Πυρκαϊές στη Μεσσήνη τη δεκαετία του ’30

Δεκαετία του 1950, βορειοανατολική γωνία Φεσσά και πλατεία ημέρα καρναβαλιού, το σημείο από το οποίο ξεκίνησε μια από τις πολλές μεγάλες φωτιές που εκδηλώθηκαν τη δεκαετία του 1930 στη Μεσσήνη (Νησί) αλλά και αργότερα. Ολες σημειώθηκαν στο κέντρο της πόλης όπου και η δόμηση ήταν πυκνή και εύφλεκτα υλικά υπήρχαν ως εμπορεύματα στα διάφορα καταστήματα. Ηταν τόσο συχνές και μεγάλες οι πυρκαγιές που ο… αστικός μύθος έλεγε τα νεότερα χρόνια ότι ότι εταιρείες δεν ασφαλίζουν στο Νησί καταστήματα. Κάτι τέτοιο όμως συνέβαινε και στην Καλαμάτα, με την αστυνομία να ακολουθεί την απλή πρακτική: Οταν ξεσπούσε πυρκαγιά οι πρώτοι που συλλαμβάνονταν ως ύποπτοι ήταν εκείνοι οι οποίοι είχαν ασφαλισμένα καταστήματα με εμπορεύματα αξίας μικρότερης της ασφάλειας. Γιαυτό και αναφέρεται συχνά στις ειδήσεις αν ήταν ασφαλισμένα ή όχι κτήρια και εμπορεύματα. Η περιγραφή των μεγάλων πυρκαγιών που έχουν καταγραφεί δεν αποτυπώνει απλώς το γεγονός αλλά και την “ανθρωπογεωγραφία” της πλατείας και της γύρω περιοχής, την κατανομή των καταστημάτων και πληροφορίες που βοηθούν στον εντοπισμό άλλων λειτουργιών.

ΤΟ 1930

Η πρώτη μεγάλη πυρκαγιά που καταγράφτηκε σε ρεπορτάζ εκδηλώθηκε τον Ιούλιο του 1930 για την οποία διαβάζουμε: “Χθες περί την 1ην μεταμεσονύκτιον ώραν εις την γείτονα Μεσσήνην εξερράγη τρομερά πυρκαϊά αποτεφρώσασα τρία καταστήματα. Η είδησις μετεδόθη εις την πόλιν μας δια τηλεγραφήματος του προέδρου της Κοινότητος Μεσσήνης κ. Κορκονικήτα προς τον κ. νομάρχην και τον κ. δήμαρχον δια του οποίου εζητείτο η αποστολή στρατιωτικής ενισχύσεως και των αντιλιών του Δήμου Καλαμών. Το τηλεγράφημα αστραπιαίως διεδόθη εις την πόλιν μας κατά τρόπον μάλιστα υπερβολικόν, παριστάνον ως όλην την Μεσσήνην καιομένην. Ευθύς αμέσως πολλά αυτοκίνητα ανεχώρησαν εντεύθεν με Νησιώτες και πολλούς ενδιαφερόμενους.
Πρώτοι ανεχώρησαν και μετέβησαν εις Μεσσήνην οι νυκτερινοί μας συντάκται οίτινες ευρέθησαν προ τρομακτικού αλλά και μεγαλοπρεπούς εν τη αγριότητί του θεάματος. Το πυρ με τεραστίας φλόγας εξηκολούθη το καταστρεπτικόν του έργον.
