη μεγαλοπρέπεια των κτηρίων της τράπεζας. Ως ένδειξη οικονομικής ισχύος και ευμάρειάς της, σε μια Ελλάδα που άλλαζε ριζικά μετά τη Μικρασιατική καταστροφή.
ΤΟ ΚΤΗΡΙΟ ΜΝΗΜΕΙΟ
Το κτήριο είναι ένα από μια ολόκληρη γενιά ανάλογων της τράπεζας τα οποία κατασκευάστηκαν στη Θεσσαλονίκη και τα υποκαταστήματα στην Κόρινθο, Ναύπλιο, Μεσσήνη, Ζάκυνθο, Θήβα, Λαμία, Σέρρες, Δράμα, Μυτιλήνη, Σάμο και Ξάνθη. Ολα υπό την επίβλεψη του Νικόλαου Χ. Ζουμπουλίδη που ήταν διευθυντής της Τεχνικής Υπηρεσίας στην Εθνικής Τράπεζα από το 1927. Οπως αναφέρουν μελετητές “το αρχιτεκτονικό ιδίωμα του Ζουμπουλίδη, ήταν καλές αναλογίες, κλασικά -ίσως υπερτονισμένα πρόπυλα- επιμελημένη κατασκευή, γερμανική αυστηρότητα . Επηρεασμένος από τα ευρήματα των αρχαιολόγων στην Κνωσσό και τις Μυκήνες ο Ζουμπουλίδης εμμένει στα μινωικά και μυκηναϊκά πρότυπα σε πολλά έργα του”.
Ειδικότερα στη Μεσσήνη το κτήριο γίνεται στο κέντρο μιας μεγάλης σταφιδοφόρας περιοχής, κάτι που ενδιέφερε ιδιαιτέρως την Εθνική Τράπεζα λόγω και των προνομιακών σχέσεων με τον ΑΣΟ. Δείχνει να είναι “στη μέση του πουθενά” αλλά όχι μόνον αποτελεί εμβληματικό κτήριο που χαρακτηρίζει την εποχή του αστικού μετασχηματισμού, αλλά η κατασκευή του καθόρισε και τη σημερινή δομή του κέντρου της πόλης. Και θα εξηγήσω το γιατί…
Το Δεκέμβριο του 1927 πληροφορούμαστε ότι “αι εργασίαι του νέου Μεγάρου της Εθνικής Τραπέζης συνεχίζονται μετά σπουδής υπό τον επίβλεψιν του μηχανικού της Τραπέζης κ. Παπαντωνοπούλου. Τούτο θα είναι έτοιμον περί τα μέσα του επομένου έτους θα είναι δε το μεγαλύτερον και καλλίτερον μέγαρον της Μεσσήνης”.
Και δύο μήνες αργότερα ότι “αι σχετικαί εργασίαι δια τον εξωραϊσμόν της γείτονος Μεσσήνης σύμφωνα με την επιθυμίαν του κ. Κουμουνδούρου, ήρχισαν ήδη, υπό την διεύθυνσιν του μηχανικού της Εθνικής Τράπεζας κ. Παπαντωνοπούλου”.
Από το συνδυασμό των δύο πληροφοριών καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η διαμόρφωση του πάρκου και της πλατείας είναι έργο του Παπαντωνόπουλου, ο οποίος προσπάθησε να δημιουργήσει ένα χώρο σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, αντίστοιχο του μεγαλοπρεπούς κτηρίου της Εθνικής Τράπεζας.
Στη φωτογραφία το κτήριο έχει κατασκευαστεί ενώ συνεχίζονται οι φυτεύσεις για τη διαμόρφωση πλατείας καθώς διακρίνονται οι εκσκαφές για την τοποθέτηση δέντρων.
Η ΕΞΕΔΡΑ ΤΗΣ ΦΙΛΑΡΜΟΝΙΚΗΣ
Δεξιά στη φωτογραφία “δεσπόζει” κατά έναν τρόπο η οβάλ εξέδρα από την οποία έπαιζε η Φιλαρμονική της πόλης. Βρισκόταν στην πάνω πλευρά της πλατείας και στη φωτογραφία από τη θέση των άλλων κτηρίων μπορούμε να υπολογίσουμε την ακριβή της θέση. Πίσω και νοτιοδυτικά από την εξέδρα βρίσκονταν τα “δημοτικά μαγαζία” (ήταν ακριβώς στη νοτιοδυτική πλευρά της σημερινής πλατείας) και νότια από αυτά το κτήριο που στέγασε αργότερα το φαρμακείο Σταυρόπουλου, όπως διακρίνονται και στη φωτογραφία. Στο βάθος το κτήριο που υπάρχει και σήμερα, το οποίο για 25 χρόνια στέγασε το ξενοδοχείο “Πάμισος” και αργότερα γνώρισε διάφορες χρήσεις.
