Καλύβες στην Μπούκα, 1960
Ηλίας Μπιτσάνης
Πάμε λοιπόν καλοκαίρι στη Μπούκα όπου οι Νησιώτες από αμνημονεύτων χρόνων είχαν ανακαλύψει το ελεύθερο κάμπινγκ με τις καλύβες, ενώ αντιστοίχως σε όλο το μυχό του Μεσσηνιακού Κόλπου από το Νέδοντα μέχρι το Ριζόμυλο με την απέραντη αμμουδιά έστηναν τις κατασκηνώσει τους οι κάτοικοι της ενδοχώρας.
Φορτηγά, “μινόταυροι”, κάρα, άλογα και γαϊδούρια κουβάλαγαν τα φτωχικά νοικοκυριά μέχρι την αμμουδιά που έστηναν το καλοκαιρινό κατάλυμα με διάφορες τεχνικές και υλικά. Ξύλα, καλάμια, κουρελούδες, πανιά. Μέσα στρωματσάδα ο… λόχος συγγενών και φίλων που βολευόταν με το τίποτα πάνω στην άμμο. Απέξω η υπαίθρια κουζίνα, μια σιδερωστιά, ένα τηγάνι, μια κατσαρόλα, ξερά ξύλα και φόκο για μαγείρεμα. Παραπίσω και όσο μακρύτερα ανάμεσα στα θαλασσινά αγκάθια γινόταν τυλιγμένες με κάτι παλιόπανα οι “τουαλέτες” για τις αναγκαστικές… εφοδεύσεις. Ντροπή ντε να μας βλέπει και ο κόσμος, πήγαινε η βρώμα σύννεφο.
Στο Νησί είχαμε το προνόμιο με τα αρχαϊκά μπιτσόμπαρα γύρω από την απόληξη του δρόμου στη θάλασσα, οι έχοντες για καφέ, αναψυκτικό, κανά ούζο ξεροσφύρι, άντε και καμία γόπα ή ντομάτα και ελιά για μεζέ. Τα παγωτά… ήρθανε μετά, όταν άρχισαν να αραιώνουν οι “ορδές” των καλοκαιρινών εποίκων.
Εμβληματικό το παλιό Τελωνείο με το κανονάκι έξω από αυτό, κάποιο χυτήριο το εξαφάνισε τα χρόνια των μεταλλοκυνηγών αφού κανένας δεν φρόντισε να το προστατεύσει. Αν δεν κοσμεί βεβαίως καμία βίλλα ή τη συλλογή κάποιου εκπαιδευμένου στην αρχαιοκαπηλεία.
Πρωινό ξύπνημα με το φλοίσβο από το κυματάκι, δροσιά και αργότερα μέσα – έξω με βουτιές γιατί η άμμος είχε αρχίσει να βράζει. Στην ακροθαλασσιά τα καρπούζια για να “παγώσουν”, ουρά για το πρόχειρο μεσημεραινό φαγητό, υποχρεωτική τήρηση της μεσημεριανής κοινής ησυχίας. Και το απόγευμα πάλι τα ίδια, το βράδυ φωτιές για να φεύγουν τα κουνούπια, τραγούδι… α καπέλα για διασκέδαση και ιστορίες με δράκους και φαντάσματα από τις μεγαλύτερες γυναίκες.
Η ώρα του… λεωφορείου κόμιζε καλούδια και ανθρώπους, ζωντάνευε την σε ραστώνη διάγουσα τεράστια καλυβοπαρέα, έφερνε τον “πολιτισμό” στην ακτή.
Σήμερα θα φάνταζε… ατραξιόν, τότε ήταν απολύτως σύνηθες, οι ηλικιωμένοι χωμένοι μέχρι το λαιμό στην άμμο κοίταγες που πατάς για να μην ακούσεις κανένα… σιχτίρισμα) για να τους περάσουν τα… αρθριτικά.
Ως “περαστικοί” από το Νησί δεν είχαμε ούτε τη συνήθεια, ούτε την τεχνογνωσία, ούτε τα μέσα. Είχαμε όμως φίλους και γείτονες που πρόθυμα μας φιλοξενούσαν για καιρό στις καλύβες. Και τσούλαγαν έτσι τα καλοκαίρια, άλλοτε στις καλύβες και άλλοτε στα χωριά.