Η πυρκαϊά ανεφάνη το πρώτον εις τα καταστήματα υφασμάτων κ. Ν. Λιάππα και Σια και πιλοποιΐας του κ. Φούτρου τα οποία αποτεφρώθησαν εν ακαρεί, χωρίς να κατορθωθή η διάσωσις τίποτε εκτός ολίγων τινών του πιλοποιΐου. Το πυρ εγένετο αντιληπτόν υπό του σκοπού χωροφύλακος όστις δια πυροβολισμών ειδοποίησε περί του κινδύνου. Ευθύς αμέσως οι κώδωνες των εκκλησιών ήρχισαν κρουόμενοι δαιμονιωδώς. Ολόκληρος η Μεσσήνη ανεστατώθη. Ολος ο κόσμος έτρεξεν εις τον τόπον της πυρκαϊάς πολλοί δε επελήφθησαν του έργου της κατασβέσεως. Δυστυχώς όμως τα μέσα τα οποία εχρησιμοποιήθησαν ήσαν ελλειπή ή δια να μη τα χαρακτηρίσωμεν πρωτόγονα. Η Κοινότης Μεσσήνης στερείται πυροσβεστικών μέσων, τα δύο δε δίτροχα εις ουδέν ήτο δυνατόν να συντελέσουν.
Λόγω του μεγάλου συνωστισμού ουδεμία τάξις εκρατήθη. Τα ολίγα αστυνομικά όργανα, άτινα άλλωστε είχαν επιδοθή εις την κατάσβεσιν του πυρός, δεν ήτο δυνατόν να συγκρατήσουν την τάξιν και να προφυλάξουν τα εμπορεύματα των εκκενουμένων καταστημάτων.
Περί την 2 και 30΄μεταμεσονύκτιον επετεύχθη μετ’ αγωνιώδους προσπαθείας η εντόπισις του πυρός. Εν τω μεταξύ είχε καταφθάσει και εις των καρταβρεκτήρων του Δήμου Καλαμών όστις κυρίως συνέτεινεν εις την εντόπισιν του πυρός επί των δύο πρώτων καταστημάτων, προλαβόν την εξάπλωσιν τούτου εις τα συνεχόμενα.
Εκ της αλλοφροσύνης και του φόβου όστις επεκράτησεν όλα τα πέριξ των καιομένων καταστήματα και οικίαι εκκενώθηασαν. Τα εμπορεύματα και έπιπλα άλλα κατεστράφησαν και άλλα διηρπάγησαν. Τας μεγαλειτέρας ζημίας υπέστησαν τα καταστήματα: φανοποιείον του κ. Θεοδωρόπουλου, χρυσοχοείον του κ. Αλεξανδρόπουλου, φανοποιείον του κ. Πλεμμένου, κατάστημα υφασμάτων κ. Τζώρτζη, ξενοδοχείον ύπνου του κ. Δουβόγιαννη και αι οικίαι των κ. κ. Θεοδωρόπουλου, Χρυσούλη και Γιαννουκάκη. Αι ζημίαι υπολογίζονται κατά τους μετριότερους υπολογισμούς εις αξίαν μόνον εμπορευμάτων άνω του ενός εκατομμυρίου μη συνυπολογιζομένης της αξίας των κτιρίων. Κατά τας πληροφορίας μας οίτινες όμως δεν είναι απολύτως εξακριβωμέναι λόγω του προκεχωρημένου της ώρας, όλα σχεδόν τα καταστήματα τόσον τα αποτεφρωθέντα των κ. κ. Λιάππα και Φούτρου όσον και τα εκκενωθέντα των προαναφερθέντων, ήσαν ασφαλισμένα. Μόνον αι οικίαι και τα κτήρια ήσαν ανασφάλιστα.
Δέον να σημειωθή ότι από πόλλών ετών δεν είχεν εκραγή εις την Μεσσήνην πυρκαϊά, δια τον λόγον τούτον εκφράζονται υπόνιαι εμπρησμού. Πλην όμως ο διοικητής χωροφυλακής Μεσσήνης δεν ηθέλησε να επιβεβαιώση εις τους συντάκτας μας τας υπονοίας ταύτας, επιφυλαχθείς να προβή εις οιανδήποτε ανακοίνωσιν.
Ο Νομάρχης κ. Μαρκέλλος ευθύς ως έλαβε το τηλεγράφημα του προέδρου της Κοινότητος Μεσσήνης, έσπευσε δι’ αυτοκινήτου να μεταβή επί τόπου και να παρακολουθήση εκ του σύνεγγυς τας καταβαλλομένας προσπαθείας δια την κατάσβεσιν του πυρός”.