Η εξέδρα κατασκευάστηκε το 1912 με χρηματοδότηση του παπά Κοροβέση όπως διαβάζουμε στο “Θάρρος” τον Μάρτιο αυτού του χρόνου: “Η πόλις μας, το μικρόν και άσημον Νησίον αν δεν είχε την ιδιωτικήν πρωτοβουλίαν και τας δωρεάς των ευγενών της τέκνων, θα ήτο ερριμένον εις την αφάνειαν και το έρεβος. Αι εφημερίδες θα διεξήρχοντο τα καθέκαστα της πόλεως εν… αφασία.

Μετά την απόκτησιν μουσικής, δια την οποίαν σεμνυνόμεθα, και η οποία τιμήν προσδίδει εις το πανταχόθεν εγκαταλελειμένον Νησί, έρχεται να επισφραγίση την τελειοποίησιν αυτής ευγενής και αξία επαίνου πράξις του λαμπρού υφ’ όλας τας απόψεις αιδεσιμωτάτου οικονόμου μας κ. Κοροβέση, όστις εδώρησεν ολόκληρον το ποσόν δια την κατασκευήν λιθίνης εξέδρας, εφ’ ής θα παιανίζει η μουσική μας. Αδολα και ειλικρινή συγχαρητήρια προς τον λειτουργόν τούτον του Υψίστου όστις βαθέως αντιλαμβάνεται τον προορισμόν του”.

Η εξέδρα γκρεμίστηκε μετά από 19 και πλέον χρόνια, όπως πληροφορούμαστε από επιστολή διαμαρτυρίας (υπογράφεται ως “ένας Νησιώτης”) που αναφέρει: “Ο αέρας του γκρεμίσματος κάθε ιερού στο δύσμοιρο αυτό τόπο, φαίνεται πως φύσηξε και στο Νησί. Αλλοιώτικα δεν εξηγείται το γεγονός πως το Κοινοτικό Συμβούλιο Μεσσήνης, χωρίς να υπάρχει κανένας λόγος σοβαρός, αποφάσισε να γκρεμίση την εξέδρα πούπαιζε πρώτα η Φιλαρμονική μας και που είναι ζήτημα αν υπάρχουν άλλες δύο-τρεις σ’ όλη την Πελοπόννησο. Ο Πρόεδρος της Κοινότητος, φυσικά, μπορεί να μην πολυκαταλαβαίνει απ΄απ’ αυτά τα πράγματα, και γιαυτό την γκρέμισε. Αλ’ οι άλλοι σύμβουλοι; Ο λαός του Νησιού τι κάνει; Γιατί δεν διαμαρτύρεται, ώστε λοιπόν, δεν υπάρχει κανείς που να ενδιαφέρεται για τη Μεσσήνη;”.
ΤΟ ΚΟΝΑΚΙ ΤΟΥ ΑΓΑ
Νότια από το κτήριο της Εθνικής Τράπεζας διακρίνεται το πρώτο δημοτικό σχολείο της Μεσσήνης. Στη θέση που ήταν κάποτε το “κονάκι του αγά” και σήμερα η Τράπεζα Πειραιώς. Μια πολύ παλιά μαρτυρία γιαυτό είναι αυτή του Εβλιά Τσελεμπί ο οποίος πέρασε από το γενέθλιο τόπο γύρω στο 1668. Γράφει λοιπόν ότι “φιλοξενεί τους ξένους στο κονάκι του ο Ιαρίς αγάς, τόσο πολύ φιλόξενος που μπορεί να φιλοξενήσει ακόμη και χίλιους καβαλάρηδες”.
Κατά πως φαίνεται από την μικρή περιγραφή το κονάκι διέθετε μεγάλο χώρο γύρω από αυτό για να μπορεί να φιλοξενήσει έστω και με την υπερβολή του Τσελεμπί, χίλιους καβαλάρηδες.
