Μεγαλοβδομάδα στη Στέρνα
28-4-2021
Η παρατεταμένη πλέον κλεισούρα που συνοδεύεται από ιντερνετικό βομβαρδισμό ανοησιών, σου δίνει την ευκαιρία να διαπιστώσεις ότι στην πιάτσα κυκλοφοράνε πολλοί… μπαλαφουμάδες. Ο συνειρμός άμεσος, η μνήμη ανακαλείται μέσα από τις λέξεις. Μπαρούτι χωρίς κρότο = μπαλαφουμάς, επιστροφή στα μικρά μας χρόνια τις μέρες κατά τις οποίες καταλαβαίνει ο καθένας αυτό που προσδιορίζεται ως “παράδοση” με τον πλέον έντονο τρόπο. Ημέρες με πλούσια μνήμη, αναστάσιμες θρησκευτικά στο έδαφος της φυσικής “ανάστασης”. Ημέρες ανατροπών μέσα από την ετήσια επανάληψη των μύθων της πίστης. Με σεβασμό στην κατάνυξη των πραγματικών πιστών και εκείνων οι οποίοι αναζητούν ένα μεταφυσικό στήριγμα στις δυσκολίες της ζωής. Ιδιαίτερα σε καταστάσεις όπως οι σημερινές όταν ο φόβος κυριεύει τη ζωή των ανθρώπων μπροστά στον κίνδυνο του “άγνωστου” ακόμη για την επιστήμη.
Επιστροφή της μνήμης σε χρόνια ανέμελα: Πιτσιρικάς συνήθως πέρναγα τη Μεγαλοβδομάδα στη Στέρνα, το χωριό της μάνας μου. Ψάλτης και κατά δήλωση “χριστιανοκομμουνιστής” ο παππούς Θανάσης (βλαστήμαγε στο… ξεσταύρι του όπως έλεγε όταν θύμωνε), άκουγα από νωρίς τα “πΑ, Βου, Γα, Δι, κΕ, Ζω, νΗ” και τους ήχους πλάγιους. Με έπαιρνε ο ύπνος στα σκαλοπατάκια που είχε το ψαλτήρι κάτω από τα πόδια του. Εικόνες θαμπές στη μνήμη, κάτι σαν σπασμένοι καθρέφτες μιας εποχής που μπορεί να θυμόμαστε μέσα από τις αφηγήσεις των μεγαλύτερων. Ο παππούς ψάλτης στο διπλανό Λοΐ, κατεβαίναμε με τα πόδια και με τον πλακέ φακό με το “καρούμπαλο” γυαλί ανά χείρας. Οι μέρες της Μεγαλοβδομάδας συνήθως ήταν σκοτεινές και η αίσθηση του νεκροταφείου της Στέρνας που πέρναγες δίπλα κάπως τρομακτική.
Στα πιό μεγάλα τη Μεγαλοβδομάδα τη βγάζαμε στο Νησί. Ολονυχτίες άλλοτε στους Τρεις Ιεράρχες και άλλοτε στον Αγιοδημήτρη ανάλογα με την περιοχή που μέναμε καθόσον περιπλανώμενοι ανά την πόλη άνευ ιδιοκτησίας. Μια διαδικασία κοινωνικοποίησης, εκεί ήταν σημείο συνάντησης των ανθρώπων που έβλεπες ή όχι στους δρόμους. Πειράγματα, χαβαλές και καψαρούλια για να περάσει η ώρα, στραγάλια σκληρά που τα πληρώσαμε με… δόντια καθόσον πολλές φορές καλύτερα να δάγκωνες χαλίκι. Στους Τρεις Ιεράρχες ο Τσακόπουλος, ψάλτης ολόκληρες δεκαετίες, μας μάζευε για συνοδεία στον Επιτάφιο. Πλην όμως ως… κακοφωνίξ δεν έκανα για την πεζή χορωδία. Κάτι το ένα, κάτι το άλλο όμως, από τους ψαλτάδες μάθαμε και τον “Νυμφίο” και την “εν πολλαίς αμαρτίας περιπεσούσα γυνή” και τον Επιτάφιο Θρήνο. Τη Μεγάλη Παρασκευή τα μικρά μας χρόνια, στη γειτονιά φτιάχναμε το δικό μας επιτάφιο: Ενα μεγάλο φύλλο φραγκοσυκιάς που του είχαμε αφαιρέσει τις βελόνες, μια γουβίτσα στη μέση όπου βάζαμε το κέλυφος ενός σαλιγκαριού και με λίγο φυτίλι και λάδι τον κάναμε σαν καντήλι, μια μικρή “τέντα” με καλαμάκια γύρω από αυτό και λεμονανθοί περασμένοι με τη βελόνα σε κλωστή για να καλυφθούν.
Ακόμη μεγαλύτεροι από τη Μεγάλη Παρασκευή συνήθως βρισκόμασταν στο Φαρμίσι, το χωριό του πατέρα μου. Το καινούργιο σπίτι χώραγε περισσότερους και γιόρταζε μετά το Πάσχα ο θείος Γιώργος. Ο επιτάφιος κατέβαινε από τον Αγιάννη στο παλιό χωριό. Στη δημοσιά όλες οι οικογένειες έξω από τα σπίτια, μικροί σωροί από κληματόβεργες που είχαν μισοξεραθεί μετά τον κλάδο και έπαιρναν εύκολα φωτιά. Τις άναβαν οι νοικοκυρές στη θέα της πομπής, περνάγαμε κάτω από τον επιτάφιο και αναμέναμε τη Λαμπρή. Οπως το περιέγραψα στη χθεσινή ανάστηρη.