ΤΟ 1931

Μικρότερη ήταν η πυρκαγιά που εκδηλώθηκε το Μάρτιο του 1931 καθώς έγοινε γρήγορα αντιληπτή: “Προχθές και περί ώραν 11ην νυκτερινήν εσημειώθη έναρξις πυρκαγιάς επί της στέγης του υποδηματοποιείου Αβαρλή εν Μεσσήνη. Το πυρ εγένετο αμέσως αντιληπτόν υπό των πολιτών και των αστυθνομικών οργάνων, κατεσβέσθη δε εν τη γεννέσει του και πριν ή προσλάβει εισέτι διαστάσεις. Υπέστησαν όμως μικροζημίας, τα καταστήματα των κ. κ. Γιαννουλάκη υποδηματοποιείον ήσφαλισμένον έναντι 100.000 δραχμών και Σ. Κεραμίδα κουρείον ησφαλισμένον αντί 50.000 δραχμών. Το οίκημα ένθα το κατάστημα των Αφών Αβαρλή ανήκει εις τον Ν. Νικητόπουλον ήτο δε ανασφάλιστον. Η αστυνομία ενεργήσασα χθες έρευναν επί της στέγης του υποδηματοποιείου Αφών Αβαρλή, ανεύρον ασκόν πλήρη βενζίνης και πετρελαίου. Κατόπιν τούτου αι υπόνιαι της αστυνομίας περί εμπρησμού ενισχύονται”.

ΤΟ 1934

Ο εφιάλτης της καταστροφής επέστρεψε το 1934 όταν τον Απρίλιο του 1934 πήρε φωτιά η αποθήκη της Αγροτικής Τράπεζας με το θειάφι: “Μια είδησις μεταδοθείσαν εις την πόλιν μας, επροξένησε πραγματικήν κατάπληξιν και ανεστάτωσε τους κατοίκους των Καλαμών. Ολόκληρον την χθεσινήν ημέραν δεν άκουε τις παρά την φράσιν “το Νησί καίγεται”. Επίσημος ανακοίνωσις του Νομάρχου δια της οποίας επεβεβαιώθη η πληροφορία μας ηνάγκασε να μεταβώμεν επί τόπου δι ανα αντιληφθώμεν ιδίοις όμμασιν, το μέγεθος και την έκτασιν της πυρκαϊάς.
Η έναρξις της πυρκαϊάς εγένετο την 10ην περίπου π. μ. εγένετο δε αντιληπτή υπό του αρμοδίου αποθηκαρίου της Αγροτικής Τραπέζης την 10 και 30΄. Η πυρκαϊά ήρχισεν εκ των αποθηκών τη Αγροτικής Τραπέζης αι οποίαι είναι ο κάτω όροφος του άλλοτε υποκαταστήματος της Εθνικής Τραπέζης και όπου είχον αποθηκευθή αι μεγάλαι ποσότητες θείου.
Ευθύς ως ο αποθηκάριος αντελήφθη την πυρκαϊάν έσπευσε να ειδοποιήση την αστυνομίαν η οποία και διέθεσε ολόκληρον την δύναμίν της προς κατάσβεσιν του πυρός αλλά τούτο κατέστη αδύνατον. Τουναντίον δε η πυρκαϊά εγιγαντούτο εις σημείον ώστε να διατρέχουν άμεσον κίνδυον αι παρακείμεναι οικίαι και καταστήματα, εντεύθεν δε και εδημιουργήθη ο πρωτοφανής πανικός.
Ο διοικητής της υποδιοικήσεως χωροφυλακής Μεσσήνης κ. Τρεμπέλας πεισθείς ότι ουδέν ήτο δυνατόν να πράξη προς κατάσβεσιν του πυρός η διαθέσιμος αστυνομική δύναμις ετηλεγράφησε εις τον ενταύθα Νομάρχην ζητών στρατιωτικήν ενίσχυσιν και την μετάβασιν των πυροσβεστικών αντλιών προς κατάσβεσιν του πυρός.