Η επόμενη περιγραφή είναι του Δημήτριου Καλαμαριώτη το 1823 ο οποίος ζητάει να δοθεί σε κάποιον το “κονάκι του βοεβόδα” για να μην καταστραφεί: “Εις την πατρίδα μου, το Νησί, ευρίσκεται ένα οσπίτιον εθνικόν, εις το οποίον εκατοικούσαν οι κατά καιρόν βοϊβονδάδες. Και εις το περιαύλιον τούτου του οσπιτίου ήτον και εν λιτριβείον, και αυτόν εθνικόν. Και έως τον απερασμένον Φεβρουάριον, όπου εγώ ήμουν εκεί, από το μεν οσπίτον εσώζοντο μόνον τα τείχη και η σκεπή, από δε το λιτριβείον μόνον οι πέτρες. Με το ναν το εκειοποιήθη ένας Σπατριάτης και εκάθετο μέσα ως εθνικόν. Εως τώρα όμως δεν ηξεύρω αν σώζωνται και αυτά. Εάν όμως και σώζωνται έως τώρα, τον παρόντα χειμώνα εξάπαντος αυτά τα τείχη και η σκεπή μέλλει να αφανιστούν, με το να μην είναι άλλο οσπίτιον εκεί εθνικόν, ούτε εργαστήρια και μύλοι, παρά αυτό μόνον. Ητον καλόν να πωληθή. Και με το ναν το θεωρώ και αυτό κατά το παρόν δύσκολον, δίνω την γνώμην μου, δια να γλυτώσουν αυτά όποιυ έμεναν. Αυτό το οσπίτιον να δοθή από το μέρος της Διοικήσεως εις ενός, όποιον εγκρίνει, επί σκέψιν ότι χωρίς τούτο ούτε οσπίτιον θα υπάρχει”.
Σε άλλη επιστολή του ζητάει να του παραχωρηθεί έναντι ενός ορισμένου ποσού, δεν γνωρίζουμε όμως την κατάληξη της υπόθεσης.
Η επόμενη αναφορά είναι του δάσκαλου Π. Μπούα ο οποίος σε έκθεση την οποία υπέβαλε προς την κυβέρνηση το 1830 για την κατασκευή σχολείου στο Νησί γράφει: “επεσκέφθην επομένως δειχθέντα τινά τόπον αφιερωμένον εις δημόσια καταστήματα, όπου εγκριθείς και τόπος για την οικοδομήν του σχολείου εκλέξαμεν την αρμοδίαν θέσιν, τα θεμέλια του Κονακίου λεγομένη”.
Και πολλά χρόνια αργότερα μεταφέροντας τη λαϊκή παράδοση, ο Θεόδωρος Γούνας προσδιορίζει με ακρίβεια τη θέση του αναφερόμενος στο κτήριο που εγκαταστάθηκε ο Ιμπραήμ όταν έφθασε στο Νησί: “Του νέου τούτου Αττίλα εγκαταστάντος εν Μεσσήνη, το διοικητήριον υψούτο εκεί όπου σήμερον η πρώτη του δημοτικού των αρρένων σχολή, ανεγερθείσα επί των ερειπίων εκείνου”.
Σκόρπια στοιχεία τα οποία όμως “δένουν” με τη σημερινή εικόνα του Νησιού: Το κονάκι βρισκόταν εκεί που υπάρχει σήμερα το κτήριο της Τράπεζας Πειραιώς. Στο σημείο αυτό κτίστηκε το 1ο Δημοτικό Σχολείου που αποτελούσε χώρο μάθησης αλλά και εκδηλώσεων για την πόλη μέχρι πριν τον πόλεμο όταν το αγόρασε η Αγροτική Τράπεζα που στεγάστηκε εκεί τα μεταπολεμικά χρόνια. Κατεδαφίστηκε γύρω στα 1970 και κατασκευάστηκε το σημερινό κτήριο.
Η ευρύτερη περιοχή αποτελούσε εθνική γη (καθώς αποτελούσε ιδιοκτησία της τούρκικης διοίκησης) η οποία ευτυχώς δεν καταπατήθηκε, πέρασε στο δήμο (ήδη το Μπούας αναφέρεται σε χώρο που προοριζόταν για καταστήματα), ο οποίος πολύ αργότερα (το 1825) πούλησε το οικόπεδο στην Εθνική Τράπεζα για να κατασκευάσει το κτήριό της (η κοινότητα για την ακρίβεια). Το υπόλοιπο τμήμα εθνικής γης αποτέλεσε την “πλατεία αλωνίων” όπου οι Νησιώτες άπλωναν τα καλαμπόκια και αργότερα τα φασόλια για να ξεραθούν, η οποία και διαμορφώθηκε στη συνέχεια σε πάρκο και πλατεία, αφού αγοράστηκαν και ιδιωτικά “αλώνια”.
