Σχολικές ιστορίες μιας άλλης εποχής
Ηλίας Μπιτσάνης
22-10-2020
“Βολύμι” τόλεγε η γιαγιά. Εβγαινε καλύτερα από το “μολύβι” στην τραχιά γλώσσα των χωρικών. Και καμιά φορά για να γράψει η γλώσσα είχε τον πρώτο λόγο. Το σάλιωναν την άκρη, όπως οι μπακάληδες όταν έγραφαν στα τεφτέρια. Ολα και σε κάποια ταινία του παλιού σινεμά θα το έχει πάρει το μάτι σας. Εμείς δεν είχαμε… σάλιωμα αλλά ξύστρα για να έχει σένια τη μύτη. Εσπαγε άμα το ζόριζες, άσε που μερικά μολύβια ήταν της συφοράς και η γραφίδα έσπαγε από το εσωτερικό. Και βέβαια το πρόβλημα δεν ήταν η αγγαρεία αλλά η ανάγκη να αγοράσεις καινούργιο μολύβι. Το τρίπτυχο των… εξαρτημάτων γραφής έκλεινε με τη γόμα. Για να διορθώσει τα λάθη αν το έπαιρνες χαμπάρι εγκαίρως, διαφορετικά “κοκκίνιζε” το τετράδιο. Κόκκινη από τη μια μεριά για το μολύβι. Από την άλλη μπλε και ο “μύθος” έλεγε πως είναι για το στυλό μελάνης που χρησιμοποιούσαμε στις μεγαλύτερες τάξεις. “Μπικ” το λέγαμε καθώς μόνον η “Bic” τα κυκλοφορούσε εκείνη την εποχή. Οταν πάγωνε η μπίλια του το χειμώνα το ζεσταίναμε με τα χνώτα μας για να… πάρει μπροστά. Καμιά φορά παθαίναμε το… ανάποδο όταν καταφέρναμε να το κρατάμε με λάθος τρόπο. Και χυνόταν το μελάνι από το σωληνάκι, από τα ρούχα δεν έφευγε με τίποτε. Γράμματα και ορνιθοσκαλίσματα στα τετράδια, κάτι φύλλα σαν τσιγαρόχαρτο. Ομοιόμορφα για όλους εξωτερικά, ντυμένα με μπλε κόλλα και πάνω σε αυτή η ετικέτα, όνομα και μάθημα. Πολεμάγαμε με το ψαλίδι να τη φέρουμε στα ίσα και να την κολλήσουμε με κάθε διαθέσιμο μέσο. Μερικά είχανε και στράτσο, σκληρό εξώφυλλο, η λέξη δάνειο από τα ιταλικά. Τα λέγαμε και “καλά” για να ξεχωρίζουν από αυτά της συνεχούς χρήσης. Προμηθευτές τα χαρτοπωλεία, η προσθήκη βιβλιοπωλεία συνήθως κατ’ ευφημισμόν εκείνη την εποχή. Για τέτοια είδη είμαστε μόνιμοι στο μπάρμπα Βασίλη Χρονόπουλο, πρέπει να είχαμε και μια μακρινή συγγένεια. Στη νοτιοανατολική γωνία της σημερινής Πολυτεχνείου με την Δ. Κούτσικα. Στα δύο χωρισμένο το μικρό κατάστημα, δυτικά το χαρτοπωλείο, ανατολικά το στιλβωτήριο και τα λαχεία του κυρ Γιώργη Χαρλέπα ήταν φίλος του πατέρα μου και πήγαινε συχνά για περιποίηση. Υπάλληλος και το πατούμενο έπρεπε να γυαλίζει, κάτι σαν μέρος ενός άτυπου πρωτοκόλλου. Και το Λαϊκό Λαχείο πάντοτε στο “3”, τόχε γρουσουζιά να το αλλάξει, στο φακελάκι το Εθνικό Λαχείο. Από το μπάρμπα Βασίλη προμηθευόμαστε όλα τα χαρτικά αλλά και τα είδη σχολικής χειροτεχνίας. Στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου τις μεταφράσεις και τα λυτάρια που ήταν σε πρώτη ζήτηση τότε, τα φροντιστήρια ήταν από άγνωστο έως… σπάνιο είδος. Βιβλία στα μεγαλύτερα από το βιβλιοπωλείο του Χρήστου Μοσχοβίτη, λίγο πιο κάτω στη σημερινή Δ. Κούτσικα (τότε η νεοδιανοιγμένη Μπούκας). Ηταν ο πρώτος που έφερε τον κόσμο του διηγήματος και της ποίησης στο Νησί, έγινα… θαμώνας, ψαχούλευα, φυλλομετρούσα, αγόραζα, διάβαζα, επανερχόμουν. Και