Εν τω μεταξύ το καιόμενον θείον εξερχόμενον των αποτεφρωθεισών θυρών των αποθηκών κατήρχετο προς τας οδούς, αληθής ποταμός λάβας έτοιμος να καύση το παν. Αι αναθυμιάσεις του θείου έχουν υπερπληρώση την ατμόσφαιραν και ουδείς τολμα να πλησιάση το σημείον της πυρκαϊάς. Δύο από τους τολμηρωτέρους χωροφύλακας οι οποίοι απεπειράθησαν ν’ ανέλθουν εις τον άνω όροφον της οικίας όπου διέμενεν ο καθηγητής Νινιός παρ’ ολίγον να αποθάνουν εξ ασφυξίας, μόλις δε και μετά βίας κατορθώθη να διασωθούν. Την 1ην απογευματινήν κατέφθασεν εις Μεσσήνην τμήμα στρατού υπό τον υπολοχαγόν Μπάμπαλην ως και μια εκ των δημοτικών καταβρεκτήρων και επελήφθησαν αμέσως του έργου των. Εν πρώτοις οι πυροσβέσται διέσωσαν τα έπιπλα της οικίας του κ. Νινιού και ήρχισαν ακολούθως να καταβάλουν απεγνωσμένας προσπαθείας δια τον εντοπισμόν του πυρός.
Το πυρ όμως μεταδοθέν εις τας παρακειμένας οικίας, απειλεί να αποτεφρώση ολόκληρον το τμήμα εκείνον της πόλεως. Εκ του γεγονότος τούτου αι προσπάθειαι των πυροσβεστών περιωρίσθησαν εις τον περιορισμόν του πυρός εντός φλεγομένης ζώνης.
Αι ζημίαι εκ της τεραστίας πυρκαϊάς ανέρχονται εις 1 εκ. 200 χιλ. δραχ. Απετεφρώθη τελείως το οίκημα Φωτόπουλου ένθα αι αποθήκαι της Αγροτικής Τραπέζης. Η συνεχόμενη οικία του Δ. Παπαδοπούλου το κατάστημα του οποίου ήτο ησφαλισμένον αντί 200 χιλιάδων δραχμών και το υποδηματοποιείον Μαυροειδή. Επίσης υπέστησαν φθοράν το κατάστημα Τζώρτζη, το πρατήριον αλεύρων των κυλινδρομύλων “Ευαγγελίστρια”, το κατάστημα Μ. Τσερπέ, το πρακτορείον της Τραπέζης Αθηνών, η οικία Αθανασοπούλου και πολλαί άλλαι οικίαι και καταστήματα.
Σχετικώς με τα αίτια τα οποία προκάλεσαν την πυρκαϊάν επελήφθη των ανακρίσεων η υποδιοίκησις χωροφυλακής Μεσσήνης επί των οποίων τηρείται άκρα μυστικότης. Ως ηδυνήθημεν να εξακριβώσωμεν προέκυψαν υπόνοιαι εμπρησμού συνελήφθησαν δε και 18 άτομα εναντίον των οποίων προέκυψαν στοιχεία ενοχής.
Λόγω του δημιουργηθέντος πανικού και της εσπευσμένης εξαγωγής εκ των καταστημάτων των διαφόρων εμπορευμάτων, επωφελήθησαν διάφοροι επιτήδειοι οι οποίοι έκλεψαν διάφορα είδη. Ο καθηγητής κ. Νινιός κατήγγειλε ότι κατά την εξαγωγήν των επίπλων του του εκλάπησαν τιμαλφή αξίας 40.000 δραχ.
Το πυρ εντοπισθέν εντός του περί τας αποθήκας χώρου, εξηκολούθησε να καίη και μέχρις αργά τη νύκτα”.