Με μια ορισμένη δόση αυθαιρεσίας, το “κονάκι του Ιαρίς αγά” (γιαυτό και η αναφορά της πόλης στη Γεωγραφία του Μελέτιου ως Νησί του Δρίζαγα) με το μεγάλο χώρο φιλοξενίας καβαλάρηδων, είναι ο ευρύτερος χώρος σημερινής της πλατείας και του πάρκου.
ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ;
Συνδεδεμένο με την πόλη, την οικονομική και κοινωνική ζωή της περιοχής το κτήριο δεσπόζει και σήμερα στο κέντρο της. Αλλά την εποχή της ιδιωτικοποίησης των πάντων, πολλά πράγματα αλλάζουν. Το ίδιο και η ιδιοκτησία του κτηρίου. Η οποία πριν από ένα χρόνο πέρασε σε ιδιωτική εταιρεία “συμμετοχών και ακινήτων”. Μαζί με άλλα ακίνητα της Εθνικής Τράπεζας σε διάφορα σημεία της χώρας καθώς στο τέλος αντί για τράπεζες θα υπάρχουν μόνο μηχανήματα αυτόματης ανάληψης και ηλεκτρονικές συναλλαγές. Κτήρια που χτίστηκαν και συντηρήθηκαν από τα τεράστια κέρδη της τράπεζας σε βάρος των ανθρώπων του μόχθου, κάποια στιγμή θα γίνουν πολυκαταστήματα και καφετέριες. Ο, τι θέλει η “αγορά” και με ό, τι ικανοποιείται η “επιθυμία” των καταναλωτών. Και σίγουρα τα κέντρα πολιτισμού είναι… εκτός προγράμματος και ενδιαφέροντος

ιωαννησ δουρδουνησ

ΤΟ ΚΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΜΕΣΣΗΝΗΣ ,Η ΠΛΑΤΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΚΟ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΛΙΓΑ ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΣΤΗ ΠΟΛΗ ΜΑΣ.ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΤΑ ΔΙΑΦΥΛΑΞΟΥΜΕ ΩΣ ΚΟΡΗΝ ΟΦΘΑΛΜΟΥ .Η ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΘΑ ΕΧΕΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΕΥΘΥΝΕΣ ΑΝ ΠΟΥΛΗΣΕΙ ΤΟ ΕΝ ΛΟΓΩ ΚΤΗΡΙΟ ΟΠΩΣ ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ.
ιωαννησ δουρδουνησ πουλήθηκε πριν από ένα χρόνο Γιάννη, μεταγραφή καταχωρημένη στο κτηματολογικό γραφείο Μεσσήνης στις 13/5/2021

Ένα εμβληματικό κτήριο

Από το βιβλίο του Ηλία Μπιτσάνη
ΤΟ ΝΗΣΙ (ΜΕΣΣΗΝΗ) ΚΑΙ Η ΖΩΗ ΤΟΥ
Στην προηγούμενη φωτογραφία από την περιοχή του κέντρου της Μεσσήνης, δεσπόζει το κτήριο της Εθνικής Τράπέζας. Το οποίο υπάρχει και σήμερα ως “αποτύπωμα” μιας εποχής στην αρχιτεκτονική αντίληψη για τη μεγαλοπρέπεια των κτηρίων της τράπεζας. Και ως ένδειξη οικονομικής ισχύος και ευμάρειάς της, σε μια Ελλάδα που άλλαζε ριζικά μετά τη Μικρασιατική καταστροφή.
Το κτήριο είναι ένα από μια ολόκληρη γενιά ανάλογων της τράπεζας τα οποία κατασκευάστηκαν στη Θεσσαλονίκη και τα υποκαταστήματα στην Κόρινθο, Ναύπλιο, Μεσσήνη, Ζάκυνθο, Θήβα, Λαμία, Σέρρες, Δράμα, Μυτιλήνη, Σάμο και Ξάνθη. Ολα υπό την επίβλεψη του Νικόλαου Χ. Ζουμπουλίδη που ήταν διευθυντής της Τεχνικής Υπηρεσίας στην Εθνικής Τράπεζα από το 1927. Οπως αναφέρουν μελετητές “το αρχιτεκτονικό ιδίωμα του Ζουμπουλίδη, ήταν καλές αναλογίες, κλασικά -ίσως υπερτονισμένα πρόπυλα- επιμελημένη κατασκευή, γερμανική αυστηρότητα . Επηρεασμένος από τα ευρήματα των αρχαιολόγων στην Κνωσσό και τις Μυκήνες ο Ζουμπουλίδης εμμένει στα μινωικά και μυκηναϊκά πρότυπα σε πολλά έργα του”.