Στα μεγαλύτερά μας χρόνια η Μπούκα απέκτησε προτεραιότητα. Η εφηβεία με τα σκιρτήματά της, έρωτες ανομολόγητοι και ανολοκλήρωτοι. Αλλοτε με το λεωφορείο σαν παστές σαρδέλες και άλλοτε πισοκάπουλα στο ποδήλατο μέσα στο λιοπύρι και τον οδηγό να… αγκομαχάει. Στα φοιτητικά χρόνια, μακρύ μαλλί, φαβορίτα και ξυλορακέτες. Εγκαύματα στον ήλιο και μια περιαρθίτιδα διαρκείας που με μάγκωσε γύρω στα 22 και δεν με έχει αφήσει από τότε. Η απότομη και αγύμναστη περιφορά του χεριού έκανε δια βίου τη ζημιά της, με τα πολλά συνηθίσεις να ζεις με αυτή προλαβαίνοντας τις εξάρσεις από τα σήματα και μετριάζοντας τις επιπτώσεις με χαλαρά καλοκαιρινά μπάνια.
Και τα επόμενα χρόνια σχεδόν κάθε Κυριακή εξόρμηση “Ριζοσπάστη” μέσα στο λιοπύρι και την άμμο, κάπου 200 φύλλα παραγγέλναμε, είχαμε γίνει για 2-3 χρόνια οι… καλύτεροι πελάτες του Σπύρου. Ιδρώτας και φωνή, ικανοποίηση για το αποτέλεσμα και μετά η.. καθιερωμένη πλέον καλοκαιρινή βουτιά.
Κάποτε ήρθε η ώρα της αναχώρησης για Καλαμάτα και μετά στη Μπούκα αρχές του καλοκαιριού την εποχή των εξετάσεων που δεν υπήρχε… συνωστισμός. Περισσότερο για το νερωμένο ούζο με μια γόπα και φέτες αγγούρι στου Ζαφειρόπουλου που ήταν και σημείο συνάντησης με παλιούς συμμαθητές, γείτονες και φίλους και αναφορά της μνήμης.
Μετά όλα άλλαξαν, μαζί και εμείς, τώρα η Μπούκα αποτελεί για μένα προορισμό «ανύποπτων» εξορμήσεων σε εποχές ηρεμίας όταν πράγματι μπορείς να θαυμάσεις τις ομορφιές της περιοχής. Συνήθως κατά μόνας, ενίοτε με παρέα, παλαιότερα με τα παιδιά για να πετάξουμε αετούς και να παίξουν. Γιατί η ζωή κυλάει, οι άνθρωποι και τα πράγματα αλλάζουν, μένει η ανάμνηση των μικρών μας χρόνων…
[Στη φωτογραφία η Μπούκα τον παιδικών μας χρόνων, από το λεύκωμα των ΓΑΚ Μεσσηνίας για το Νησί – Αρχείο Νίκου Ρούτση]
Η παραλία της Πελοποννήσου που στήθηκε το πρώτο παραθαλάσσιο κέντρο διασκέδασης σε παράγκα… τη δεκαετία του 1950 (4-6-2021)
Δεκαετία του 1950, όταν η ακτή ήταν μια απέραντη κατασκήνωση των ντόπιων που έστηναν τις καλύβες τους απολαμβάνοντας τη θάλασσα και μάλιστα ανέξοδα.
Η συγκοινωνία εκείνη την εποχή ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτη και οι μετακινήσεις ανθρώπων, αλλά και υλικών για την κατασκευή πρόχειρων καταλυμάτων, γινόταν με φορτηγά και γεωργικά μηχανήματα.
Κάποιες πιο «πολυτελείς» παράγκες που στήνονταν μέσα σε μια νύχτα, χρησιμοποιούνταν ως παραθαλάσσια κέντρα διασκέδασης…
Όπως χαρακτηριστικά γράφει και ο Ηλίας Μπιτσάνης στην εφημερίδα «Ελευθερία» Μεσσηνίας «υπαίθριο μαγείρεμα, καρπούζι να παγώνει στο κυμοθάλασσο, στο πόδι με το ξημέρωμα και μέχρις… εξοντώσεως στο λιοπύρι».
Αυτά ήταν τα περίφημα μπάνια του λαού στην Πελοπόννησο και αλλού τις περασμένες , αλλά όχι ξεχασμένες δεκαετίες.
Στη αρχική φωτογραφία είναι η Μπούκα Μεσσήνης και προέρχεται από το αρχείο του Σάκη Μαρκόπουλου.
Σήμερα οι τουριστικοί οδηγοί γράφουν: «Η παραλία της Μπούκας είναι μία από τις μεγαλύτερες και πιο οργανωμένες παραλίες της Μεσσηνίας. Αποτελείται από μία μεγάλη έκταση ψιλής άμμου, με πληθώρα υποδομών. Πάνω στην παραλία υπάρχουν beach bar, γήπεδα beach volley, ντουζιέρες και αποδυτήρια, ενώ στο δρόμο που περνάει από πάνω υπάρχει παιδική χαρά, γήπεδο ποδοσφαίρου 5×5, και καφετέριες”.