ΤΟ 1937

Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η πυρκαγιά που εκδηλώθηκε τον Οκτώβριο του 1937 στο σημείο που απαθανατίζει η φωτογραφία κάπου 20 χρόνια αργότερα. Ενα ολόκληρο τετράγωνο κάηκε ενώ λόγω ανάφλεξης εκρηκτικών υλών έπαθαν ζημιές και τα καταστήματα στη δυτική πλευρά της πλατείας: “Τρομακτικής εκτάσεως πυρκαϊά εξερράγη εις κεντρικόν σημείον της πόλεώς μας την νύκτα της χθες, αποτέλεσμα της οποίας ήτο να αποτεφρωθή ολοσχερώς εν ολόκληρον τετράγωνον και να προκληθούν ζημίαι αρκετών εκατομμυρίων δραχμών. Η πυρκαϊά η οποία συνεκίνησε βαθύτατα την κοινωνίαν της πόλεώς μας, έλαβε χώρας υπό τας ακολούθους συνθήκας:
Περί την 1 30΄μετά μεσονύκτιον ο σκοπός χωροφύλαξ της πλατείας αντελήφθη καπνόν και φλόγας εξερχόμενα από την στέγην του βιβλιοχαρτοπωλείου του Σ. Καυκά, όστις είναι και πράκτωρ εφημερίδων εν Μεσσήνη. Ειδοποίησεν αμέσως την υποδιοίκησιν και έσπευσεν επί τόπου όλη η διαθέσιμος δύναμις των ανδρών. Μετ’ ολίγον δαιμονιώδεις κρότοι ηκούσθησαν, ολόκληρος δε η δυτική πλευρά του καταστήματος εξεσφενδσονίσθη εις αρκετών μέτρων απόστασιν. Το πυρ εκάλυψεν αστραπιαίως όλο το κατάστημα και ήρχισε μεταδιδόμενον και ρις τα παραπλεύρως οικήματα ελλείψει αποτελεσματικών προσπαθειών προς εντοπισμόν. Ολόκληρον τετράγωνον εντός ολίγου ήτο παρανάλωμα του πυρός.
Περί την 3ην πρωινήν κατέφθασαν εκ Καλαμών αι αντλίαι του δήμου, αι οποία είχον ειδοποιηθή εν τω μεταξύ και ο Διοικητής Χωροφυλακής Μεσσηνίας. Μετά πολλού κόπου αι αντλίαι κατώρθωσαν να εντοπίσουν το πυρ, το οποίον μόλις την 7ην πρωινήν έπαυσε το καταστρεπτικόν του έργον. Ο απολογισμός της πυρκαϊάς υπήρξε τραγικός. Το βιβλιοχαρτοπωλείον του Σ. Καυκά, το ποτοπωλείον Αδαμοπούλου, το γαλακτοπωλείον του Π. Δουρούμη, το κουρείον Θ. Κρεμμυδά, το κουρείον Ν. Γεωργιάδη, το στιλβωτήριον Σαντρουμά, αι αποθήκαι ορύζης Α. Πετροπούλου, αι αποθήκαι βάμβακος Γαλανοπούλου και το παντοπωλείον Ψυχογυιοπούλου απετεφρώθησαν ολοσχερώς. Σημαντικάς ζημίας υπέστησαν το βιβλιοχαρτοπωλείον Παπούλια, το κουρείον Ρούτση, το οινοπωλείν Τσεφαλά, το δερματοπωλείον Δέδε, το παντοπωλεόον Αθ. Παπαδοπούλου κ. α.
Συνεπεία των τρομακτικών εκρήξεων της δυναμίτιδος, των κυτίων πυρίτιδος, των φυσιγγίων και άλλων εκρηκτικών υλών αι οποία ευρίσκοντο εις το κατάστημα του Σ. Καυκά εξετοξεύθησαν βλήματα εις μεγάλην ακτίνα, υπέστησαν δε εκ τούτου ζημίας το καφενείον Αλαμπάνη, το ιατρείον της δίδος Μουλά, το κουρείον Μητυλιναίου, το ζαχαροπλαστείον Βαλσαμάκη και Λαδά κ.α.