Ειδικότερα στη Μεσσήνη το κτήριο γίνεται στο κέντρο μιας μεγάλης σταφιδοφόρας περιοχής, κάτι που ενδιέφερε ιδιαιτέρως την Εθνική Τράπεζα λόγω και των προνομιακών σχέσεων με τον ΑΣΟ. Δείχνει να είναι “στη μέση του πουθενά” αλλά όχι μόνον αποτελεί εμβληματικό κτήριο που χαρακτηρίζει την εποχή του αστικού μετασχηματισμού, αλλά η κατασκευή του καθόρισε και τη σημερινή δομή του κέντρου της πόλης. Και θα εξηγήσω το γιατί…
Το Δεκέμβριο του 1927 πληροφορούμαστε ότι “αι εργασίαι του νέου Μεγάρου της Εθνικής Τραπέζης συνεχίζονται μετά σπουδής υπό τον επίβλεψιν του μηχανικού της Τραπέζης κ. Παπαντωνοπούλου. Τούτο θα είναι έτοιμον περί τα μέσα του επομένου έτους θα είναι δε το μεγαλύτερον και καλλίτερον μέγαρον της Μεσσήνης”. Και δύο μήνες αργότερα ότι “αι σχετικαί εργασίαι δια τον εξωραϊσμόν της γείτονος Μεσσήνης σύμφωνα με την επιθυμίαν του κ. Κουμουνδούρου, ήρχισαν ήδη, υπό την διεύθυνσιν του μηχανικού της Εθνικής Τράπεζας κ. Παπαντωνοπούλου”. Από το συνδυασμό των δύο πληροφοριών καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η διαμόρφωση του πάρκου και της πλατείας είναι έργο του Παπαντωνόπουλου, ο οποίος προσπάθησε να δημιουργήσει ένα χώρο σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, αντίστοιχο του μεγαλοπρεπούς κτηρίου της Εθνικής Τράπεζας.
Συνδεδεμένο με την πόλη, την οικονομική και κοινωνική ζωή της περιοχής το κτήριο δεσπόζει και σήμερα στο κέντρο της. Αλλά την εποχή της ιδιωτικοποίησης των πάντων, πολλά πράγματα αλλάζουν. Το ίδιο και η ιδιοκτησία του κτηρίου. Η οποία από καιρό πέρασε σε ιδιωτική εταιρεία “συμμετοχών και ακινήτων”. Μαζί με άλλα ακίνητα της Εθνικής Τράπεζας σε διάφορα σημεία της χώρας καθώς στο τέλος αντί για τράπεζες θα υπάρχουν μόνο μηχανήματα αυτόματης ανάληψης και ηλεκτρονικές συναλλαγές. Κτήρια που χτίστηκαν και συντηρήθηκαν από τα τεράστια κέρδη της τράπεζας σε βάρος των ανθρώπων του μόχθου, κάποια στιγμή θα γίνουν πολυκαταστήματα και καφετέριες. Ο, τι θέλει η “αγορά” και με ό, τι ικανοποιείται η “επιθυμία” των καταναλωτών. Και σίγουρα τα κέντρα πολιτισμού είναι… εκτός προγράμματος και ενδιαφέροντος
Η φωτογραφία έχει ληφθεί γύρω στα 1930 και είναι του συγγραφέα, ιστορικού, λαογράφου και φωτογράφου Πέτρου Καλονάρου ο οποίος υπηρετούσε ως καθηγητής Γαλλικών στη Μεσσήνη. Μεταξύ των έργων του περιλαμβάνεται και “Το Χρονικόν του Μορέως, Το ελληνικόν κείμενον κατά τον κώδικα της Κοπεγχάγης μετά συμπληρώσεων και παραλλαγών εκ του Παρισινού”. Η εκδοχή αυτή είναι και η μόνη που αναφέρεται στην Ιζαμπώ και το Κάστρο στο Νησί.
[Πολλές πληροφορίες για την αρχιτεκτονική του κτηρίου υπάρχουν σε μελέτη σχετικά με το κτήριο της Εθνικής Τράπεζας στις Σέρρες που δημοσιεύτηκαν στο σύνδεσμο:
http://www.serrelib.gr/pdf/ethniki_trapeza_serron.pdf]
Προβολή Σχολίων