Επιστροφή στο μπαλαφουμά της εκκίνησης: Παιδικόν “άθυρμα” θα το χαρακτήριζε η αστυνομική ορολογία. Μπαρούτι σε εύφλεκτο χαρτί που έδινε και έπαιρνε στα καφενεία όταν κρέμαγαν το Φάντη τη Μεγάλη Πέμπτη και οι θαμώνες δεν είχαν… με τι να παίξουν. Καθόταν ο άλλος ήσυχος στην καρέκλα και ξαφνικά του πέταγε από κάτω ο άλλος τον μπαλαφουμά. Αναβε η μπαρούτη φλόγα μέχρι το κάθισμα και πεταγόταν έντρομος. Μερικές φορές την πάθαινε ο δράστης, την ώρα που έσκυβε να βάλει τον μπαλαφουμά τον προλάβαινε ένας άλλος και του έριχνε μπαλαφουμά στα μπατζάκια. Μιλάμε για πανδαιμόνιο, ο ένας έριχνε στον άλλον, όλοι πήδαγαν να μην καψαλιστούν και βρωμοκόπαγε ο τόπος μπαρούτι.
Υπήρχαν ασφαλώς και τα πιο… ζόρικα, αυτοσχέδια πάντα. Διαβάθμιση από τα μικρού κινδύνου, καρυδάκια: Μπαρούτι σε τραπουλόχαρτο που ήταν σκληρό, διαμορφωμένο σε χωνάκι με σπίρτο στη μύτη. Αναβε το σπίρτο, το πέταγε ο άλλος και έσκαγε άνευ κινδύνου. Αλλά τα πιο μεγάλα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνα, έσκαγαν με διάφορους τρόπους, ουκ ολίγοι σκοτώθηκαν ή έμειναν με σοβαρές αναπηρίες. Πρώτη ύλη η “ύλη” κατά πως την έλεγαν οι μαστόροι των εκρηκτικών, όπως με πληροφόρησαν πρόσφατα φίλοι ήταν ένα μείγμα από χλωρικό κάλι, αντιμόνιο και θειάφι. Καλό δέσιμο και φυτίλι μαύρο για δυναμίτες. Τα υπόλοιπα ευνόητα. Ολα αυτά στα ανέμελα χρόνια και τα φοιτητικά με λαχτάρες. Πέταξα ένα ξεγερεμένο στην πλατεία στο Νησί και πήγε να το πάρει ένας πιτσιρικάς, ευτυχώς φοβήθηκε τις φωνές και κόλωσε με αποτέλεσμα να γλυτώσει την αναπηρία, από τότε δεν έριξα ούτε μπαλαφουμά.
Μεγαλωμένοι μαθητές ενδιάμεσα σε όλα αυτά, άλγεβρα και γεωμετρία καθόσον πλησίαζαν οι εξετάσεις και απαιτούσαν προετοιμασία εφ’ όλης της ύλης. Και το πρόγραμμα το κάναμε μόνοι μας, άγνωστα τα φροντιστήρια στη διάρκεια της χρονιάς, ελάχιστα και σποραδικά στην τελευταία τάξη. Οπότε αυτοοργάνωση εν μέσω ολονυχτιών, επιταφίων, εκρηκτικών και μαγειρίτσας.
Δεν ήταν και άσχημα, μετά εμφανίστηκε η… αγορά: Βεγγαλικά και “μπομπάκια” σε αφθονία, μια ολόκληρη βιομηχανία που χρειάστηκε η κρίση για να υποχωρήσει καθόσον… τέρμα τα ευρά για τα περιττά.
Σπαράγματα μνήμης με γράμματα ανεξίτηλα, κλεισμένα στο θησαυροφυλάκιο της παράδοσης που κουβαλάμε στη διαδρομή της ζωής και τα ανακαλούμε πάντα με συγκίνηση καθώς στην “ταινία” της ξεπηδούν ζώντες και τεθνεώτες πολύτιμοι αγαπημένοι…
[Στη φωτογραφία ο παππούς και η γιαγιά με την αδερφή μου και τα δισέγγονα στο χωριό: Από αριστερά ο γιός μου Βαγγέλης, η ανηψιά μου Αμαρρυλίδα, και η κόρη μου Μαρία. Με δυό παιδιά σήμερα το καθένα]
Από το ΛΟΙ η οικογένεια της μανας ,Ζέρβα στο Επώνυμο φύγανε κυνηγητοι κατά το 1830κ…διασκορπίστηκαν σε ΣΠΙΤΑΛΙ Κ ΜΙΣΚΑ (ΝΕΡΟΜΥΛΟΣ) ΕΚΤΟΤΕ Η ΟΙΚΟΓΈΝΕΙΑ ΑΛΛΑΞΕ ΠΑΡΑΝΩΜΙ Κ ΓΙΝΗΚΑΝΕ ΛΟΓΙΩΤΗ ΠΑΡΑΦΡΑΖΩΝΤΑς ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΤΟΥς..
Προβολή Σχολίων
