Πλατεία Μεσσήνης, 1960
Ηλίας Μπιτσάνης
Τα βράδια είχε αυτοσχέδιο καραγκιόζη στη γειτονιά, ένα σεντόνι από το σπίτι, μια λάμπα από πίσω, φιγούρες και εισιτήριο από τα στελέχη που πετούσαν οι εισπράκτορες των λεωφορείων. Αλλοτε μια πεντάρα, άλλοτε μια δεκάρα, όλο και κάτι έβγαινε για τους καραγκιοζοπαίχτες. Φωτισμός με λάμπες, μια φορά θυμάμαι σε μια αυλή απέναντι από του Παπαζερβέα που ήταν ο χώρος της παράστασης, καταφέραμε και κάψαμε το… λευκό στεντόνι που χρησίμευε σαν… μπερντές του καραγκιόζη.
Και όταν μεγαλώσαμε “δράμα και κωμωδία”, η «άνοιξη» του ελληνικού σινεμά με σπουδαίες ταινίες σημαντικών δημιουργών. Αλλά και γουέστερν «ο καλός, ο κακός και ο άσχημος», Τσίτσιο και Φράνκο «το λιμάνι φεύγει» και πάει λέγοντας. Στο “Σινέ Παρκ”, την “Τιτάνια”, το “Σινέ Μεσσήνη”. Με τη γνώριμη πρόσκληση “στραγάλια, φυστίκια, πασατέμπος, ταμ ταμ” αλλά και λεμονάδες και πορτοκαλάδες και γκαζόζες και μπυράλ. Κάτι καλοκαίρια είχα και ένα τετράδιο που έγραφα τις ταινίες, τους πρωταγωνιστές, την υπόθεση και δίπλα τράβαγα μια… βαθμολογία.
Στα σοβαρά μας θέατρο οικογενειακώς, είχα χ@στ@ απάνω μου που λένε με τους “10 μικρούς νέγρους” στο “Τιτάνια” από σπουδαίο περιοδεύοντα θίασο και κάποιες άλλες παραστάσεις που δεν βοηθάει η μνήμη.
Στα “ανήσυχα” πάνω στην ταράτσα μικρού κτηρίου του ΟΤΕ, καθόσον Ζέτα Αποστόλου, Γκιζέλα Ντάλι και… πόθοι στους βάλτους δεν επέτρεπε η ηλικία τη θέαση. Περιοριζόμασταν στο… λίαν προσεχώς με τα αστεράκια στα επίμαχα σημεία που ήταν κατάλληλα για να… εξάπτουν τη φαντασία και να οδηγούν στην “παράνομη θέαση” και τις βουτιές στο κενό όταν εμφανιζόταν η αστυνομία.
Μπελάς μέγας τα μεσημέρια η αστυνομία, ο “ακατονόμαστος” (για ευνόητους λόγους παραλείπται το όνομα) γυρνούσε όλο το μεσημέρι στη γειτονιά μας και αλλοίμονο σε όποιον τον τσίμπαγε εκτός οικίας και με τόπι. Πήγαινε η σφαλιάρα σύννεφο και το τράβηγμα στο αυτί μέχρι… ξεκωλώματος.
Στο ενδιάμεσο η υδροφόρα. Και εμείς πιτσιρικάδες να τρέχουμε από πίσω ξυπόλητοι στις λάσπες που άφηναν οι χωματόδρομοι της Καπετάν Κρόμπα και της Μητροπολίτου Χρυσοστόμου. Και πιο πίσω τα σκυλιά… ενθουσιασμένα να ακολουθούν σπέρνοντας ενίοτε και τον πανικό από την… πολλή χαρά τους.
Και άμα το έφερναν φτούριο τα οικονομικά, σουβλάκι και ντοματοσαλάτα στου Πατσαβούρα και του Τράγου. Αργότερα πήγαμε και στην άλλην πάντα της πόλης, στου Τσάκωνα με τα… ιστορικά αμελέτητα και το τζουκ μποξ.
“Σουλάτσο” στην πλατεία, “νυφοπάζαρο” κατά την κοινή εκδοχή, χάζεμα στα μικρότερα, ψιλοεπίδειξη στην εφηβεία. Οικογενειακά ή κατά μόνας στα ζαχαροπλαστεία Αδαμόπουλου (προσωπικοί φίλοι του πατέρα και γείτονες), Βαλσαμάκη-Λαδά, Δελήγιωργα στις μέρες μου, με το κωκ… βασιλιά στα μικρά μας και μετά οι πάστες, οι σοκολατίνες και αργότερα το προφιτερόλ και το μιλφέιγ, νηστήσιμοι αργολάβοι.
Σκόρπιες εικόνες μιας άλλης εποχής που έχουν την αξία τους ως μνήμη, που αξίζει να χτιστεί ως συλλογική εκείνων των χρόνων. Με την παράθεση βιωμάτων και εικόνων.
[Η κεντρική πλατεία όταν ακόμη λειτουργούσε ως… νυφοπάζαρο]