Αι εκ της πυρκαϊάς συνολικαί ζημίαι υπολογίζεται ότι υπερβαίνουν τα 3 εκατομμύρια. Επί τόπου μετέβη χθες και ο εισαγγελέυς Καλαμών κ. Καδδίτης”.
Ενα μήνα αργότερα δημοσιεύτηκε σχόλιο το οποίο αναφέρει ότι τα καταστήματα που κάηκαν ήταν… παράγκες και αυτά που ετοιμάζονταν να κατασκευαστούν θα ήταν πάλι παράγκες. Η αλήθεια είναι ότι κατασκευάστηκαν κυρίως μικρά κτίσματα για εμπορική χρήση όπως αυτά της φωτογραφίας, αλλά και μεγαλύτερα με κατάστημα στο ισόγειο και κατοικία στον όροφο: “Είναι γνωστόν ότι εις την Μεσσήνην έγινε προ καιρού μια πυρκαϊά. Μια πυρκαϊά η οποία απετέφρωσε σημαντικόν τμήμα εις την καρδίαν ακριβώς της πόλεως. Επειδή δε ακριβώς πρόκειται περί της καρδίας της πόλεως, γράφομεν τας γραμμάς αυτάς δια να προκαλέσωμεν την προσοχήν των αρμοδίων επί των μελλουσών να ανεγερθούν εις τα σημεία εκείνα οικοδομών. Φυσικά αι οικοδομαί αυταί δεν θα πρόκειται να είναι πολυκατοικίαι ούτε ουρανοξύσται. Θα πρέπει όμως να είναι οικοδομαί καλαίσθηται με σχέδια και με αρχιτεκτονικάς γραμμάς, ώστε να λείψη από το μέσον της πόλεως ο αναχρονισμός εκείνος των θλιβερών παραγκών και να ημπορεί ο επισκέπτης να ικανοποιή στοιχειωδώς έστω την αισθητικήν του. Επί του προκειμένου να πρέπει κυρίως να λάβη μέριμναν ο κ. Νομάρχης ή ο κ. Νομομηχανικός. Και τούτο διότι εξωδίκως επληροφορήθημεν ότι εις την θέσιν των τέως παραγκών, θα ανεγερθούν… νέαι παράγκαι!”.

ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ

Η πρώτη μεγάλη πυρκαγιά μετά τον πόλεμο εκδηλώθηκε τον Ιούνιο του 1954 και παραλίγο να υπάρξουν θύματα: “Η πόλις της Μεσσήνης ανεστατώθη χθες συνεπεία πυρκαϊάς η οποία εξερράγη την 10.30’ π. μ. ώραν εις οίκημα της κεντρικής πλατείας, όπου στεγάζεται το ραφείον Πλουμίση. Το πυρ απετέφρωσε πλην του ραφείου και το κάτωθεν αυτού (εις το ισόγειον) ευρισκόμενον κατάστημα υφασμάτων Κώστα Τσαλιμάκη. Ευτυχώς εγκαίρως μετεφέρθησαν τα υφάσματα του καταστήματος έξωθι αυτού και διεφυλάχθησαν.
Επίσης απετεφρώθησαν το οίκημα του πρατηρίου υγρών καυσίμων Κροντήρη, το συμβολαιογραφείον Θεοδωρόπουλου και το γραφείον των φορτοεκφορτωτών.
Πανικόν προεκάλεσε το γεγονός ότι παραπλεύρως του καιομένου ραφείου ευρίσκεται αποθήκη βενζίνης εκ της οποίας άμεσος υπήρχε κίνδυνος επεκτάσεως της πυρκαϊάς εις τας γύρω οικοδομάς, αποτελουμένας εκ ξύλων κατά μέγα μέρος. Τα πλησίον καταστήματα και αι οικίαι εξεκενώθησαν προ του κινδύνου αυτού, ευτυχώς όμως οι καταφθάσαντες εγκαίρως άνδρες των πυροσβεστικών αντλιών βοηθούμενοι και από τα αστυνομικά όργανα κατώρθωσαν να απομονώσουν την βενζιναποθήκην και να νετοπίσουν την πυρκαϊάν. Ευτυχώς δεν υπήρχε βαενζίνη εις δοχεία, έξω της τσιμεντένιας αποθήκης, η οποία δεν διατρέχει κίνδυνον αναφλέξεως.