δώστου Καρκαβίτσα, Κρυστάλλη, Παπαδιαμάντη, Παλαμά, Μαβίλη,. Δροσίνη και πολλούς άλλουσ από τις εκδόσεις του βιβλιοπωλείου της “Εστίας” – Γ. Δ Κολλάρος. Σε μέγεθος τσέπης για να είναι εύχρηστα, δυστυχώς στο χρόνο, τις μετακινήσεις, τα δανεικά και αγύριστα, χάθηκαν όλα. Ο ιδιοκτήτης εφάρμοζε και τη μέθοδο της… ενοικίασης βιβλίων για εκείνους που δεν είχαν ή δεν ήθελαν να αγοράσουν. Και άνοιξε το δρόμο για τα βοηθήματα πέρα από μεταφράσεις και λυτάρια, βιβλία παράλληλα με τα σχολικά, κλασσικά τα θρυλικά “τογκάκια” στα μαθηματικά, Κανέλλος τριγωνομετρία, Μάζης και Περιστεράκης φυσική και πολλά ακόμη που χάνονται στη μνήμη. Στην πλατεία εφημερίδες, χαρτικά, βιβλία, ψιλικά στου Τσούρνου, στη γωνία με την Φεσσά αν θυμάμαι καλά. Από εκεί προμηθευόμουν μπαταρίες, καλώδια, λαμπάκια και τα συναφή που ήταν απαραίτητα για τις ηλεκτρικές συνδεσμολογίες που είχα αρχίσει να σκαρώνω από τα μαθήματα του αείμνηστου δάσκαλου Ξανθέα. Λίγο πιο πάνω ανάλογο του Καυκά, από εκεί αγόραζα σε τεύχη την ιστορία της εθνικής αντίστασης του Παπαστεριόπουλου, εξαφανίστηκαν με το πραξικόπημα όπως και όλα τα… ύποπτα που μπορούσαν να στοιχίσουν. Και στους δύο ή σε έναν από τους δύο της πλατείας “Κλασσικά εικονογραφημένα”, “Μικρός ήρωας”, “Μικρός καμπόης” που κυκλοφορούσαν χέρι με χέρι και με τη μέθοδο της ανταλλαγής. Χαρτικά είχε και στο κατάστημα Τσάμης και Ρήγας στην Οθωνος αλλά δεν αν θυμάμαι καλά εκεί πήγαινα για βόλους, ξηροκάρπια και καραμέλες καθόσον το κατάστημα διέθετε από όλα. Κάπως έτσι ήταν η “γεωγραφία” των καταστημάτων που υποστήριζαν την προσπάθεια της μάθησης εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Αλλά υπήρχε και μια άλλη “πηγή” μάθησης που άρχισε τότε να εμφανίζεται εκείνη την εποχή, οι πλασιέ που έφερναν εκείνο το οποίο δεν κυκλοφορούσε στα βιβλιοπωλεία της μικρής μας πόλης. Θυμάμαι δερματόδετους τόμους με όλα τα έργα του Καζαντζάκη που αγόρασε και μας δώρησε η κυρία Ελένη Τζώρτζη, καλή συνάδελφος του πατέρα μου και οικογενειακή φίλη. Ενα μεγάλο τόμο με τα “Απαντα Κρυστάλλη” και ένα ράφι με ξεχασμένα και χαμένα σήμερα βιβλία. Από τα εκτός… λογοτεχνίας θυμάμαι ένα βιβλίο του μπάρμπα Στάθη του Κανναβού για το κάπνισμα που το είχε μεταφράσει από τα ρώσικα. Και πολλά γεωπονικά βιβλία του πατέρα μου τα οποία προμηθευόταν από τον τον ειδικό εκδοτικό οίκο του Σπύρου Σπύρου με… δόσεις, τα οποία σκάλιζα από εκείνη την εποχή προσπαθώντας να αποκτήσω επαφή με την καλλιέργεια, άκουγα να λένε οι μεγαλύτεροι στο χωριό για περονόσπορο και τα φυλλομετρούσα για να δω τι είναι αυτός ο “διάβολος” που προσπαθούσαν να εξολοθρεύσουν. Αλλά και για τη δενδροκομία, τα σιτηρά, τη… χρυσονηματώδη της πατάτας και διάφορα άλλα που θυμάμαι όταν σκαλίζω τη μνήμη. Κάπως έτσι μάθαμε τον κόσμο των γραμμάτων και των επιστημών, σε εποχές πολύ πιο διαφορετικές από τις σημερινές…
