Πατρίκης Πέτρος του Ιωάννου (και της Βασιλικής Ρέππα). 1906-1995

Πατρίκης Πέτρος του Ιωάννου (και της Βασιλικής Ρέππα). 1906-1995.
Γεννήθηκε στη Μεσσήνη («Νησί») και ρίζωσε σ’ αυτή. Ήταν το μικρότερο από τα 6 παιδιά της οικογένειας (4 αγόρια και 2 κορίτσια δίδυμα). Έμεινε ορφανός στα 7 του χρόνια. Η 40χρονη μάνα του «κρυολόγησε» (1913) και υπέκυψε.
Εικοσάχρονος σχεδόν, γύρω στο 1925, υπηρετεί ως απλός στρατιώτης στην περιοχή της Δράμας. Όμως αυτό το γεγονός -αν και σημαντικό για τα αγροτόπαιδα της εποχής- επισκιάστηκε στη μνήμη του από την οδυνηρή περιπέτεια στο Αλβανικό μέτωπο, όταν 35χρονος κλήθηκε εκεί, τον Φλεβάρη του 1941.
Αγαπούσε τη Μεσσήνη και χαιρόταν την παραμονή του σ’ αυτή, στη φύση της και στα χώματά της. Η φροντίδα των κτημάτων του για την οικογενειακή επιβίωση, οι συχνές επισκέψεις του στο καφενείο «Η Λέσχη» με τα σοβαρά και τα ευτράπελα, που γίνονταν και λέγονταν εκεί, οι καθημερινές κουβέντες με συγγενείς και γείτονες, του χάριζαν πληρότητα και – παρά τις διάφορες δυσκολίες – μπορούσε να αστειεύεται και να σιγοτραγουδά.
-Είχες, μπαρμπα-Πέτρο, «φιλενάδα», πριν παντρευτείς τη θεια-Πετρού; ρωτούσε χασομέρης «ιστοριοδίφης»!
-Αμ, πώς δεν είχα!
-Και πώς τη συναντούσες τότε που τα ήθη ήταν αυστηρά;
-Άκου, θα σου πω: Το βράδυ που πήγαινε για να κοιμηθεί, έδενε στο χέρι της μια χοντρή κλωνά και πέταγε το μασούρι κοντά στον τοίχο της, όξω στον δρόμο. Εγώ άμα έγλεπα πως ούλοι τρογύρω κοιμούνταν, πάγαινα όξω απο το πανεθύρι και τράβαγα την κλωνά και κείνη ξύπναγε.
-Τότε σ’ άνοιγε κι έμπαινες μέσα;
-Όχι ντε, κείνη ξεπόρτιζε!
-Γιατί δεν έμπαινες;
-Τι λες, μωρέ! Να ‘χε τίποτες δικούς της να με πιάνανε; Πάνω στο μαλαβρά μπορεί και να με κιώνανε κιόλας, άμα δεν προλάβαινα να τραβήξω το μαχαίρι.
-Κι είχες μαχαίρι μαζί σου;
-Ναι, κείνα τα χρόνια πάντοτε, μέσα απ’ το μανίκι!
Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη από τους φωτογράφους αδελφούς ΠΗΛ(Δ)ΙΚΑ στην Αθήνα, τότε που πέρασε απο ‘κει.
Τέλος, άφησε «διάτα» να ταφεί στο «Νησί» του’ κι έτσι έγινε!
Προβολή Σχολίων