Αι προκληθείσαι πάντως ζημίαι εις τας οικοδομάς αι οποίαι είναι ανασφάλιστοι, υπήρξαν σημαντικαί ανερχόμεναι εις πολάς δεκάδας χιλιάδας δραχμών. Κατά προχείρους υπολογισμούς αι προκληθείσαι ζημίαι εις τα οικήματα ανέρχονται εις 200 χιλιάδας δραχμάς. Δεν εξηκριβώθιη η αιτία εξ ής προήλθε το πυρ.
Η πυρκαϊά είχεν ως αποτέλεσμα τον σοβαρόν τραυματισμόν του Π. Τσακατιάν, υποστάντος κάταγμα της δεξιάς χειρός. Ούτος μετεφέρθη ει την εν Καλάμαις κλινικήν Αντύπα. Ετραυματίσθη επίσης ελαφρώς ο Π. Λουκάκος”.
Μια δεύτερη ανταπόκριση τηξν επόμενη δίνει διευκρινήσεις σχετικά με το τι συνέβη: “Υστερα από δεκαπέντε και πλέον χρόνια ο από πυρκαϊάς πανικός ήλθε και πάλιν προχθές δια να ταράξη την ηρεμία της Μεσσήνης. Τα καταστήματα Πλουμίδη-Πατρινιού και Κροντήρη υπέστησαν μεγάλας ζημίας. Το καφενείον “Λέσχη” και το κουρείον Βασιλάκη υπέστησαν και αυτά ζημίας τινάς.
Παρ’ ολίγον όμως να έχομεν και ανθρώπινα θύματα, Ο Ιω. Τοκατιάν, γκαρσόνι της “Λέσχης”, ετραυματίσθη υπό τας ακολούθους συνθήκας: Οταν αντελήφθη το πυρ ανήλθεν εις το ραφείον Πλουμίδη δια να παράσχη βοήθειαν. Οταν κατήρχετο εθραύσθη η ξύλινη κλίμαξ, η οποία είχε καή εις έν μέρος και ούτος έπεσεν επί του αντιπροέδρου του δημοτικού συμβουλίου Μεσσήνης τραυματισθέντος και αυτού ελαφρώς.
Η Μεσσήνη ευχαριστεί την Πυροσβεστικήν Υπηρεσίαν και την Χωροφυλακήν δια την καταστολήν της πυρκαϊάς. Αξίζει όμως έπαινος και εις τους δύο τραυματίας μας που προσέτρεξαν αμέσως δια να προσφέρουν την βοήθειάν των”.
Πυρκαγιές σε καταστήματα εκδηλώθηκαν και τα νεότερα χρόνια, όπως φαίνεται όμως χωρίς να προξενήσουν τον πανικό που περιγράφεται στα ρεπορτάζ των προηγούμενων χρόνων. Και αυτό γιατί έσβησαν γρήγορα ενώ είχε δημιουργηθεί πλέον πυροσβεστική υπηρεσία και οι παρεμβάσεις ήταν σχετικά αποτελεσματικές…

Άννα Παναγιωτοπούλου Απ’ ότι γνωρίζω από την μητέρα μου το 1939- 1940 είχε πάρει φωτιά και το κατάστημα του παππού μου Αντώνη Σακελλαροπουλου ποτοποιου. Και ο παππούς το έφτιαξε καινούργιο. Η μητέρα μου μικρό κοριτσάκι έχει άσχημες μνήμες γιατί είδε το μαγαζί όπως έλεγε να χάνεται, γιατί πίσω ο παππούς είχε τέσσερα κορίτσια….
Panos Daskarolis Το δικό μας μαγαζί είχε καεί το 1936 και η το το σπίτι που έχει η Μητέρα σου τώρα Αννα τώρα, εάν δεν το γνωρίζεις!
Προβολή Σχολίων